Κ. ΚΑΠΟΣ: Ο ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΔΕΞΙΑΣ

0



ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ (του άτυχου βιβλίου)

Ο ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΔΕΞΙΑΣ
(εδώ θα με δείρουν οι άλλοι μισοί)
Όπως λένε οι εξ Εσπερίας φίλοι μας, «it takes two, to tango» και η Ελληνική Αριστερά δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι αυτό που είναι, εάν το αντίπαλο δέος ήταν διαφορετικό από αυτό που υπήρξε. Συνεπώς, δεν είναι αδόκιμο να εξετάσουμε και τις μεγάλες ευθύνες των κομμάτων του δεξιού και κεντροδεξιού φάσματος της πολιτικής στην Ελλάδα.
Από την εποχή του Εμφυλίου Πολέμου, η Δεξιά υπήρξε ένα συνονθύλευμα υποστηρικτών που δεν είχε ποτέ του κάποια συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία, στα πρότυπα των Γερμανών Χριστιανοδημοκρατών ή των Βρετανών Συντηρητικών. Έτσι, μέσα της μαζεύτηκαν μεταπολεμικά «κάθε καρυδιάς καρύδι», από τους ιδεολόγους Ευρωπαϊστές Φιλελεύθερους, τους τοπικούς κομματάρχες που ιδεολογία τους υπήρξε πάντα η προσκόλληση στην εκάστοτε Εξουσία, αλλά ακόμα και τους μαυραγορίτες και συνεργάτες των στρατευμάτων Κατοχής που προσπαθούσαν να διαφυλάξουν τα κεκτημένα τους.
Τη στιγμή που η Ελληνική Αριστερά ευθυγράμμιζε το Δόγμα της με τις επιταγές της Σοβιετικής Ένωσης, η Δεξιά κινούταν σε μια κοινή συνισταμένη που αποκαλούσε «Ιδεολογία» και είχε στόχο να ικανοποιήσει τα αιτήματα του εκλογικού της Κοινού, με διορισμούς, ρουσφέτια και απηνείς διώξεις σε όποιον δεν είχε αποδεδειγμένα εκδηλώσει την Εθνικοφροσύνη του. Ήταν η εποχή του Συναγερμού και της ΕΡΕ, που η Δεξιά έγινε επί πολλά χρόνια η μοναδική Εξουσία του Ελληνικού Κράτους και κάθε πολίτης που αμφισβητούσε αυτή την Παντοκρατορία αντιμετωπιζόταν ως «ύποπτος», «μίασμα» ή «συνοδοιπόρος». Ήταν η εποχή του «πιστοποιητικού Κοινωνικών Φρονημάτων», που ακόμα και μια απλή συγγένεια με κάποιο κομμουνιστή σε στιγμάτιζε και σου αποστερούσε τις όποιες ευκαιρίες είχες για να προοδεύσεις, οικονομικά και κοινωνικά.
Σε κάθε Δυτική Κοινωνία, η Αστική Τάξη, από την εποχή του Διαφωτισμού, λειτουργούσε ως η συλλογική συνείδηση του Έθνους, κατευθύνοντας τις αποφάσεις και τους νόμους που ψηφίζονταν, προς πιο φιλολαϊκές και δίκαιες ατραπούς, εξαλείφοντας σταδιακά το φεουδαρχικό παρελθόν και κουλτούρα των χωρών τους. Ας μην ξεχνάμε ότι όλα τα φιλεργατικά και προνοιακά νομοσχέδια των Γαλλικών Κυβερνήσεων συντάχθηκαν μετά από πιέσεις που άσκησαν οι Γάλλοι Ελευθεροτέκτονες, οι οποίοι από την εποχή της Επανάστασης, αλλά και της Κομμούνας των Παρισίων έπαιξαν σημαντικότατο ρόλο στη διαμόρφωση των Αρχών και Ιδανικών της Γαλλικής Δημοκρατίας.
Δυστυχώς, η Αστική Τάξη στη χώρα μας καταστράφηκε εν τη γενέσει της από τους διαδοχικούς Παγκόσμιους Πολέμους, αλλά και από τον ολέθριο Εμφύλιο, αφήνοντας πίσω της ελάχιστους εκπροσώπους της που δεν είχαν πλέον ούτε την οικονομική δύναμη, ούτε τις πολιτικές διασυνδέσεις για να επιφέρουν οποιαδήποτε, αντίστοιχη με της Γαλλίας, αλλαγή.
Τη θέση τους στην Κοινωνία κατέλαβαν οι κατέχοντες τον Πλούτο, που σε μεγάλο ποσοστό ήταν πρώην μαυραγορίτες και άνθρωποι που επωφελήθηκαν από τον καταστροφικό Εμφύλιο Πόλεμο, αποσπώντας τεράστιες περιουσίες και εκτάσεις γης από τα θύματά τους. Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθούν και διάφοροι μεγαλοτσιφλικάδες, ιδίως γύρω από την Αθήνα, που είδαν τα απέραντα βοσκοτόπια που είχαν αποκτήσει με Οθωμανικές παραχωρήσεις, να αποκτούν τεράστια αξία, λόγω της μετεμφυλιακής αστυφιλίας. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έγιναν στυλοβάτες του νέου Καθεστώτος και επέβαλλαν όχι κάποια δομημένη φιλελεύθερη ή συντηρητική Ιδεολογία αλλά όλα αυτά που ευνοούσαν τα προσωπικά τους συμφέροντα.
Η δεκαετία του 1960 υπήρξε η περίοδος της απελπισμένης προσπάθειας αυτού του Καθεστώτος να διατηρήσει τα ηνία της Εξουσίας σε ένα κόσμο που άλλαζε ραγδαία γύρω του. Ξεκίνησε από τη συμμετοχή χιλιάδων δέντρων και μακαριτών ψηφοφόρων, στις εκλογές του 1961, συνεχίστηκε με τις σπασμωδικές κινήσεις αποδόμησης της Ενώσεως Κέντρου, βρίσκοντας σαν «πάτημα» τις σοσιαλιστικές ονειρώξεις και ραδιουργίες του Ανδρέα Παπανδρέου και κατέληξε στο πραξικόπημα των Απριλιανών, το 1967, που μας έβαλε στο γύψο επί 7 χρόνια και 3 μήνες. Όλη αυτή την περίοδο, το Παρακράτος που είχε δημιουργηθεί, έδρασε λυσσαλέα, κάνοντας τον Κωνσταντίνο Καραμανλή να αναρωτηθεί «ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;» και να φύγει αυτοεξόριστος στη Γαλλία, μετά τη σύγκρουσή του με το Παλάτι.
Η Χούντα των συνταγματαρχών και του Ιωαννίδη κατέρρευσε παταγωδώς τον Ιούλιο του 1974, αφήνοντας πίσω της τη χαίνουσα πληγή της Κυπριακής τραγωδίας. Οι χουντικοί, προκειμένου να γλιτώσουν το εκτελεστικό απόσπασμα, αποσύρθηκαν φέρνοντας πίσω τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τους εξόριστους πολιτικούς.
Για όσους δεν είχαν τα βιώματα μέχρι εκείνη τη στιγμή, θα πω ότι η διακυβέρνηση Καραμανλή κατά τη 2η θητεία του υπήρξε εντελώς διαφορετική από την πρώτη, του τέλους της δεκαετίας του ’50. Η ρήση του Μίκη Θεοδωράκη «ή Καραμανλής, ή τανκς», παρόλο που επέσυρε τη μήνη του ΚΚΕ, απηχούσε τους πολύ πραγματικούς φόβους ενός νέου πραξικοπήματος, δεδομένου ότι η αποχουντοποίηση στο Στράτευμα και τα Σώματα Ασφαλείας υπήρξε μια αργή διαδικασία και ο κίνδυνος ελλόχευε από τα κάθε λογής χουντικά «σταγονίδια».
Αν πρέπει να θυμόμαστε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή για κάποιες ενέργειες, αυτές θα ήταν η οριστική επίλυση του Πολιτειακού ζητήματος, με την απόρριψη της Βασιλείας ως Ανώτατης Συνταγματικής Αρχής και η επιτυχημένη του προσπάθεια να εντάξει τη χώρα μας στην ΕΟΚ, μια πολιτική που βρήκε εντελώς αντίθετα το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ, με υποσχέσεις του Ανδρέα ότι θα μας έβγαζε από τους δύο αυτούς οργανισμούς και με το σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, το ίδιο Συνδικάτο». Ευτυχώς, μετά την επικράτησή του, ο Ανδρέας είδε το Φως το Αληθινό, μια και χωρίς τους πακτωλούς κεφαλαίων από την ΕΟΚ δεν θα κατάφερνε να δημιουργήσει τον ανίκητο στρατό των κρατικοδίαιτων υποστηρικτών του.
Παρά τις υποτιθέμενες δεξιές ιδεολογικές καταβολές, οι κυβερνήσεις του Κων. Καραμανλή προχώρησαν σε ένα «όργιο» κρατικοποιήσεων, που ούτε οι σοσιαλιστές δεν θα είχαν ονειρευτεί. Έτσι, η Ολυμπακή Αεροπορία, τα Ναυπηγεία, τα Διυλιστήρια Ασπροπύργου, τα ΚΤΕΛ, πολλές Τράπεζες και άλλες μεγάλες εταιρείες πέρασαν στον έλεγχο του Δημοσίου, σπέρνοντας τους σπόρους της οικονομικής καταστροφής της χώρας μετά από 35 χρόνια.
Η ένταξή μας στην ΕΟΚ συσπείρωσε τη Δεξιά πίσω από ένα συγκεκριμένο στόχο, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τους μετέτρεψε ξαφνικά σε Ευρωπαϊστές. Όπως είπαμε, η Ελληνική Δεξιά (ή, τέλος πάντων, αυτό που λογίζεται ως «Δεξιά», στην Ελλάδα) υπήρξε ένα συνονθύλευμα προσωπικών συμφερόντων, με συγκολλητική ουσία τον Νεποτισμό και το Ρουσφέτι. Δεν υπάρχει άλλη ερμηνεία, που να μπορεί να εξηγήσει λογικά το συνασπισμό ακροδεξιών, υπερεθνικιστών, Βασιλοφρόνων, Λαϊκών Δεξιών, ορφανών χουντικών και Φιλελευθέρων κάτω από την ίδια στέγη.
Δεξιότερα της Νεοδημοκρατικής παράταξης ξεφύτρωσαν κατά καιρούς κάποια (απο)κόμματα, όπως η Εθνική Παράταξη, ο Πέτρος Γαρουφαλιάς, αργότερα η Χρυσή Αυγή, κλπ, που δεν ευδοκίμησαν, κατά τη ρήση του Ευάγγελου Αβέρωφ, «αρνί που φεύγει απ’ το μαντρί, το τρώει ο λύκος». Η ΝΔ παρέμενε το κόμμα των Γκόρτσων και του Γκρούεζα, δηλαδή των κομματαρχών και των τοπικών «παραγόντων», σίγουρη για την κυριαρχία της στο πολιτικό τοπίο, μια και η χώρα μας δεν είχε ποτέ ως τότε δοκιμάσει την εναλλακτική λύση της Αριστεράς.
Η διάδοχη κατάσταση, με την αποχώρηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή από το κόμμα και προς την Προεδρεία της Δημοκρατίας, δεν ευχαρίστησε κανένα από τους παραδοσιακούς δεξιούς, μια και θεωρούσαν τον Γεώργιο Ράλλη ως «πολύ αστό, πολύ πολιτισμένο και πολύ αδύναμο».
Ένας οικογενειακός φίλος και αγαπητός βουλευτής εκείνης της εποχής, ο αείμνηστος γιατρός Θάνος Τσουκαντάς, μας διηγείτο το περιστατικό της συγκέντρωσης τέτοιων «στασιαστών» βουλευτών στο σπίτι του αείμνηστου Ευάγγελου Αβέρωφ, προκειμένου να αμφισβητήσουν οργανωμένα τον Γεώργιο Ράλλη. Όταν το έμαθε ο Καραμανλής, μια και δυο φτάνει νύχτα στο σπίτι του Αβέρωφ και έδιωξε κακήν-κακώς και με το γνωστό του «Γαλλικό» λεξιλόγιο τους «στασιαστές», φωνάζοντας «δεν θα μου διαλύσετε εσείς το κόμμα».
Με τη νίκη του ΠΑΣΟΚ τον Οκτώβριο του 1981 η ΝΔ έχασε στην κυριολεξία, «τα αυγά και τα καλάθια». Ήταν ανήκουστο και άγνωστο να γίνεται Αντιπολίτευση η Δεξιά παράταξη, απέναντι σε ένα Αριστερό κόμμα, με εντελώς άλλη ιδεολογία, φρασεολογία και επικοινωνία με το Λαό. Αντί να προσπαθήσει να αφουγκραστεί τα μηνύματα της κάλπης και να προσαρμόσει την ιδεολογική της πλατφόρμα σε πιο εύπεπτες θέσεις, τόσο πολιτικές, όσο και Κοινωνικές, εξακολούθησε να ασκεί μια στείρα αντιπολίτευση χωρίς κανένα μήνυμα που θα ενθάρρυνε τον μέσο εκλογέα να την επιλέξει, ως εναλλακτική της λαίλαπας του ΠΑΣΟΚ. Ο Αντρέας έπαιζε σε άδειο γήπεδο, ιδίως σε αντιπαραβολή με τον Ευάγγελο Αβέρωφ, ένα συμπαθή ευπατρίδη που όμως, ιδεολογικά είχε μείνει 30 χρόνια πίσω.
Ακόμα και η διαδοχή του Ευάγγελου Αβέρωφ από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, στην ηγεσία της ΝΔ, δεν έγινε με ιδεολογικά κριτήρια, αλλά με την προσπάθεια των παραγόντων του κόμματος να εκλέξουν έναν «αντι-Αντρέα», έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να σταθεί αποτελεσματικά απέναντι στον Πρωθυπουργό και Αρχηγό του ΠΑΣΟΚ, έναν άνθρωπο που είχε συγκρουστεί στο παρελθόν μαζί του.
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, όμως, μικροανιψιός του Ελευθέριου Βενιζέλου, σπλάχνο του Κεντρώου χώρου και ιδρυτής του Κόμματος των Φιλελευθέρων, μεταπολιτευτικά, είχε συγκεκριμένη ιδεολογική στόχευση, προσπαθώντας να μετασχηματίσει τη ΝΔ σε ένα σύγχρονο Φιλελεύθερο Ευρωπαϊκό κόμμα του κεντροδεξιού χώρου, επιλέγοντας στην πορεία ως συνεργάτες του ανθρώπους που μοιράζονταν το όραμά του, όπως τον Στέφανο Μάνο και άλλους πολιτικούς φιλελεύθερου προσανατολισμού.
Οι κινήσεις αυτές δεν άρεσαν καθόλου στην παραδοσιακή νομενκλατούρα της ΝΔ αλλά κανείς δεν εκδηλώθηκε όσο η ΝΔ ήταν στην Αντιπολίτευση. Προτεραιότητα εκείνη την εποχή ήταν η επανακατάκτηση της Εξουσίας και όχι ο καθορισμός της (ούτως ή άλλως ανύπαρκτης) ιδεολογικής πλατφόρμας του κόμματος.
Οι 3 απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου 1989-1990 έφεραν τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και τη ΝΔ στην Εξουσία, και παρόλο το ισχυρό εκλογικό ποσοστό του 46,9% που συγκέντρωσε, ο ισχύων τότε εκλογικός νόμος του ΠΑΣΟΚ του χάρισε μια ισχνότατη πλειοψηφία 151 βουλευτών, μετά την προσχώρηση στη ΝΔ του εκ ΔΙΑΝΑ προερχόμενου βουλευτή Κατσίκη. Ήταν πλέον καιρός για τον Κων. Μητσοτάκη να υλοποιήσει την φιλελεύθερη πολιτική του.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, όλοι οι παλαιοκομματικοί παράγοντες της ΝΔ ανακάλυψαν πόσο διαφορετικός ήταν ο Μητσοτάκης από όλα αυτά που είχαν μάθει μέχρι τότε ως δόκιμη άσκηση πολιτικής. Εντάξει, τους έφερε και πάλι στην Εξουσία, αλλά όλοι αυτοί οι Μητσοτακικοί ήταν «ξένο σώμα» για τη ΝΔ της καρδιάς τους.
Φυσικά και δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς, ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης υπήρξε αλάνθαστος ως Πρωθυπουργός. Πολλά μπορούν να ειπωθούν για την οικογενειοκρατία και το νεποτισμό που δεν εξαλείφθηκαν επί πρωθυπουργίας του, αλλά βλέπετε, αφορούσε άλλα «βιλαέτια» και άλλους κομματικούς παράγοντες, εξοργίζοντας τους «παραδοσιακούς» Νεοδημοκράτες που είχαν ρίζες στην ΕΡΕ και το Συναγερμό. Έτσι έφτασαν να ασκούν λυσσαλέα κριτική στον Κρητικό και εάν αποφάσιζα να αναπαράγω όλα όσα έχω ακούσει για «το Μητσοτακέικο» από ακραιφνείς Νεοδημοκράτες της εποχής, θα κοκκίνιζαν τα αυτιά σου, καλέ μου Θανάση.
Ο χειρισμός του «Μακεδονικού» υπήρξε η αφορμή της αποχώρησης του Αντώνη Σαμαρά από το κόμμα, ελπίζοντας να συμπαρασύρει με τη ρητορική του όλους τους εθνικιστές και παραδοσιακούς δεξιούς του κόμματος και να δημιουργήσει ένα «ιδεολογικά αγνό» δεξιό πόλο. Το Μακεδονικό, ως πρόφαση λοιπόν, σε συνδυασμό με κάποιους επιχειρηματικούς «κάλους» που πατήθηκαν, ιδίως στον χρυσοφόρο τομέα των επικοινωνιών, υπήρξαν το τέλος της διακυβέρνησης της φιλελεύθερης πτέρυγας της ΝΔ και της επιστροφής της ΝΔ στην παραδοσιακή Καραμανλική πλατφόρμα.
Ο Μιλτιάδης Έβερτ ανέλαβε να αποκαταστήσει το κόμμα στην πρότερη κατάσταση, αλλά δεν μπόρεσε να το επαναφέρει στην Εξουσία, μέσα στο λαϊκό ενθουσιασμό για τις αλλαγές που ταυτόχρονα επιτελούνταν στο ΠΑΣΟΚ. Χαρακτηριστικά θυμάμαι μια συνέντευξη ενός πολύ γνωστού επιχειρηματικού παράγοντα που το 1996, λίγο πριν τις εκλογές, δήλωνε στο ραδιόφωνο ότι «εάν μου ζητούσαν να ψηφίσω ΠΑΣΟΚ το 1981, θα τους χαρακτήριζα ανόητους. Εάν μου ζητήσουν να ΜΗΝ ψηφίσω ΠΑΣΟΚ το 1996, θα τους χαρακτηρίσω βλάκες». Έτσι, μετά την ήττα και αποχώρηση του Μιλτιάδη Έβερτ από την Προεδρεία της ΝΔ, ήρθε επιτέλους η πλήρης επικράτηση του Καραμανλισμού, για ακόμα μία φορά, με τον Κώστα Καραμανλή να κληρονομεί επιτέλους το κόμμα του θείου του.
Κι εδώ γίναμε μάρτυρες, καλέ μου Θανάση, της Πασοκοποίησης της Νέας Δημοκρατίας και της Λαϊκής Δεξιάς. Ο Κώστας Καραμανλής διακυβέρνησε με τρόπο που σε τίποτε δεν διέφερε από τους ανανεωτικούς Πασοκικούς προκατόχους του και φυσικά υπάρχει μια εξήγηση γι’ αυτό:
Βλέπεις Θανάση μου, τόσο το «ανανεωτικό» ΠΑΣΟΚ, όσο και η ΝΔ του Κώστα Καραμανλή δεν διέθεταν ισχυρές ιδεολογικές καταβολές που θα επέβαλλαν ένα συγκεκριμένο, ιδεολογικά προσανατολισμένο τρόπο διακυβέρνησης. Και οι δύο παρατάξεις επικαλούνταν τον «Πραγματισμό», δηλαδή τη διακυβέρνηση του τόπου κατά τρόπο που δεν θα υπήρχαν σοβαρές αντιδράσεις από την Αριστερά ή τους Ευρωπαίους εταίρους και χρηματοδότες μας και θα κρατούσαν όσο το δυνατόν περισσότερους πολίτες ικανοποιημένους. Και αυτό επετεύχθη βέβαια με την παλιά καλή συνταγή των διορισμών, των μονιμοποιήσεων των συμβασιούχων, της μείωσης των δασμών και της φορολογίας, αλλά και της πλήρους απουσίας κάποιου σχεδίου, σχετικά με την τόνωση της πραγματικής οικονομίας, την ανάπτυξη των κρίσιμων τομέων της Οικονομίας και τη διευθέτηση του Ασφαλιστικού, που πήγαινε γραμμή προς το γκρεμό. Όλοι οι πολιτικοί μας αποδείχθηκαν «οι Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας», εκμεταλλευόμενοι μια ευνοϊκή οικονομική συγκυρία που δεν είχε όμως στέρεες παραγωγικές ρίζες και βασιζόταν στον τομέα των υπηρεσιών, των φουσκωμένων τιμών των ακινήτων και του τουρισμού.
Έτσι αυτή η ιδεολογική «όσμωση» μεταξύ των δύο κομμάτων Εξουσίας καθιστούσε αδιάφορο για το μέσο Πολίτη ποιο τελικά θα ήταν το κόμμα που θα τον κυβερνούσε. Και τα δύο κόμματα έφτασαν να δανείζονται από το Εξωτερικό σα να μην υπήρχε αύριο, προσπαθώντας να ικανοποιήσουν τις πιέσεις των αριστερών αλλά και των δικών τους συνδικάτων για διαρκείς αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις και ασκώντας μια ανερμάτιστη «φιλολαϊκή» πολιτική, με την ελπίδα ότι όταν θα έσκαγε τελικά η βόμβα της Οικονομίας, αυτή θα ήταν στα χέρια του αντιπάλου.
Διαχρονικά, η Ελληνική Δεξιά κατατρύχεται από δύο ενοχικά σύνδρομα. Αυτό της νίκης της επί των Κομμουνιστών κατά τον Εμφύλιο και αυτό της 7χρονης Δικτατορίας των συνταγματαρχών, που για κάποιο λόγο πολλοί συμπολίτες μας έχουν προσάψει στη Δεξιά, ενώ όλοι γνωρίζουμε ότι είχαμε να κάνουμε με μια τερατογέννεση χωρίς ουσιαστική ιδεολογία, πέρα από ένα λυσσαλέο αντιδημοκρατισμό.
Οι Ιδεολογίες, αν έζησαν ποτέ, είχαν πια πεθάνει και το ζητούμενο ήταν μόνο η «κουτάλα» της Εξουσίας που θα έτρεφε τους ημέτερους επιχειρηματίες, δημοσιογράφους, καλλιτέχνες και γενικά κάθε «στυλοβάτη» της Εξουσίας.
(αύριο θα πιάσουμε το ρόλο της Αριστεράς)


Δημοσίευση: Μαρτίου 12, 2022
LIKE στη σελίδα μας στο FACEBOOK για να είστε πάντα ενημερωμένοι

0 Σχόλια για την ανάρτηση: "Κ. ΚΑΠΟΣ: Ο ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΔΕΞΙΑΣ"

Όποιος πιστεύει ότι θίγεται από κάποια ανάρτηση ή θέλει να απαντήσει αρκεί ένα απλό mail στο parakato.blog@gmail.com να μας στείλει την άποψή του για δημοσίευση ή επανόρθωση. Οι αναρτήσεις αφορούν αποκλειστικά πρόσωπα και καταστάσεις με δημόσιο χαρακτήρα και δεν αναφέρονται στην προσωπική ζωή κανενός που σεβόμαστε απολύτως. Δεν έχουμε προηγούμενα με κανέναν, δεν κρατάμε επόμενα για κανέναν.

Τα θέματα των αναρτήσεων δεν εκφράζουν απαραίτητα και τις απόψεις των διαχειριστών και των συντακτών του ιστολογίου μας. Τα σχόλια εκφράζουν τις απόψεις των σχολιαστών και μόνο αυτών.

Σχόλια που περιέχουν ύβρεις ή απρεπείς χαρακτηρισμούς διαγράφονται κατά τον έλεγχο από την ομάδα διαχείρισης. Ευχαριστούμε.

 
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ Copyright © 2010 | ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ | Converted by: Parakato administrator