ΑΡΧΑΙΑ ΘΕΑΤΡΑ ΚΑΙ ΣΤΑΔΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ (ΜΕΡΟΣ Γ’)

0


Το θέατρο και το στάδιο της αρχαίας Σικυώνας: Δύο εντυπωσιακά μνημεία με ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά γνωρίσματα, αντάξια της αίγλης της αρχαίας πόλης.


Εικόνα 1: Άποψη του θεάτρου της Σικυώνας, το οποίο θεωρείται σαν ένα από τα μεγαλύτερα αρχαία θέατρα του Ελληνικού χώρου, παρουσιάζοντας δομικές ομοιότητες με το θέατρο της Επιδαύρου.


Στο τρίτο μέρος της περιπλάνησης μας σε αρχαίες πόλεις του σημερινού νομού Κορινθίας, όπου εντοπίζονται θεατρικές και αθλητικές υποδομές, θα μεταβούμε στην αρχαία Σικυώνα (σημερινό Βασιλικό), για να γνωρίσουμε και να εξετάσουμε τα σωζόμενα κατάλοιπα του θεάτρου και του σταδίου, δύο πολύ αξιόλογων εγκαταστάσεων, που καταδεικνύουν την ευδαιμονία της αρχαιοελληνικής πολιτείας και το υψηλό επίπεδο διαβίωσης των πολιτών της.

Κατά την αρχαιότητα η Σικυωνία χώρα αποτελούσε ένα αυτοτελές και ανεξάρτητο κράτος. Οι αυτόχθονες κάτοικοι της κατόρθωσαν να απαλλαχτούν από την κηδεμονία του Άργους περί το 676 π. Χ.. Πρωτοστάτης του αυτονομιστικού κινήματος ήταν ο Ανδρέας, ένας πολίτης ταπεινής καταγωγής, αλλά έξυπνος και δραστήριος. Επίσης, διέθετε εξαιρετική ευγλωττία, ένα χάρισμα από το οποίο έλαβε το προσωνύμιο «Ορθαγόρας», όπως είναι περισσότερο γνωστός στην ιστορική βιβλιογραφία. Αυτός λοιπόν ο δεινός ρήτορας εξελίχτηκε σε ένα δυναμικό ηγέτη και επέβαλλε ένα καθεστώς τυραννίας(1), παίρνοντας στα χέρια του την διακυβέρνηση της Σικυώνας. Στην διάρκεια των εκατό και πλέον χρόνων της επονομαζόμενης δυναστείας των Ορθαγοριδών, η πόλη – κράτος τέθηκε σε μία τροχιά αλματώδους ανόδου της οικονομίας, που είχε λίαν επωφελές αντίκτυπο στο κοινωνικό και μορφωτικό υπόβαθρο του πληθυσμού, ενώ δόθηκε έμφαση στην ανάπτυξη των τεχνών και των γραμμάτων.


Εικόνα 2: Αεροφωτογραφία των οικοδομικών καταλοίπων του θεάτρου της αρχαίας Σικυώνας, στην οποία διακρίνονται καθαρά τα τρία βασικά μέρη του, το σκηνικό οικοδόμημα, η πεταλοειδής ορχήστρα και το ευρύ κοίλο του. (Πηγή φωτογραφίας: σύγγραμμα βιβλιογραφίας α/α 1, σελίδα 123).


Η Σικυώνα έφτασε στην μεγαλύτερη ακμή της κατά την περίοδο του τρίτου κατά σειρά τυράννου, του πολυπράγμονα Κλεισθένη (π. 600 – 560 π. Χ.), ο οποίος φημίζονταν για την σύνεση του, την ανδρεία του, το μεταρρυθμιστικό του πνεύμα και γενικότερα για τις ηγετικές ικανότητες του. Τότε εντάθηκε το εμπόριο μέσω της αξιοποίησης της ναυτιλίας και άνθισαν οι τέχνες σε ολόκληρο το φάσμα τους, ιδιαίτερα δε η γλυπτική και η ζωγραφική, σηματοδοτώντας την διαχρονική καλλιτεχνική έφεση των Σικυωνίων μέχρι το τέλος της αρχαιότητας. Μία από τις πολλές καινοτομίες του Κλεισθένη αφορούσε την καθιέρωση λατρευτικών εορτών αφιερωμένων στον θεό Διόνυσο περί το 595 π. Χ., καταργώντας τις εκδηλώσεις προς τιμήν του μυθικού βασιλιά Άδραστου, καθώς ήθελε να κόψει κάθε δεσμό με το Δωρικό Άργος(2). Στο πλαίσιο αυτό, ο τύραννος ανέθεσε στον πρωτοπόρο Σικυώνιο ποιητή Επιγένη, να τροποποιήσει τις ωδές των τραγικών χορών που αποδίδονταν στον Αργίτη ήρωα και να προσαρμόσει τα δρώμενα με επίκεντρο την Διονυσιακή λατρεία(3). Μάλιστα έχει διατυπωθεί ότι αυτή η θρησκευτική μεταρρύθμιση αποτέλεσε την γέννηση της τραγωδίας και μορφοποιήθηκε με τους αφηγηματικούς μιμητικούς διθυράμβους, που εμπνεύστηκε ο κιθαρωδός Αρίων στην αυλή του διάσημου τυράννου της Κορίνθου Περίανδρου (668 – 584 π. Χ.), περίπου το ίδιο χρονικό διάστημα. Με βάση την υπόψη αντίληψη, δεν είναι απίθανο να υποθέσουμε πως τα Διονυσιακά δρώμενα στην Σικυώνα τελούνταν σε μία ιδιότυπη εγκατάσταση για την εξυπηρέτηση των συμμετεχόντων και των θεατών ήδη από την Αρχαϊκή εποχή, ίσως σε ένα λυόμενο ξύλινο θέατρο, όπως εκτιμάται ότι ήταν οι πρώιμες κατασκευές για αυτό τον σκοπό. Ωστόσο, το συγκεκριμένο μέρος μάλλον δεν πρέπει να ταυτίζεται με το υφιστάμενο αρχαίο θέατρο της Σικυώνας, αφού ο αστικός ιστός στα χρόνια του Κλεισθένη και μέχρι τα τέλη του 4ου αιώνα π. Χ., εκτείνονταν στο πεδίο κάτω από το πλάτωμα του τωρινού αρχαιολογικού χώρου, επί του οποίου σχηματίζονταν η αρχική ακρόπολη της πολιτείας.


Εικόνα 3: Άποψη του θεάτρου της αρχαίας Σικυώνας από τα βορειοανατολικά. Η κατασκευή του χρονολογείται στην πρώιμη Ελληνιστική εποχή (τέλη 4ου – αρχές 3ου αιώνας π. Χ.).


Στις αρχές της Ελληνιστικής εποχής θα επέλθει μία ουσιώδης χωροταξική μεταβολή στην Σικυώνα, μέσα από την δίνη των αιματηρών πολέμων των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Κατά τους πρώτους μήνες του 303 π. Χ., ο βασιλιάς των Ασιατικών Μακεδονικών κτήσεων, ο ασυγκράτητος Δημήτριος ο Πολιορκητής (337 – 283 π. Χ.), επιτίθεται αιφνιδιαστικά και καταλαμβάνει την πόλη, εκδιώκοντας την φρουρά του αντιμαχόμενου βασιλιά της Αιγύπτου, Πτολεμαίου Α’ του Σωτήρος (367 – 283 π. Χ.), η οποία ήταν εγκατεστημένη εκεί από το 308 π. Χ.. Αφού αποκατέστησε το πολίτευμα και την αυτοδιοίκηση της, ο Μακεδόνας στρατηλάτης αποφάσισε να επανιδρύσει την Σικυώνα, πλέον πιο περιορισμένη σε έκταση αλλά σε πιο φυσικά οχυρή τοποθεσία, επιλέγοντας το υψίπεδο της πρώιμης ακρόπολης με τις απόκρημνες καταπτώσεις. Ο κύριος λόγος αυτής της μετατόπισης εικάζεται ότι ήταν η αδυναμία εξασφάλισης ικανοποιητικής άμυνας, καθόσον ο πληθυσμός της πόλης ενδέχεται να είχε ελαττωθεί αισθητά, με αποτέλεσμα να μην μπορούσε να επανδρωθεί επαρκώς η εκτενής περίμετρος των τειχών. Επιπλέον, το αναπεπταμένο και ακανόνιστα τριγωνικό άνδηρο της παλαιάς ακρόπολης είναι αρκετά ευρύ και το σχεδόν επίπεδο έδαφος του, προσφέρονταν για την πολεοδομική χάραξη με κανονικά οικοδομικά τετράγωνα, σύμφωνα με το δημοφιλές Ιπποδάμειο ρυμοτομικό σύστημα. Το μεγαλεπήβολο πρόγραμμα ανοικοδόμησης του Δημητρίου έγινε αποδεκτό με προθυμία από τους Σικυωνίους και κατά πάσα πιθανότητα ξεκίνησε άμεσα, ενώ στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό εκτιμάται ότι προβλέπονταν και η ανέγερση του μεγαλοπρεπούς θεάτρου. Ως καταλληλότερο μέρος για τις κατασκευαστικές προδιαγραφές μίας τέτοιας εγκατάστασης, κρίθηκε η επικλινής πλαγιά της ανατολικής πλευράς του υπερκείμενου διαδοχικού πλατώματος, πάνω στο οποίο θα διαμορφώνονταν η νέα ακρόπολη(4).


Εικόνα 4: Τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του υψιπέδου της Σικυώνας, όπου αποτυπώνεται το Ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα της Ελληνιστικής πόλης, με την ορθογώνια χάραξη των οδών και τα κανονικά οικοδομικά τετράγωνα, καθώς και οι θέσεις της αγοράς(1), του θεάτρου(2) και του σταδίου(3). (Πηγή σχεδίου: «The town planning of Hellenistic Sicyon», Lolos Υ., Gourley Β., Archäologischer Anzeiger Halbband, Deutches Archäologisches Institut, Athens, 2011).


Ωστόσο, ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν ότι ενδεχομένως το θέατρο να είχε ανεγερθεί κάπως νωρίτερα από την μεταφορά της Σικυώνας στο υψίπεδο της παλαιάς ακρόπολης ή τουλάχιστον να είχε ξεκινήσει ήδη η κατασκευή του στα τέλη του 4ου αιώνα π. Χ. και να ολοκληρώθηκε υπό την αιγίδα του Δημητρίου του Πολιορκητή στις αρχές του 3ου αιώνα π. Χ.. Το βασικό επιχείρημα είναι πως το οικοδόμημα δεν ευθυγραμμίζεται με το γεωμετρικό αστικό πλέγμα της Ελληνιστικής πόλης, ενώ από μία αμυδρή μεν αλλά όχι αμελητέα αρχαιολογική ένδειξη προδίδεται η παρουσία μίας προγενέστερης ξύλινης σκηνής, στα πέντε μέτρα μπροστά από την θεμελίωση του προσκηνίου. Σε κάθε περίπτωση η εκλογή της τοποθεσίας για την ανέγερση του ήταν απολύτως εύστοχη, καθόσον επέτρεπε την εκμετάλλευση του εδαφικού ανάγλυφου, μειώνοντας έτσι την έκταση των απαιτούμενων οικοδομικών εργασιών, προς κέρδος χρόνου και κόστους. Επίσης, αν και κάπως έκκεντρα, εντούτοις εντάχθηκε με ευχέρεια στον δημόσιο πολεοδομικό τομέα, όντας σε άμεση γειτνίαση με την αρχαία αγορά στα ανατολικά του και συνάδοντας με τα αρχαιοελληνικά χωροταξικά πρότυπα. Όταν περατώθηκε η ανέγερση του, το επιβλητικό θέατρο θα συνιστούσε το κυρίαρχο αρχιτεκτονικό ορόσημο της νεόδμητης Ελληνιστικής Σικυώνας, λόγω της δεσπόζουσας θέσης του, και θα προσέλκυε τα βλέμματα των πολιτών και επισκεπτών που κινούνταν προς την κατεύθυνση του. Η δε αποκλειστική αναγωγή της κατασκευής του κατά την επανίδρυση της πόλης από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή στα 303 π. Χ., είναι ίσως κάπως παρακινδυνευμένη, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν τεκμηριώνεται από κάποια γραπτή πηγή ή από μία απτή αρχαιολογική απόδειξη. Άρα λοιπόν, είναι πιο ενδεδειγμένο να χρονολογήσουμε το θεατρικό οικοδόμημα της Σικυώνας γενικότερα στο φάσμα της πρώιμης Ελληνιστικής εποχής (323 – 275 π. Χ.), συνεκτιμώντας το δεδομένο ιστορικό υπόβαθρο και την μορφολογική σύγκριση του με αντίστοιχες υποδομές της διαλαμβανόμενης περιόδου, κυρίως με το θέατρο της Επιδαύρου (ύστερος 4ος αιώνας π. Χ.), με το οποίο παρουσιάζει βασικές δομικές ομοιότητες.


Εικόνα 5: Άποψη του θεάτρου της αρχαίας Σικυώνας από τα νότια. Κοντά στην απόληξη του κοίλου, διακρίνεται η μία από τις δύο θολωτές διόδους (βορειοδυτική), από τις οποίες πραγματοποιούνταν η πρόσβαση των θεατών στο σωζόμενο διάδρομο του διαζώματος.


Πάντως, το θέατρο λειτουργούσε σίγουρα στα 251 π. Χ., όπως εξάγεται από την εξιστόρηση του αρχαίου βιογράφου Πλούταρχου. Εκεί συγκεντρώθηκαν ένα πρωινό οι κάτοικοι, γεμίζοντας ασφυκτικά τις κερκίδες του, υποκινούμενοι από μία απροσδιόριστη φήμη για ένα εξελισσόμενο πραξικόπημα. Πράγματι, ο εικοσαετής Σικυώνιος ευγενής Άρατος (271 – 213 π. Χ.), ορμώμενος από την εξορία, είχε επιτεθεί αιφνιδιαστικά και ανέτρεψε τον νέο τύραννο της πόλης Νικοκλή. Το ανήσυχο πλήθος στο θέατρο ανέλαβε να ενημερώσει ένας κήρυκας, ανακοινώνοντας πως ο Άρατος ο γιός του Κλεινία, προσκαλεί τους πολίτες προς την ελευθερία(5). Τότε λοιπόν έκανε για πρώτη φορά την εμφάνιση του στο ιστορικό στερέωμα, αυτός ο σπουδαίος πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης της Σικυώνας, την οποία και θα την προσκολλούσε στην Αχαϊκή Συμπολιτεία, ενώ θα αναδεικνύονταν σε έναν από τους δυναμικότερους στρατηγούς της τελευταίας. Μάλιστα, υπό μία έννοια, ο Άρατος συνδέθηκε διαχρονικά με το θέατρο της πόλης, καθώς επάνω στην σκηνή τοποθετήθηκε ο ανδριάντας του, πολύ πιθανόν αμέσως μετά τον θάνατο του, στον οποίο παριστάνονταν να κρατάει ασπίδα και που διατηρήθηκε καθ’ όλη την Ρωμαϊκή περίοδο, όπως μαρτυρείται από τον περιηγητή Παυσανία κατά την επίσκεψη του στην πόλη περί το 155 μ. Χ.(6).


Εικόνα 6: Τμήμα του κοίλου του αρχαίου θεάτρου. Διακρίνονται μερικές σειρές ανασκαμμένων εδωλίων με τα έμπροσθεν λίθινα καθίσματα της προεδρίας και η νοτιοανατολική θολωτή δίοδος.


Το θεατρικό οικοδόμημα της Σικυώνας εκτιμάται ότι ήταν ένα από τα μεγαλύτερα του είδους του στον Ελληνικό κόσμο την περίοδο της κατασκευής του. Για την διαμόρφωση του έγινε συνδυασμός δύο τεχνικών, δηλαδή πλήρης εκμετάλλευση του βραχώδους ανάγλυφου του εδάφους με εκτεταμένη λάξευση και ταυτόχρονα τοιχοποιία με χρήση δόμων από εγχώριο πέτρωμα, που προέρχονταν από τα λατομεία της περιοχής(7), αλλά και εισαγόμενα μαρμάρινα μέλη. Το ημικυκλικό κοίλο του έχει βορειοανατολικό προσανατολισμό και καλύπτει το συνολικό κάθετο ύψος των 25 μέτρων της φυσικής πλαγιάς μεταξύ των πλατωμάτων της Κλασσικής και Ελληνιστικής ακρόπολης, ενώ η μέγιστη διάμετρος του φθάνει τα 125 μέτρα, διαθέτοντας ένα βάθος 58,41 μέτρων, όπως μετρήθηκε από το πίσω μέρος των κατώτατων καθισμάτων της προεδρίας. Επιπλέον το ανάπτυγμα της καμπύλης του διαγράφει ένα τόξο 204ο, καταλήγοντας στα κατάλοιπα των ισχυρών αναλημματικών τοίχων επί των απολήξεων του κοίλου, οι οποίοι κατασκευάστηκαν για να αποτρέψουν την εδαφική αποσάθρωση. Με βάση την υπολογισθείσα διάσταση του βάθους, ο Αμερικάνος αρχαιολόγος Andrew Fossum, που ερεύνησε το θέατρο της Σικυώνας στα 1898, συμπέρανε ότι πιθανότατα το κοίλο διαχωρίζονταν οριζόντια σε τρεις ενότητες από δύο διαζώματα, μία εκδοχή που είναι κοινώς αποδεκτή και ταιριάζει απόλυτα με μία διαφαινόμενη ισοκατανομή του χώρου των καθημένων για λόγους ομοιομορφίας και αισθητικής συμμετρίας.


Εικόνα 7: Κατά πάσα πιθανότητα, το κοίλο του αρχαίου θεάτρου διαχωρίζονταν οριζόντια σε τρεις ενότητες από δύο διαζώματα. Στην φωτογραφία διακρίνονται τα κατάλοιπα του λίθινου στηθαίου του πρώτου διαζώματος πάνω από τις σειρές των αποκαλυφθέντων εδωλίων.


Από τις μέχρι σήμερα διενεργηθείσες ανασκαφές στο κοίλο, έχουν εντοπιστεί τα κατάλοιπα του ενός διαζώματος με στηθαίο από λίθινες πλάκες και ανοιχτό αγωγό αποχέτευσης κατά μήκος αυτού, ενώ έχουν αποκαλυφθεί τμηματικά οι 8 πρώτες σειρές εδωλίων (καθισμάτων) και η εμπρόσθια σειρά των θέσεων της προεδρίας. Σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά δεδομένα, στο τμήμα κάτω από το διακρινόμενο διάζωμα σχηματίζονταν 20 σειρές εδωλίων συνηθισμένου τύπου και διαχωρίζονταν σε 15 σφηνοειδείς κερκίδες από 16 κλίμακες. Αναλογικά εκτιμάται πως και τα άλλα δύο διαδοχικά διαζώματα είχαν παρόμοια διαρρύθμιση, με τον συνολικό αριθμό των εδωλίων να υπολογίζεται σε 60 σειρές και των κερκίδων να ανέρχεται σε 40 σφήνες. Τα περισσότερα από τα εδώλια του κοίλου, ειδικά πάνω από το πρώτο διάζωμα, εικάζεται ότι ήταν λαξευμένα στο βραχώδες υπόστρωμα, αλλά αυτή η αντίληψη θα επιβεβαιωθεί μόνο μέσα μία συστηματική ανασκαφή, αφού το υπόλοιπο τμήμα του καλύπτεται από επιχώσεις αρκετού πάχους. Όσον αφορά την σειρά των θέσεων της προεδρίας, που προορίζονταν για τα επίσημα πρόσωπα της Σικυώνας (ιερείς, άρχοντες, στρατηγούς και άλλους αξιωματούχους), αποτελούνταν από 13 ξεχωριστά καθίσματα λαξευμένα σε μονολιθικό Κορινθιακό πέτρωμα και τοποθετημένα στο μέτωπο των κερκίδων (πλην των ακραίων). Το μέσο μήκος αυτών των τιμητικών «θρόνων» είναι 2,45 μέτρα και διέθεταν πλάτες και βραχίονες, που τα τελειώματα τους έφεραν επιμελημένη ανάγλυφη διακόσμηση από σπειρώματα(8).


Εικόνα 8: Η νοτιοανατολική θολωτή δίοδος στο κοίλο, μήκους 16 μέτρων, που αποτελούσε μία από τις δύο κύριες εισόδους των θεατών.


Στο θέατρο της αρχαίας Σικυώνας συναντάμε και μία χαρακτηριστική αρχιτεκτονική ιδιομορφία. Στα άκρα του πρώτου διαζώματος ανοίγονται δύο λίαν εντυπωσιακές θολωτές δίοδοι, μήκους 16 μέτρων, πλάτους 2,55 μέτρων και ύψους 2,60 μέτρων, οι οποίες στήριζαν τις τεχνητές απολήξεις του κοίλου και συνιστούν εξαιρετικά και σπάνιο δείγματα αψιδωτής δόμησης της Ελληνιστικής εποχής. Είναι κατασκευασμένες από τετραγωνισμένους ογκόλιθους ίδιων διαστάσεων, προσαρμοσμένους χωρίς κονίαμα, ακολουθώντας το ισοδομικό σύστημα τοιχοποιίας. Αυτά τα τεχνητά τοξωτά περάσματα αποτελούσαν και τις κύριες εισόδους των θεατών, δίνοντας πρόσβαση στην κάτω και στην μεσαία ενότητα, ενώ η προσέγγιση στην επάνω ενότητα των κερκίδων φαίνεται ότι διενεργούνταν είτε απευθείας πλευρικά μέσω του διαδρόμου του δεύτερου διαζώματος, είτε από τα νώτα, καθόσον η κλίση του εδάφους είναι ομαλή και δεν παρουσιάζεται κάποιο κάθετο εμπόδιο. Επίσης, η μετάβαση του φιλοθεάμονος κοινού στο κοίλο μπορούσε να γίνει από το μέρος της ορχήστρας μέσω των δύο αντικριστών παρόδων, για τις οποίες θα αναφερθούμε και παρακάτω. Όμως ποια ήταν η χωρητικότητα του θεατρικού οικοδομήματος της Σικυώνας; Αν και δεν είναι δυνατόν να υπολογιστεί με ασφάλεια, θεωρείται ότι ενδεχομένως να ξεπερνούσε τα 13.000 – 14.000 άτομα, όπως προκύπτει από την σύγκριση του με αντίστοιχες υποδομές ανάλογου μεγέθους(9). Πάντως οι ευρείες διαστάσεις του κοίλου του υποδηλώνουν ότι ήταν αρκετά μεγάλο για να φιλοξενήσει όχι μόνο όλους τους πολίτες που ζούσαν εντός των αστικών τειχών, αλλά και πολλούς ακόμα που κατοικούσαν στην Σικυωνία χώρα.


Εικόνα 9: Η βορειοδυτική θολωτή δίοδος στο κοίλο, η οποία υποστυλώθηκε πρόχειρα την περίοδο 2006 – 2007 και χρήζει περαιτέρω αποκατάστασης.


Η ορχήστρα του Ελληνιστικού θεάτρου είχε σχήμα πεταλοειδές, καταλαμβάνοντας τα 2/3 ενός όχι τέλειου κύκλου με διάμετρο 24,04 μέτρα και πλησιάζοντας την αντίστοιχη διάσταση του θεάτρου της Επιδαύρου που ανέρχεται στα 24,32 μέτρα. Το δε δάπεδο της καλύπτονταν από πατημένο χώμα, ενώ στο κέντρο αυτής θα ήταν τοποθετημένος και ο προβλεπόμενος βωμός του θεού Διονύσου, η επονομαζόμενη «θυμέλη». Ο χορός εισέρχονταν στην ορχήστρα από τις πλευρικές παρόδους, πλάτους 4,80 μέτρων, που σχηματίζονταν ανάμεσα στις απολήξεις του κοίλου και του σκηνικού οικοδομήματος. Σε αυτές έχουν εντοπιστεί τα κατάλοιπα λίθινων κατωφλιών και παραστάδων, με διαφαινόμενα ίχνη ανάγλυφης διακόσμησης στην κορυφή τους, στοιχεία που υποδηλώνουν σαφώς την ύπαρξη πυλαίων εισόδων με διπλές θύρες, παραπλήσιες με εκείνες του θεάτρου της Επιδαύρου.

Η στεγανότητα της ορχήστρας εξασφαλίζονταν από ένα υποδειγματικό αποχετευτικό δίκτυο. Μία πλατιά τάφρος, πλάτους περί το 1,25 μέτρο και βάθους 1,00 μέτρου, διέτρεχε την πεταλοειδή περιφέρεια της διαχωρίζοντας την από τα καθίσματα της προεδρίας. Αυτή η αυλάκωση γεφυρώνονταν με λίθινες πλάκες, πλάτους 0,75 μέτρων, στα σημεία ανταπόκρισης με τις ανοδικές κλίμακες του κοίλου, ενώ στα ενδιάμεσα τμήματα της παρέμενε μάλλον ακάλυπτη και ενώνονταν στα δύο άκρα της με έναν εγκάρσιο αβαθή αγωγό, που έβαινε παράλληλα με τον τοίχο του προσκηνίου. Έπειτα τα όμβρια ύδατα εκτιμάται ότι διοχετεύονταν σε ένα τρίτο υπόνομο, πλάτους 0,65 μέτρων και εκτιμώμενου βάθους γύρω στα 2 μέτρα, που ξεκινούσε από το κέντρο της ορχήστρας και εκτείνονταν κάπως λοξά δεξιά επί του κάθετου άξονα του, κάτω από το μέσο του σκηνικού οικοδομήματος, και ο οποίος εικάζεται πως συνδέονταν με έναν εξωτερικό οχετό στα ανατολικά του θεάτρου. Σχετικά με αυτόν τον κάθετο μερικώς υπόσκαφο αγωγό, αρκετοί ερευνητές διατείνονται ότι εκτός από τον διαφαινόμενο αποχετευτικό ρόλο του, εξυπηρετούσε και υποκριτικούς σκοπούς, λαμβάνοντας υπόψη τον εντοπισμό μίας κλίμακας πρόσβασης στον πυθμένα του. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την ελκυστική θεώρηση λειτουργούσε ως υπόγειο μυστικό πέρασμα, επιτρέποντας την αθέατη κίνηση των ηθοποιών, οι οποίοι μπορούσαν να εμφανίζονται αιφνιδιαστικά στην ορχήστρα, υποδυόμενοι νεκρούς ή χθόνιες θεότητες, ανάλογα με την πλοκή της θεατρικής παράστασης. Τέτοιες κρυφές σήραγγες έχουν ανακαλυφθεί στα Ελληνιστικά θέατρα της Κορίνθου και του Άργους. Όμως στην περίπτωση της Σικυώνας, το ζήτημα μίας υποκριτικής χρήσης του κάθετου υπονόμου δεν έχει αποσαφηνιστεί και επικρατεί η γνώμη της καθαρά αποχετευτικής χρήσης του.


Εικόνα 10: Άποψη της ορχήστρας και του σκηνικού οικοδομήματος. Με κόκκινα βέλη επισημαίνονται τα ορατά μέρη της περιφερειακής αποχετευτικής τάφρου.


Το σκηνικό οικοδόμημα του θεάτρου της αρχαίας Σικυώνας είναι μία αρκετά περίπλοκη κατασκευή, καθώς πραγματοποιήθηκε επεξεργασία μίας βραχώδους έξαρσης και προσαρμόστηκε αρμονικά το ανάγλυφο του εδάφους στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό των Ελληνιστικών χρόνων. Αφού διατηρήθηκαν βραχώδη τα άκρα, λαξεύτηκε το μεσαίο τμήμα έως το επίπεδο της ορχήστρας για να κτιστεί η κυρίως σκηνή, μέγιστων οριζόντιων διαστάσεων 24,50 Χ 12,10 μέτρων περίπου, με ισοδομική τοιχοποιία από κατεργασμένους ογκόλιθους. Το κτίσμα ήταν διώροφο και έφερε πλούσιο ανάγλυφο και γλυπτό διάκοσμο, διαθέτοντας εσωτερική διαμερισμάτωση τεσσάρων αιθουσών τουλάχιστον στο ισόγειο, ενώ είχε τέσσερις κίονες Ιωνικού ρυθμού στην πρόσοψη του πάνω ορόφου του. Μπροστά του εκτείνονταν η υπερυψωμένη εξέδρα ενός μακρόστενου προσκηνίου πλάτους 2,15 μέτρων, που στηρίζονταν σε δεκαέξι κολώνες και είχε μικρά πλευρικά δωμάτια παρασκηνίων(10). Η μετατροπή του Κλασσικού χαμηλότερου προσκηνίου ουσιαστικά σε εξώστη, όπου έδιναν πλέον την παράσταση τους οι ηθοποιοί, ήταν μία καινοτομία της Ελληνιστικής εποχής και αποκαλούνταν επισκήνιο ή λογείο. Στο σκηνικό οικοδόμημα της Σικυώνας, η μετάβαση στο επισκήνιο και στο εσωτερικό του ορόφου του διενεργούνταν από τα βραχώδη άκρα, καθώς πάνω στο καθένα από αυτά είχαν λαξευτεί από δύο συμμετρικοί κεκλιμένοι αναβαθμοί (ράμπες), ένα κατασκευαστικό γνώρισμα πλάγιας πρόσβασης που απαντάται και στο θέατρο της Επιδαύρου.


Εικόνα 11: Άποψη των καταλοίπων του σκηνικού οικοδομήματος. Με τα κόκκινα βέλη επισημαίνονται οι δύο κεκλιμένοι αναβαθμοί (ράμπες), μέσω των οποίων παρέχονταν πρόσβαση στο επισκήνιο και στο εσωτερικό του ορόφου. Αντίστοιχη λαξευμένη διαρρύθμιση υπήρχε και στο έναντι βραχώδες άκρο.


Το κυρίως κτίσμα της σκηνής δέχτηκε δυο διακριτές ανακαινίσεις κατά την Ρωμαϊκή περίοδο (146 π. Χ. – 324 μ. Χ.), όπως υποδηλώνεται από τις δομικές ενδείξεις. Η πρώτη τροποποίηση έγινε περί τον 1ο αιώνα π. Χ. και περιλάμβανε την ανοικοδόμηση του τοίχου της εξωτερικής πλευράς (προς την αρχαία αγορά) με πλινθοδομή τύπου «opus incertum», αλλά και την δημιουργία μίας στοάς απαρτιζόμενης από δεκαπέντε λίθινους κίονες, Δωρικού ρυθμού, μπροστά από αυτόν. Σε μία δεύτερη ανακατασκευή ίσως στον 3ο αιώνα π. Χ., αντικαταστάθηκε το Ελληνιστικό επισκήνιο και προσκήνιο με ένα χαμηλότερο κτιστό λογείο (λατινικά: «pulpitum»), ύψους γύρω στα 3 - 3,10 μέτρα, προκειμένου να ταιριάζει απόλυτα με τα Ρωμαϊκά πρότυπα, το οποίο επεκτάθηκε σχεδόν έως το νοητό χείλος του κοίλου, μειώνοντας τον χώρο της ορχήστρα, που προσέλαβε πλέον ημικυκλικό σχήμα. Με αυτή την επέμβαση καταργήθηκε η πρόσοψη του Ελληνιστικού προσκηνίου και αντικαταστάθηκε από έναν εσωτερικό τοίχο με τρεις θύρες, εκ των οποίων η μεσαία ήταν διπλή.


Εικόνα 12: Το νοτιοανατολικό βραχώδες άκρο του σκηνικού οικοδομήματος. Περίπου ο μισός όγκος του μετατράπηκε με λάξευση σε ένα τετράγωνο δωμάτιο. Διακρίνεται το κατώφλι της θύρας του στο μέσο του μετωπικού τοίχου.


Ιδιαίτερο ενδιαφέρουν παρουσιάζουν τα βραχώδη άκρα του σκηνικού οικοδομήματος, που πλαισιώνουν το κτίσμα της κυρίως σκηνής, καθώς τα τμήματα τους πίσω από τους διπλούς κεκλιμένους αναβαθμούς, διαμορφώθηκαν με λάξευση σε χρηστικά μέρη της εγκατάστασης. Στην νοτιοανατολική γωνία διακρίνεται ένα τετράγωνο ευρύχωρο δωμάτιο, εσωτερικών διαστάσεων 9,05 Χ 7,88 μέτρων, που το κατώτερο τμήμα του είχε κοπεί απευθείας στο βραχώδες ανάγλυφο, ενώ η ανωδομή του πιθανότατα να ήταν κτιστή. Στο δε μέσο του μετώπου του ανοίγεται το κατώφλι μίας θύρας εύρους 1,25 μέτρων. Η διάπλαση του ανάγεται στην αρχική οικοδομική φάση του θεάτρου κατά την πρώιμη Ελληνιστική εποχή και ενδεχομένως να αποτελούσε έναν επιπρόσθετο αποθηκευτικό χώρο. Σε μία σχετική μελέτη του στα 1905, ο αρχαιολόγος Andrew Fossum αναφέρει ότι αυτό το τετράγωνο δωμάτιο φαίνεται να μην ολοκληρώθηκε ποτέ ως δομή, παραθέτοντας ταυτόχρονα και την εκδοχή ότι ίσως να προορίζονταν ως ιδιότυπος περίβολος για την προσωρινή φύλαξη των ζώων, που χρησιμοποιούνταν περιστασιακά στις παραστάσεις. Ένα ανάλογο μεγάλο ορθογώνιο λάξευμα διαγράφεται και στην συζυγή βορειοανατολική γωνία του σύνθετου σκηνικού οικοδομήματος, χωρίς να είναι βέβαιο αν συνιστούσε ένα δεύτερο παράπλευρο δωμάτιο στην Ελληνιστική οικοδομική φάση. Πάντως, στην Ρωμαϊκή περίοδο κατασκευάστηκε εδώ μία διακοσμητική κρήνη με ημικυκλικό σχήμα και τοίχωμα καλυμμένο με υδραυλικό κονίαμα, διαθέτοντας μία κιονοστοιχία από τέσσερις κολώνες στο μέτωπο της. Το νερό διοχετεύονταν σε αυτήν προφανώς από ένα πήλινο αγωγό, που συνδέονταν με μία αυλάκωση λαξευμένη στο βραχώδες επίπεδο υπόστρωμα και κατέληγε σε μία μικρή δεξαμενή πίσω από το ημικυκλικό τοίχωμα, από το οποίο ανάβλυζε μέσω ενός κρουνού στο κέντρο του.


Εικόνα 13: Τα κατάλοιπα της ημικυκλικής Ρωμαϊκής κρήνης στην βορειοανατολική γωνία του σκηνικού οικοδομήματος.


Σύμφωνα με τον Andrew Fossum η γενικότερη αρχιτεκτονική δομή του θεάτρου της Σικυώνας είναι αρμονική, ένα χαρακτηριστικό που φανερώνει ότι πιθανότατα βασίστηκε σε ένα και μόνο πρωτότυπο σχεδιαστικό υπόδειγμα. Μερικές αδιόρατες παρεκκλίσεις στην εκτέλεση του ίσως να οφείλονται σε εναλλασσόμενους εργολήπτες ή στο γεγονός ότι το έργο παρατάθηκε για μακρό χρονικό διάστημα. Άλλωστε ακόμα και οι δύο οικοδομικές τροποποιήσεις της σκηνής και του προσκηνίου στην Ρωμαϊκή περίοδο δεν άλλαξαν δραματικά την αυθεντική μορφή του. Ο Fossum αντιπαραβάλλοντας το θέατρο της Σικυώνας με εκείνο την Επιδαύρου διαπίστωσε σημαντικές χωροταξικές ομοιότητες, ως προς τα παρασκήνια, τους πλευρικούς κεκλιμένους αναβαθμούς (ράμπες), τις μνημειακές εισόδους των παρόδων και την παρουσία μεγάλων γωνιακών δωματίων στο σκηνικό οικοδόμημα. Σταθμίζοντας αυτά τα γνωρίσματα, ο Αμερικάνος αρχαιολόγος αποφαίνεται μάλλον συνετά, ότι οι κατασκευαστές αυτών των δύο εγκαταστάσεων θα πρέπει να ήταν εξοικειωμένοι ο ένας με την εργασία του άλλου, εξυπονοώντας πως ενδεχομένως να προέρχονταν από την ίδια αρχιτεκτονική σχολή. Επιπλέον, μέσα από την συγκριτική εξέταση των δομικών στοιχείων, εκτιμά ότι το θέατρο της Σικυώνας είναι προγενέστερο της Επιδαύρου, του οποίου η θεμελίωση χρονολογείται στα τέλη του 4ου αιώνα π. Χ., μία γνώμη που απομακρύνει περισσότερο την περίπτωση της ανέγερσης του πρώτου με υπόδειξη του Δημήτριου του Πολιορκητή, ενισχύοντας την αντίληψη ότι προηγείται ελαφρώς χρονικά του προγράμματος ανοικοδόμησης της πόλης στα 303 π. Χ..


Εικόνα 14: Το σκηνικό οικοδόμημα όπως αποκαλύφθηκε κατά τις ανασκαφές στα 1887 από τους αρχαιολόγους της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών των Αθηνών. (πηγή φωτογραφίας: https://commons.wikimedia.org/wiki/Category: Ancient Greek theatre Sicyon).


Δεν είναι γνωστό πότε έπαψε να λειτουργεί το θέατρο της Σικυώνας. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η αυλαία του έπεσε για τελευταία φορά μεταξύ των τελών του 4ου και των αρχών του 5ου αιώνα μ. Χ., όταν οι υποκριτικές παραστάσεις θεωρήθηκαν ανάρμοστες με το πνεύμα της νέας λατρείας, του ραγδαίως ανερχόμενου Χριστιανισμού, καθώς αντανακλούσαν εκφάνσεις της αντίπαλης Εθνικής θρησκείας των αρχαίων Ελλήνων. Η δε οριστική εγκατάλειψη του ίσως να επήλθε έπειτα από ένα ολέθριο συμβάν. Κατά τις πρώτες ανασκαφές την δεκαετία του 1880, στο σκηνικό οικοδόμημα και γύρω από το μέρος της ημικυκλικής κρήνης, ανακαλύφθηκαν ποσότητες στάχτης και κομμάτια από καμένο ασβέστη, καθώς και πολυάριθμες ποσότητες πήλινων θραυσμάτων, που ανήκαν στην κεραμοσκεπή της οροφής. Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν μία πιθανή καταστροφή της θεατρικής εγκατάστασης από πυρκαγιά. Στην απερήμωση συντέλεσε και η επακόλουθη σταδιακή λιθολόγηση του μνημείου, για προσπορισμό έτοιμου οικοδομικού υλικού για ανέγερση ιδιωτικών οικημάτων. Καθώς πλέον περνούσε στο «χρονοντούλαπο» της ιστορίας, τα μέρη του σκεπάστηκαν και από επιχωματώσεις, αλλά ήταν πάντοτε έκδηλο το περίγραμμα του και ο όγκος του σκηνικού οικοδομήματος, που έμοιαζε με γήλοφο. Τα ερείπια της αρχαίας Σικυώνας τα επισκέφτηκαν διάφοροι διακεκριμένοι ξένοι περιηγητές του 19ου αιώνα, όπως ο Βρετανός στρατιωτικός και αρχαιόφιλος William Martin Leake (1777 – 1860), ο Γερμανός ιστορικός και αρχαιολόγος Ernst Curtius (1814 – 1896), ο επίσης Γερμανός αρχαιολόγος Conrad Bursian (1830 – 1883) και άλλοι. Στα οδοιπορικά τους δεν παραλείπουν να παραθέσουν μία σύντομη περιγραφή του θεάτρου, μένοντας εντυπωσιασμένοι από τις θολωτές διόδους του κοίλου, Μάλιστα ορισμένοι σχεδίασαν με αρκετή πιστότητα την κάτοψη του, ενώ κάποιοι από αυτούς ερμηνεύουν ορισμένες φορές κατά την κρίση τους τα επιφανειακά κατάλοιπα.


Εικόνα 15: Τα καθίσματα της προεδρίας και τα πρώτα εδώλια του κοίλου του θεάτρου, όπως και τμήμα της ημικυκλικής αποχετευτικής τάφρου της ορχήστρας, όπως αποκαλύφθηκαν στις ανασκαφές του 1887. (Πηγή φωτογραφίας: σύγγραμμα βιβλιογραφίας α/α 2, plate VII).


Οι πρώτες συστηματικές ανασκαφές στο υψίπεδο της αρχαίας Σικυώνας διενεργήθηκαν από την Αμερικανική Σχολή Κλασσικών Σπουδών των Αθηνών (ΑΣΚΣΑ) κατά την διάρκεια των ετών 1886 – 1898, υπό την διεύθυνση διαφόρων αξιόλογων καθηγητών(11). Το κύριο αντικείμενο τους ήταν το θέατρο φέρνοντας στο φως το σκηνικό οικοδόμημα, την ορχήστρα και τις κατώτερες τρεις σειρές εδωλίων και τους θρόνους της προεδρίας. Οι εργασίες επαναλήφθηκαν περιοδικά από τις αρχές του 20ου αιώνα με μέριμνα της Ελληνικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, επεκτεινόμενες στον χώρο της αγοράς της αρχαίας πόλης, αρχικά από τον υφηγητή αρχαιολογίας Αλέξανδρο Φιλαδελφέα (1920 – 1926), τον αρχαιολόγο και αρχιτέκτονα Αναστάσιο Ορλάνδο (1933 – 1941 και 1951 – 1954) και την έφορο αρχαιοτήτων Καλλιόπη Κρυστάλλη – Βότση (1982 – 1988). Από αυτή την μακρά ανασκαφική πορεία μεταξύ άλλων εντοπίστηκαν ένας ναός, το βουλευτήριο, το γυμνάσιο – παλαίστρα, μια επιμήκης στοά και αποκαλύφθηκε τμήμα του κοίλου της θεατρικής εγκατάστασης(12). Αξιοσημείωτο είναι ότι παρά την εμφανή ακαταλληλότητα του, στο θέατρο της Σικυώνας λάμβαναν χώρα παραστάσεις και μουσικές εκδηλώσεις έως το έτος 2000, όταν με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού απαγορεύτηκε η παραχώρηση του για καλλιτεχνικά δρώμενα(13).


Εικόνα 16: Άποψη της κατάστασης του θεάτρου της αρχαίας Σικυώνας πριν από τις ανασκαφές της δεκαετίας του 1980. (Πηγή φωτογραφίας: μελέτη βιβλιογραφίας α/α 5, σελίδα 147).


Μεταξύ των ετών 2004 και 2009, στα πλαίσια του ερευνητικού προγράμματος «Sikyon Survey Project (SSP)»(14) και υπό την καθοδήγηση του καθηγητή αρχαιολογίας Γιάννη Λώλου, αναλήφθηκε η εκπόνηση μίας τοπογραφικής, γεωφυσικής και αρχαιολογικής μελέτης της δομής του μνημείου. Σε αυτήν εξετάζεται το αρχαίο θέατρο όχι σαν ένα μεμονωμένο οικοδόμημα αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος, αλλά σαν μέρος του σύγχρονου περιβάλλοντος τοπίου και προτείνεται μία προκαταρτική ανακατασκευή της επιφάνειας του κοίλου. Παράλληλα, την περίοδο 2006 – 2007, με μέριμνα και αυτεπιστασία της οικείας Εφορείας Αρχαιοτήτων Κορινθίας (τότε ΛΖ’ ΕΠΚΑ), έγιναν εργασίες αποκατάστασης – αναστήλωσης στην νοτιοανατολική θολωτή δίοδο στο κάτω διάζωμα και υποστυλώθηκε προσωρινά η δεύτερη δίοδος στα βορειοδυτικά, που παρουσιάζει κίνδυνο κατάρρευσης(15).

Από το 2009 ξεκίνησε μία φιλόδοξη προσπάθεια με πρωτοβουλία του σωματείου «Διάζωμα»(16), για την σταδιακή ανάπλαση και προβολή του θεάτρου της αρχαίας Σικυώνας, με απώτερο στόχο την επαναλειτουργία του για την διεξαγωγή παραστάσεων και την ομαλή ένταξη του στην σύγχρονη πολιτιστική πραγματικότητα(17). Η πρόταση έτυχε της ανάλογης ανταπόκρισης από τους αρμόδιους πολιτειακούς φορείς και το έτος 2013 εγκρίθηκε από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ) η εναρκτήρια αρχιτεκτονική μελέτη για το μνημείο, που εντάχθηκε σε ένα επταετές πρόγραμμα ανακατασκευής. Σύμφωνα με τον προϊστάμενο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κορινθίας και καθηγητή αρχαιολογίας Κωνσταντίνο Κίσσα, ο οποίος είναι και ο γενικός συντονιστής της υπεύθυνης επιστημονικής ομάδας, το εγχείρημα αποσκοπεί στην συνολική προστασία και διάσωση του θεάτρου, στην ανάδειξη της αρχιτεκτονικής ταυτότητας του, στην αποκατάσταση της λειτουργικότητάς του, στην προετοιμασία του μνημείου για ασφαλή υποδοχή επισκεπτών και τέλος στην απόδοσή του στην τοπική κοινωνία, έτσι ώστε να χρησιμοποιηθεί εκ νέου για την διενέργεια θεατρικών παραστάσεων. Στις εργασίες περιλαμβάνονται η ανάκτηση της αρχαίας στάθμης της ορχήστρας, η συμπλήρωση – αναστήλωση του κάτω κοίλου συμπεριλαμβανομένου του διαδρόμου – διαζώματος για την κίνηση των θεατών – επισκεπτών, η σήμανση των ανοδικών κλιμάκων, η αναστήλωση της βορειοδυτικής θολωτής διόδου, και η κάλυψη του άνω κοίλου με την παράλληλη δημιουργία διαδρομών και σημείων θέασης.


Εικόνα 17: Από το έτος 2013 το θέατρο της αρχαίας Σικυώνας έχει ενταχθεί σε ένα πρόγραμμα αποκατάστασης, με επιζητούμενο σκοπό να αναδειχθεί το μνημείο και να λειτουργήσει εκ νέου μελλοντικά για την διενέργεια θεατρικών παραστάσεων και άλλων εκδηλώσεων.


Η Α’ φάση του προγράμματος αποκατάστασης του αρχαίου θεάτρου άρχισε να υλοποιείται αμέσως το έτος 2013, την οποία ανέλαβαν να χρηματοδοτήσουν η Περιφερειακή Ενότητα Κορινθίας και ο Δήμος Σικυωνίων καταβάλλοντας το ποσό των 100.000 ευρώ έκαστος φορέας από ιδίες δαπάνες. Επίσης, το σωματείο «Διάζωμα» προσέφερε μία ευγενική χορηγία ύψους 10.000 ευρώ, την οποία κατάφερε να συγκεντρώσει αποκλειστικά για τον συγκεκριμένο σκοπό, συνεχίζοντας την προσπάθεια για συλλογή επιπλέον χρηματικών δωρεών. Σε αυτή την ουσιαστικά προπαρασκευαστική φάση, πραγματοποιήθηκαν για τα επόμενα δύο έτη (2014 – 2015) και για διάστημα συνολικά οκτώ μηνών, διερευνητικές ανασκαφικές τομές στοχευμένες σε καίριες θέσεις σε όλη την έκταση της θεατρικής εγκατάστασης, διενεργήθηκαν εργασίες συντήρησης και δρομολογήθηκαν τοπογραφικές και αρχιτεκτονικές αποτυπώσεις του μνημείου. Ωστόσο, όπως τόνισε ο έφορος Κωνσταντίνος Κίσσας σε σχετική συνέντευξη του, ο προϋπολογισμός του έργου είναι πολύ υψηλός, καθώς μόνο για την ανασκαφική έρευνα και τις μελέτες απαιτείται το ποσό του 1 εκατομμυρίου ευρώ, ενώ για την ολοκλήρωση των αναστηλώσεων και των συντηρήσεων είναι απαραίτητη η διάθεση πιστώσεων 5 ή 6 εκατομμυρίων ευρώ. Το πρόγραμμα αποκατάστασης φαίνεται να έχει ανασταλεί τα τελευταία χρόνια ή τουλάχιστον να μην προχωράει με τον επιθυμητό ρυθμό, μάλλον εξαιτίας της έλλειψης συναφών κονδυλίων, ως απόρροια της δυσμενούς δημοσιοοικονομικής κρίσης που μαστίζει την χώρα μας. Ας ελπίσουμε ότι έστω και μακροπρόθεσμα, να βρεθούν τμηματικά οι χρηματικοί πόροι για την απρόσκοπτη συνέχιση και περάτωση των αναστηλωτικών εργασιών και να «ξαναζωντανέψει» το αρχαίο θέατρο φιλοξενώντας παραστάσεις αρχαιοελληνικού δράματος και άλλες εκδηλώσεις πολιτιστικού περιεχομένου. Την τρέχουσα χρονική περίοδο (Μάϊος 2017), δυστυχώς το μνημείο παραμένει κλειστό, όπως άλλωστε και το Αρχαιολογικό Μουσείο Σικυώνας, εξαιτίας της αδυναμίας πρόσληψης αρχαιοφυλάκων και οι χώροι του δεν είναι προσβάσιμοι από κοντά στον αρχαιόφιλο επισκέπτη, ο οποίος μπορεί να θαυμάσει τα κατάλοιπα του επιβλητικού οικοδομήματος μόνο εξ’ αποστάσεως.


Εικόνα 18: Άποψη του νοτιοανατολικού τοίχου του τρίπλευρου αναλήμματος της αφετηρίας του σταδίου της αρχαίας Σικυώνας.


Μία ακόμα εντυπωσιακή εγκατάσταση της αρχαίας Σικυώνας είναι το στάδιο, το οποίο εκτείνεται στα βορειοδυτικά του θεάτρου και σε απόσταση μόλις 30 μέτρων. Όμως πριν προχωρήσουμε στην περιγραφή του και στην παρουσίαση των σωζόμενων ερειπίων του, θα κάνουμε μία αναδρομή στην μακραίωνη αθλητική παράδοση της αρχαίας πόλης, καθόσον αυτές οι δραστηριότητες είναι απολύτως συνυφασμένες με τις υποδομές που διεξάγονται. Οι ρίζες της διοργάνωσης αθλητικών αγώνων στην Σικυώνα ανάγονται στην Αρχαϊκή περίοδο και ειδικότερα στις αρχές του 6ου αιώνα π. Χ.. Τότε ο περίφημος τύραννος της πόλης Κλεισθένης, είχε συμμαχήσει με τους Αθηναίους και τους Θεσσαλούς, καταλαμβάνοντας τις πόλεις Κρίσα και Κίρρα, στα πλαίσια του λεγόμενου Α’ Ιερού πολέμου (595 – 586 π. Χ.) για τον έλεγχο του μαντείου των Δελφών. Μέσα από την ερμηνεία των ιστορικών πηγών, συμπεραίνεται ότι πιθανότατα μετά την λήξη της σύρραξης στα 586 π. Χ., ο Κλεισθένης αναδιοργάνωσε την εκδήλωση των Δελφικών Πυθίων, εισάγοντας στο πρόγραμμα και γυμνικά αγωνίσματα, κατά το πρότυπο των Ολυμπιακών αγώνων. Ωστόσο, θέσπισε και τα Σικυώνια Πύθια ως ξεχωριστή αθλητική και λατρευτική εκδήλωση, είτε γιατί ήθελε να απονείμει ιδιαίτερο φόρο τιμής στον θεό Απόλλωνα, είτε για να προσδώσει γόητρο στην πρωτεύουσα της επικράτειας του. Οι δύο ομώνυμες διοργανώσεις μάλλον δεν διεξάγονταν ταυτόχρονα, αφού ο Κλεισθένης αναφέρεται ως νικητής σε αρματοδρομία των Δελφικών Πυθίων του 582 π. Χ., ενώ αναδείχθηκε και ολυμπιονίκης στο τέθριππο κατά την 52η Ολυμπιάδα του 572 π. Χ.. Η περιοδικότητα, ο χώρος τέλεσης και το τελετουργικό των Σικυωνίων Πυθίων είναι άγνωστα, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε βάσιμα ότι το αθλητικό πρόγραμμα θα περιλάμβανε τα συνήθη αγωνίσματα, όπως στάδιο, δίαυλο, δόλιχο, πένταθλο, πυγμαχία, πάλη και παγκράτιο. Μάλιστα, λόγω της έφεσης του τυράννου της πόλης στις αρματοδρομίες, είναι βέβαιο ότι θα συγκαταλέγονταν και ιππικοί αγώνες, όπως το τέθριππο, η συνωρίδα, ίππος κέλης και άλλα(18).


Εικόνα 19: Άποψη του σταδίου από την κορυφή της σφενδόνης. Με κόκκινο βέλος επισημαίνεται η τεχνητή προέκταση του στίβου. Η αρχαία αθλητική υποδομή καλύπτεται δέντρα και χαμηλή βλάστηση, ενώ η αυθεντική επιφάνεια του στίβου βρίσκεται κάτω από ένα στρώμα επιχώσεων.


Μέσα από την διήγηση του Ηροδότου, υποδηλώνεται η δημιουργία μόνιμων αθλητικών υποδομών στην Σικυώνα από τον ίδιο τον Κλεισθένη. Μόλις νίκησε στην προαναφερθείσα Ολυμπιάδα του 572 π. Χ., ο Σικυώνιος ηγεμόνας ανακοίνωσε στο συγκεντρωμένο πλήθος ότι προσκαλούσε όποιον Έλληνα θεωρούσε τον εαυτό του άξιο να γίνει γαμπρός του, να έρθει και να παραμείνει στην πόλη του για ένα έτος, έτσι ώστε να διαλέξει τον καταλληλότερο για σύζυγο της μονάκριβης κόρης του Αγαρίστης. Στο πνεύμα της φιλοξενίας και για να διευκολύνει την διαδικασία επιλογής, ο Κλεισθένης κατασκεύασε ένα «δρόμο» και μία παλαίστρα, προκειμένου να γυμνάζονται οι επίδοξοι μνηστήρες, αλλά και για έχουν την δυνατότητα να επιδεικνύουν τις αθλητικές ικανότητες και την σωματική ρώμη τους, διαγωνιζόμενοι άτυπα μεταξύ τους(19). Ίσως λοιπόν, αυτός ο αναφερόμενος ως «δρόμος» να μεταβλήθηκε μετέπειτα σε κανονικό στίβο ενός πρώιμου σταδίου στην πόλη της Αρχαϊκής και Κλασσικής εποχής στο πεδινό μέρος, αποτελώντας πλέον την σταθερή έδρα των Σικυωνίων Πυθίων.


Εικόνα 20: Τα κατάλοιπα του αναλημματικού τοίχου της βορειοδυτικής μακράς πλευράς του κοίλου. Η ογκολιθική τοιχοποιία του είναι τραπεζοειδής.


Όταν ο Δημήτριος ο Πολιορκητής επανίδρυσε την Σικυώνα στο πλάτωμα της παλαιάς ακρόπολης στα 303 π. Χ., θεωρήθηκε μάλλον δίκαια από τους πολίτες ως μέγας ευεργέτης και του απέδωσαν ισόθεους τιμές, μετονομάζοντας την πόλη σε «Δημητριάδα». Επιπλέον, καθιέρωσαν ετήσιες εορταστικές εκδηλώσεις και αγώνες για τον τιμήσουν ως κτήτορα, με την επωνυμία «Δημήτρια». Η επικρατούσα εκδοχή είναι ότι το υφιστάμενο αρχαίο στάδιο θεμελιώθηκε με μέριμνα του Μακεδόνα στρατηλάτη, ενταγμένο στον ανανεωτικό οικοδομικό σχεδιασμό των πολεοδόμων του. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι επρόκειτο για ένα αρχιτεκτονικό έργο πελώριας κλίμακας, το οποίο απαιτούσε μία πρωτοφανή και πολυέξοδη εκσκαφή στο μεγαλύτερο μέρος της έκτασης του, που μπορούσε να αναληφθεί μόνο με δαπάνες ενός μεγιστάνα, όπως ήταν ο Δημήτριος, ικανοποιώντας την ματαιοδοξία του και εξασφαλίζοντας την υστεροφημία του στην περιοχή. Ωστόσο, η ακανόνιστη τραπεζιοειδής τοιχοποιία των σωζόμενων αναλημμάτων αντί της δημοφιλούς ισοδομικής τεχνικής, που χρησιμοποιούνταν κατά κόρον την Ελληνιστική εποχή, όπως συμβαίνει με τα κτιστά μέρη του θεάτρου, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ή έστω την υποψία μίας κάπως παλαιότερης αναγωγής. Επιπρόσθετα, από τις αρχαίες πηγές εξάγεται το συμπέρασμα ότι η Σικυώνα υπήρξε μία κραταιά πόλη – κράτος από την δυναστεία των Ορθαγοριδών και εξής, στην οποία ανθούσαν διαχρονικά οι τέχνες πάσης φύσεως, κάτι που από μόνο του συνιστά ένα έμμεσο πειστήριο σφριγηλής οικονομίας, καθιστώντας εφικτή την δυνατότητα της ανέγερσης του σταδίου από τους ίδιους τους Σικυωνίους σε προγενέστερο χρόνο. Εν αναμονή λοιπόν, μίας επισταμένης αρχαιολογικής έρευνας στην τοποθεσία, μέσω της οποίας θα έρθουν στο φως ακράδαντες αποδείξεις, είτε τεχνοτροπικές, είτε επιγραφικές, η περίπτωση της κατασκευής του κατά την ανοικοδόμηση της Σικυώνας από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή θα πρέπει να γίνεται αποδεκτή με μία δόση σκεπτικισμού.


Εικόνα 21: Δορυφορική αποτύπωση του χώρου του σταδίου, όπου επισημαίνονται ενδεικτικά τα μέρη του. (1α): Πεταλοειδής σφενδόνη κοίλου, (1β): Βορειοδυτική μακρά πλευρά κοίλου, (1γ): Νοτιοανατολική μακρά πλευρά κοίλου, (2): Αγωνιστικός στίβος, (3): Τρίπλευρη αναλημματική κατασκευή της προέκτασης του στίβου, (4α): Εντοπισμένα κατάλοιπα λίθινης αφετηρίας, (4β): Πιθανή γραμμή τερματισμού, (5α): Κατάλοιπα ΒΔ αναλημματικού τοίχου, (5β): Κατάλοιπα ΝΑ αναλημματικού τοίχου.


Ο Δημήτριος πέθανε στα 283 π. Χ. και η ιδιαίτερη σχέση του με την Σικυώνα σύντομα πέρασε στην λήθη, η οποία έπαψε να αποκαλείται ως «Δημητριάδα» και απέκτησε και πάλι την πατροπαράδοτη ονομασία της, ενώ σταμάτησε και ο εορτασμός των «Δημητρίων». Πάντως, από μία επιγραφή που βρέθηκε στο μαντείο των Δελφών(20), πληροφορούμαστε ότι στην πόλη εξακολούθησαν να διεξάγονται αγώνες, περιλαμβάνοντας γυμνικά και ιππικά αγωνίσματα, αλλά και μουσικούς διαγωνισμούς. Μάλιστα χαρακτηρίζονταν ως «Ισοπύθιοι», υπονοώντας ότι το πρόγραμμα τους ήταν ανάλογο με τα Δελφικά Πύθια. Στους δε νικητές απονέμονταν ένα στεφάνι ως συμβολικό έπαθλο. Οι εκδηλώσεις προφανώς λάμβαναν χώρα στο στάδιο και στο παρακείμενο στο θέατρο, πλην των ιππικών αγώνων, που πρέπει να γίνονταν σε κάποιο χώρο ιπποδρομίου. Όμως ίσως να διοργανώνονταν περιστασιακά από τους Σικυωνίους, ως επισφράγιση μίας συμμαχίας ή ως ενός σημαντικού γεγονότος.

Μετά τον θάνατο του Άρατου, του διακεκριμένου Συκιωνίου στρατηγού της Αχαϊκής Συμπολιτείας, στα 213 π. Χ., οι συμπολίτες του τον ενταφίασαν σε ιδιαίτερο μαυσωλείο εντός των τειχών της, στο οποίο έδωσαν την επωνυμία «Αράτειο». Έκτοτε τον τιμούσαν ως ήρωα τουλάχιστον έως τις αρχές του 2ου αιώνα μ. Χ., όπως εξιστορεί ο Πλούταρχος(21) που έζησε εκείνη την εποχή, επιτελώντας θυσίες στην μνήμη του δύο φορές τον χρόνο, κατά την επέτειο των γενεθλίων του και την ημέρα που απελευθέρωσε την πόλη από τον τύραννο Νικοκλή. Την δεύτερη εορτή την προσαγόρευαν «Σωτήρια» και από την περιγραφή του τελετουργικού, εικάζεται ότι ενδεχομένως να διεξάγονταν παιδικοί και εφηβικοί αθλητικοί αγώνες καθαρά τοπικής εμβέλειας.


Εικόνα 22: Άποψη της βορειοδυτικής πλευράς από τρίπλευρης αναλημματικής κατασκευής της προέκτασης του στίβου, ακανόνιστης τραπεζοειδούς λιθοδομής.


Το 146 π. Χ. η Κόρινθος ισοπεδώθηκε από τις Ρωμαϊκές λεγεώνες του ύπατου Λεύκιου Μόμμιου και έσβησε από τον χάρτη για ένα περίπου αιώνα. Αυτή η καταστροφή είχε άμεσο αντίκτυπο στο ιερό του Ποσειδώνος στην Ισθμία, το οποίο απώλεσε την προστάτιδα πόλη του, με συνέπεια η διοργάνωση των Πανελλήνιων αγώνων των Ισθμίων να αναληφθεί από την Σικυώνα(22) και σίγουρα το στάδιο της πόλης θα γνώρισε ημέρες λαμπρής δόξας. Ωστόσο, η Κόρινθος επανασυστήθηκε ως Ρωμαϊκή αποικία το 44 π. Χ. και η συγκεκριμένη αθλητική εκδήλωση πρέπει να επανήλθε στην φυσική της έδρα μεταξύ των ετών 7 π. Χ. και 3 μ. Χ., όταν η νέα πολιτεία στους πρόποδες του Ακροκορίνθου είχε αναπτυχθεί πλήρως και είχε αποκτήσει την απαραίτητη οικονομική ευρωστία για διενέργεια αγώνων ευρείας κλίμακας. Πάντως, στο στάδιο της Σικυώνας εκτιμάται ότι διεξάγονταν ακόμα αγώνες τουλάχιστον έως τον 3ο αιώνα π. Χ., στα πλαίσια των εκδηλώσεων με την επωνυμία «Καισάρεια», που ήταν αφιερωμένες στον εκάστοτε Ρωμαίο αυτοκράτορα, όπως συνάγεται από δύο επιγραφές που ανακαλύφθηκαν στους Δελφούς(23). Έπειτα από αυτό το χρονικό σημείο δεν ανιχνεύεται καμία αθλητική δραστηριότητα στην Σικυώνα. Έχει διατυπωθεί ότι την ύστερη Ρωμαϊκή περίοδο το στάδιο πιθανόν να χρησιμοποιήθηκε ως αρένα μονομαχιών, χωρίς καμία απολύτως ένδειξη, μία αντίληψη που προς το παρόν ανήκει στην σφαίρα της εικοτολογίας. Με το πέρασμα στην πρώιμη Βυζαντινή εποχή (τέλη 4ου αιώνα μ. Χ.), η εγκατάσταση φαίνεται ότι ερημώνεται πλήρως. Ο χώρος λειτουργεί ως ένα υποτυπώδες λατομείο και υφίσταται εκτεταμένη λιθολόγηση, εξυπηρετώντας τις οικιστικές ανάγκες των κατοίκων, μία διαδικασία που συνεχίζονταν έως και τους νεότερους χρόνους. Μάλιστα, πριν από λίγες δεκαετίες το πεδίο του αρχαίου στίβου ανήκε σε ιδιώτες και καλλιεργούνταν, μέχρι την οριστική απαλλοτρίωση του, καθώς και μικρών εκτάσεων εκατέρωθεν αυτού.


Εικόνα 23: Τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της περιοχής της αρχαίας Σικυώνας από τον William Martin Leake στα 1806. Ο Βρετανός περιηγητής παρατήρησε εύστοχα ότι το κοίλο του σταδίου ήταν παρόμοιο με εκείνο της αρχαίας Μεσσήνης. (Πηγή σχεδίου, «Travels in the Morea», vol. III, plate 4).


Παρά την εγκατάλειψη του και την κάλυψη του με βλάστηση και καλλιέργειες, η ταυτότητα του αρχαίου σταδίου μπορούσε εύκολα να προσδιοριστεί, αφού διατήρησε το αρχιτεκτονικό σχήμα του, όπως άλλωστε συνέβαινε και στην περίπτωση του παρακείμενου θεάτρου. Έτσι λοιπόν, επισημαίνεται από πολλούς περιηγητές του 19ου αιώνα, από τους οποίους ξεχωρίζουν ο Βρετανός στρατιωτικός William Martin Leake, που επισκέφτηκε την Σικυώνα στις 24 Απριλίου του 1806 και ο Γάλλος αρχιτέκτονας Guillaume Abel Blouet (1795-1853), εξέχων μέλος της Γαλλικής επιστημονικής αποστολής στον Μοριά (Expédition Scientifique de Morée) στα 1828, καθώς από τα συγγράμματα τους αντλούμε πολύτιμες πληροφορίες για την κατάσταση του μνημείου εκείνη την εποχή. Μολονότι οι συστηματικές ανασκαφικές εργασίες στην τοποθεσία της αρχαίας Σικυώνας άρχισαν στα 1886 και συνεχίστηκαν περιοδικά κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα, όπως έχει προαναφερθεί, εντούτοις το στάδιο δεν έτυχε της δέουσας προσοχής, ούτε ερευνήθηκε έστω και αποσπασματικά μέσω δοκιμαστικών τομών. Μόνο ο Αναστάσιος Ορλάνδος φαίνεται ότι ασχολήθηκε κάπως πιο ενδελεχώς με τα κατάλοιπα του, εστιάζοντας στην τοπογραφική αποτύπωση του χώρου και στον τρόπο δομής των σωζόμενων αναλημματικών τοίχων. Μόλις το έτος 2009, ως μέρος του προγράμματος επιφανειακής έρευνας «Sikyon Survey Project (SSP)», πραγματοποιήθηκε χαρτογραφική καταγραφή με GPS και διασκόπηση του εδάφους με την χρήση σύγχρονων γεωφυσικών μηχανημάτων, σε έκταση πάνω από το μισό της επιφάνειας της αρχαίας υποδομής, με επιβλέποντα τον Γιάννη Λώλο, καθηγητή αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Θεσσαλίας(24). Οι εργασίες παρείχαν την δυνατότητα του υπολογισμού των τεχνικών διαστάσεων του στίβου, με την μεγαλύτερη εφικτή προσέγγιση, και της σύνταξης μίας πρότασης γραφικής αποκατάστασης της οριοθέτησης του κοίλου.


Εικόνα 24: Τοπογραφικός χάρτης του αρχαιολογικού χώρου της Σικυώνας, εκπονημένος από τον Guillaume Abel Blouet, υπεύθυνου του τμήματος αρχιτεκτονικής και γλυπτικής της Γαλλικής επιστημονικής αποστολής στον Μοριά στα 1828. (Πηγή σχεδίου: ιστότοπος http://el.travelogues.gr).


Το αρχαίο στάδιο της Σικυώνας δεν έχει ακόμα αποκαλυφθεί μέσω μίας ανασκαφικής δραστηριότητας και η εκτενής λατόμευση του στο παρελθόν σε συνδυασμό με την μακροχρόνια διάβρωση κατά μήκος του κοίλου του, έχουν αλλοιώσει σε μεγάλο βαθμό την αυθεντική δομή του. Ωστόσο από την εξέταση των ορατών καταλοίπων του και με βάση τα πορίσματα των σύγχρονων ερευνών και μελετών, θα επιδιώξουμε να προβούμε με ορισμένες παραδοχές, σε μία συνοπτική περιγραφή της ενδεικτικής αρχιτεκτονικής του μορφής, προκειμένου να καταδείξουμε ότι ήταν ένα άρτιο έργο με ιδιότυπα χαρακτηριστικά. Ο προσανατολισμός του σταδίου είναι βορειοανατολικός, σε εμφανή παραλληλισμό με το διπλανό θέατρο και το συνολικό μήκος του άξονα του ανέρχεται στα 245 μέτρα. Συνήθως για την κατασκευή των αρχαιοελληνικών σταδίων, είτε ιδανικά επιλέγονταν φυσικές κοιλότητες ανάμεσα σε δύο επικλινή πρανή, τα οποία με κατάλληλη διευθέτηση προορίζονταν για κάθονται οι θεατές, είτε διαρρυθμίζονταν ανάλογα ένας μόνο επιμήκης γήλοφος και απέναντι του ορθώνονταν ένα τεχνητό ανάχωμα καταλήγοντας να ενώνεται με αυτόν. Όμως στην περίπτωση του σταδίου της Σικυώνας, ο στίβος και η σφενδόνη διαμορφώθηκαν κατά τα 2/3 με εκσκαφή, αξιοποιώντας πλήρως την υψομετρική διαφορά μεταξύ των εδαφικών ανδήρων της αγοράς και της Ελληνιστικής ακρόπολης.


Εικόνα 25: Άποψη του αρχαίου σταδίου από το επίπεδο του στίβου προς την σφενδόνη. Με κόκκινο βέλος επισημαίνεται τμήμα του χωματόδρομου, που διέρχεται κατά μήκος του μέσου της νοτιοανατολικής μακράς πλευράς.


Το κοίλο (ή «θέατρον») του σταδίου της Σικυώνας, όπου κάθονταν το φίλαθλο κοινό, ακολουθεί το συμβατικό αρχιτεκτονικό πρότυπο των αρχαιοελληνικών σταδίων, καθώς σχηματίζεται από ένα πεταλοειδές νοτιοδυτικό άκρο, την κοινώς λεγόμενη σφενδόνη, και δύο προεκτεινόμενες μακρές πλευρές. Οι τελευταίες κατέληγαν σε δύο ισχυρούς αναλημματικούς τοίχους, τραπεζοειδούς λιθοδομής από κατεργασμένους ογκόλιθους, οι οποίοι διατηρούνται ακόμα μέχρι το διακριτό ύψος των 4 δόμων. Η δε μέγιστη χωρητικότητα του κοίλου υπολογίζεται σε 17.500 άτομα. Δεν γνωρίζουμε με απόλυτη σαφήνεια αν διέθετε εδώλια και σε ποια έκταση, παρότι από την περιγραφή του William Martin Leake προσλαμβάνεται η εντύπωση ότι στα πρανή των πλευρών του υπήρχαν λίθινα καθίσματα, αλλά δεν καταλάμβαναν όλο το μήκος τους, τα οποία μάλιστα φαίνεται ότι διασώζονταν στις αρχές του 19ου αιώνα(25). Όμως, αυτή η μαρτυρία ίσως στην πραγματικότητα να είναι παρελκυστική στην διατύπωση της, καθόσον ο Βρετανός περιηγητής εξετάζει το κοίλο συνολικά σαν θέσεις καθημένων και όχι ως σειρές εδωλίων. Το πιθανότερο είναι ότι οι ευθύγραμμες πλευρές και η σφενδόνη, να διαμορφώνονταν ως διαδοχικοί τεχνητοί αναβαθμοί καθ’ ύψος για να στέκονται οι θεατές, όπως στο στάδιο της Ισθμίας, ενώ ίσως να ήταν τοποθετημένα κάπου μερικά λίθινα καθίσματα για τις ανάγκες της προεδρίας ή αποσπασματικά σε κάποιο τμήμα του, όπως στην Νεμέα(26).


Εικόνα 26: Τα κατάλοιπα του ισχυρού αναλημματικού τοίχου στο τέλος της νοτιοανατολικής μακράς πλευρά του κοίλου, ο οποίος διατηρείται σε ένα ύψος 4 δόμων.


Το κοίλο στη Σικυώνα παρουσιάζει μία ενδιαφέρουσα ιδιομορφία. Είναι ανισοσκελές, με την νοτιοανατολική πλευρά του να είναι μεγαλύτερη από την βορειοδυτική περίπου κατά 24 μέτρα. Εκείνος που παρατήρησε πρώτος αυτή την ιδιαιτερότητα ήταν ο Leake, ο οποίος θεώρησε σωστά ότι το στάδιο προσομοιάζει με το αντίστοιχο της Μεσσήνης. Μολονότι η άποψη του αμφισβητήθηκε έντονα, εντούτοις τελικά δικαιώθηκε από την σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα, καθόσον διαπιστώθηκε ότι το στάδιο της αρχαίας Μεσσηνιακής πόλης ήταν όντως ανισοσκελές. Η δε ασυμμετρία των ευθύγραμμων πρανών στο κοίλο της Σικυώνας, φαίνεται ότι δεν επιλέχτηκε αναγκαστικά λόγω διακοπτόμενου εδάφους, αλλά είχε σχεδιαστεί εσκεμμένα κατ’ αυτόν τον τρόπο στο πρωτότυπο αρχιτεκτονικό πλάνο της εγκατάστασης.

Ποιος όμως ήταν ο σκοπός που εξυπηρετούσε αυτή η ανισοσκελής διαρρύθμιση; Έχουν προταθεί διάφορες εύλογες εξηγήσεις, που επικεντρώνονται στην λειτουργική εκμετάλλευση του ελεύθερου χώρου μετά το τέλος της βορειοδυτικής πλευράς και την μορφολογική συμπλήρωση του σταδίου. Ενδεικτικά, ο αρχιτέκτονας Δημήτριος Μπάρτζης σε μία εξαιρετική εργασία του για το αρχαίο στάδιο, παραθέτει ότι θα μπορούσε να υπήρχε εκεί μία εξέδρα για τους επισήμους, ιερείς, άρχοντες και τους πρεσβευτές των άλλων πόλεων, υπό τύπο προεδρίας ή ένας βωμός ή ένα κρηναίο οικοδόμημα ή κάποιο λατρευτικό κτίριο, όπως ένας ναΐσκος ή ένα Ηρώον(27). Επίσης, ενδεχομένως να σχετίζεται με την μετάβαση των αθλητών στον στίβο. Ίσως στην συγκεκριμένη θέση να είχε κατασκευαστεί μία θολωτή δίοδος, η οποία να επικαλύπτονταν με χώμα, χρησιμεύοντας ως «κρυπτή είσοδος» για τους αγωνιζόμενους και τους Ελλανοδίκες, οι οποίοι παρουσιάζονταν μέσα από αυτή υπό τις επευφημίες των θεατών, κατά το υπόδειγμα του σταδίου της Νεμέας, λαμβάνοντας υπόψη ως έμμεσο ενισχυτικό στοιχείο, την παρουσία των δύο θολωτών διόδων στο θέατρο της Σικυώνας. Αν βέβαια ισχύει μία τέτοια εκδοχή, τότε θα πρέπει να αναζητηθεί και το κτίριο του αποδυτηρίου, το οποίο λογικά θα πρέπει να βρίσκονταν σε κοντινή απόσταση πίσω από την «κρυπτή είσοδο». Σε κάθε περίπτωση, η απάντηση για την επιλογή των άνισων πλευρών στην Σικυώνα θα δοθεί μόνο μέσα από μία μεθοδική ανασκαφή.


Εικόνα 27: Άποψη τμήματος του βορειοανατολικού μετωπικού τοίχου της τεχνητού ανδήρου, η κατασκευή του οποίου ήταν επιβεβλημένη για να αποκτήσει ο στίβος το επιθυμητό μήκος.


Στο στάδιο της Σικυώνας αναγνωρίζεται και ένα δεύτερο ιδιότυπο δομικό χαρακτηριστικό, το οποίο καθιστά το μνημείο μοναδικό ως προς τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του. Η νοτιοανατολική απόληξη του στίβου συνίσταται από ένα ευμέγεθες τεχνητό άνδηρο, σχήματος «Π», που κρίθηκε απαραίτητη προέκταση για να αποκτήσει αυτός το προβλεπόμενο μήκος. Οι τρεις αναλημματικοί τοίχοι του είναι κατασκευασμένοι από επεξεργασμένους ογκόλιθους, με μικρότερους σφηνοειδείς λίθους στα κενά των αρμών, κατά το ακανόνιστο τραπεζοειδές σύστημα δόμησης και το χωμάτινο γέμισμα πιθανότατα προέρχεται από μία ποσότητα των εκσκαφών διαμόρφωσης του αγωνιστικού χώρου. Το τεχνητό άνδηρο περικλείει μία επιφάνεια 626,15 τετραγωνικών μέτρων και οι οριζόντιες διαστάσεις των πλευρών του είναι 23,34 μέτρα (βορειοδυτική) Χ 34,37 μέτρα (βορειοανατολική) Χ 23,24 μέτρα (νοτιοανατολική), ενώ ένας πρόσθετος τοίχος αντιστήριξης στρέφεται από τον λαιμό του αναλήμματος προς τα νοτιοανατολικά για περίπου 13 μέτρα. Το δε ύψος του βορειοανατολικού μετωπικού τοίχου ανέρχεται στα 6,30 μέτρα. Η όλη δομή αποπνέει μία αίσθηση πλαστικότητας, αφού και οι τρεις πλευρές εμφανίζουν μία καμπυλότητα προς τα μέσα, έτσι ώστε τα τοιχώματα να αντέχουν στις ασκούμενες πιέσεις του χωμάτινου γεμίσματος και να εξασφαλίζεται η επιθυμητή στατικότητα. Η τρίπλευρη αναλημματική κατασκευή, όπως έχει επικρατήσει να επονομάζεται, αποτελεί το ιδιαίτερο σχεδιαστικό γνώρισμα του σταδίου της Σικυώνας, όντας κυριολεκτικά ένα εξαιρετικό δείγμα αρχαίας υποστηρικτικής τεχνικής.


Εικόνα 28: Άποψη του νοτιοανατολικού τοίχου της τρίπλευρης αναλημματικής κατασκευής του στίβου. Στην φωτογραφία διακρίνεται η εσωτερική κύρτωση που εμφανίζει η λιθοδομή. Ανάλογη καμπυλότητα έχει δοθεί και στις άλλες δύο πλευρές έτσι ώστε να συγκρατούνται οι ασκούμενες πιέσεις του χωμάτινου γεμίσματος.


Ωστόσο, κάποιος αμύητος επισκέπτης προσεγγίζοντας την τοποθεσία του αρχαίου σταδίου, νομίζει ότι τα διακρινόμενα μεγαλιθικά ερείπια ανήκουν σε μία αόριστη οχύρωση ή ένα μεμονωμένο μνημειώδες κτίσμα. Αυτή η στρεβλή αντίληψη στάθηκε η αιτία μίας δελεαστικής, πλην όμως εντελώς ανυπόστατης φημολογίας. Στις 28 Απριλίου 1877, δημοσιεύτηκε στο Αγγλικό περιοδικό «The Graphic», μία γκραβούρα της νοτιοανατολικής γωνίας του τρίπλευρου αναλήμματος του στίβου, φιλοτεχνημένη από τον περιηγητή Τζον Φενέ, με την παραπλανητική λεζάντα «Κατάλοιπα μίας κυκλώπειας πυραμίδας κοντά στην Σικυώνα». Από τότε αρκετοί ερευνητές, που γοητεύονταν από την ανακάλυψη μυστηριωδών πυραμιδοειδών κτισμάτων στον Ελληνικό χώρο, αναζητούσαν την χαμένη πυραμίδα της Σικυώνας, χωρίς να μπορούν να την εντοπίσουν. Μάλιστα, αυτή η παραφιλολογία συνεχίστηκε και στην σύγχρονη εποχή, καθώς η επίμαχη απεικόνιση αναπαράχθηκε στη νεότερη έκδοση «‘‘1842 – 1885. Ελλάδα, ιστορική, εικονογραφημένη. Μια πλήρης συλλογή ιστορικών, τοπογραφικών και καλλιτεχνικών ντοκουμέντων. Με 280 γκραβούρες εποχής’’, Αθήνα, Nikolas Books, 1984», αλλά και στην πραγματεία «‘‘Πυραμίδες στην Ελλάδα’’, σελίδα 76, εκδόσεις ‘‘Αίολος’’, Αθήνα, 1995», όπου εκφράζεται μία συγκρατημένη επιφύλαξη για το ζήτημα από τον συγγραφέα Χρήστο Δ. Λάζο.


Εικόνα 29: Γκραβούρα του 1877, όπου τα κατάλοιπα της τρίπλευρης αναλημματικής κατασκευής του στίβου, παρουσιάζονται εσφαλμένα ως τα απομεινάρια μίας κυκλώπειας πυραμίδας κοντά στην Σικυώνα. (Πηγή εικόνας: ιστότοπος http://el.travelogues.gr).


Το επίπεδο του στίβου στην Σικυώνα εκτιμάται ότι βρίσκεται κάτω από ένα στρώμα επιχώσεων έως και 4 μέτρων, αλλά από την σάρωση του εδάφους με γραδιόμετρο κατά την γεωφυσική έρευνα, προέκυψαν ορισμένα στοιχεία, τα οποία μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε μία ενδεικτική εικόνα ως προς το περίγραμμα του. Σύμφωνα με τις εξειδικευμένες μετρήσεις το πλάτος του υπολογίζεται σε 28 μέτρα και το συνολικό μήκος του σε περίπου 198 μέτρα, ενώ το μήκος του καθαρά αγωνιστικού χώρου πρέπει να αναλογεί σε 183,06 μέτρα(28). Το τελευταίο μέγεθος εξάγεται από την αναγωγή του μήκους μίας μονής διαδρομής ενός μετρικού σταδίου, διαιρούμενου σε 600 μετρικούς πόδες, με βάση έναν προτεινόμενο Σικυώνιο πόδα της τάξης 0,3051 του μέτρου. Η παρατηρούμενη διαφορά μεταξύ συνολικού και αγωνιστικού μήκους του στίβου, υποδεικνύει την σκόπιμη διαρρύθμιση σε επιπλέον εδαφικούς τομείς στα άκρα του, για λόγους ασφαλείας των δρομέων κατά την επιβράδυνση στον τερματισμό τους. Επίσης, στην διερευνητική σάρωση εντοπίστηκε μια ευδιάκριτη γραμμή σε ένα μήκος πάνω από 107 μέτρα, η οποία πιθανότατα ανταποκρίνεται στην όδευση της λίθινης αυλάκωσης της περιμετρικής υδρορροής, με τις τετράγωνες λεκάνες καθίζησης λάσπης, που πλαισίωνε τον αγωνιστικό χώρο, για την παροχή πόσιμου νερού στους αθλητές και στους θεατές. Αυτό το σύστημα ύδρευσης πρέπει να τροφοδοτούνταν από μία υπόγεια θολωτή δεξαμενή, που ανακαλύφθηκε πάνω από το στάδιο.


Εικόνα 30: Οι διατηρούμενοι πακτωμένοι πωρόλιθοι της λίθινης αφετηρίας (βαλβίδας), κοντά στην βορειοδυτική πλευρά του τρίπλευρου αναλήμματος. Στον δεξιά πωρόλιθο διακρίνεται μία εκ των υποδοχών για την στερέωση των πασσάλων που καθόριζαν τις θέσεις των θεατών. (Πηγή φωτογραφίας: μελέτη βιβλιογραφίας α/α 7, σελίδα 119, πίνακας 11).


Από τα οργανικά μέρη του μη ανασκαμμένου στίβου στο στάδιο της Σικυώνας, έχουν ταυτοποιηθεί τα κατάλοιπα της λίθινης αφετηρίας (βαλβίδας) επί της τρίπλευρης αναλημματικής κατασκευής και σε απόσταση 5,25 μέτρων από τον βορειοανατολικό μετωπικό τοίχο. Πρόκειται για έξι πακτωμένους πωρόλιθους κοντά στην βορειοδυτική πλευρά, μέσου πλάτους 0,50 – 0,60 του μέτρου, που φέρουν υποδοχές με διαφαινόμενη μολυβδοχόηση για την στερέωση των πασσάλων, οι οποίοι καθόριζαν τις θέσεις των αθλητών, ενώ άλλος ένας πωρόλιθος παρόμοιων διαστάσεων βρίσκεται πλησίον της απέναντι πλευράς. Στις απολήξεις της αφετηρίας εντοπίζονται τα υπολείμματα δύο λίθινων προεξοχών, όπου προσαρμόζονταν το πλαίσιο της ύσπληγας, δηλαδή του μηχανισμού άφεσης των δρομέων. Από την μακραίωνη έκθεση τους στις καιρικές συνθήκες, οι πωρόλιθοι έχουν υποστεί εκτεταμένη διάβρωση, με αποτέλεσμα να μην διακρίνονται ίχνη λαξευμένων αυλακώσεων για την τοποθέτηση των ποδιών των αθλητών, αλλά αυτές να υποδηλώνονται από μία αμυδρή γραμμική βάθυνση. Παρά την κακή κατάσταση διατήρησης, δύναται να προσδιοριστεί το εύρος ενός διαδρόμου από τις διακρινόμενες υποδοχές στα 1,525 μέτρα. Με δεδομένο ότι το συνολικό μήκος της λίθινης γραμμής άφεσης είναι 20,35 μέτρα και αν αφαιρέσουμε το μέγεθος των προεξοχών του μηχανισμού της ύσπληγας, τότε προκύπτουν 12 θέσεις δρομέων, όπως εκτιμά ο αρχιτέκτονας Δημήτριος Μπάρτζης.


Εικόνα 31: Σχεδιαστική αναπαράσταση της γραμμής άφεσης του σταδίου της Σικυώνας από τον αρχιτέκτονα Δημήτριο Μπάρτζη. Με βάση το μήκος της και την απόσταση μεταξύ των διατηρούμενων υποδοχών, προτείνονται 12 θέσεις δρομέων.(Πηγή φωτογραφίας: μελέτη βιβλιογραφίας α/α 7, σελίδα 30, εικόνα 8).


Όμως, με μία πιο προσεκτική εξέταση, διαπιστώνεται ότι το πέτρωμα των αναφερόμενων προεξοχών είναι διαφορετικό από τους πωρόλιθους της αφετηρίας, συνιστώντας σοβαρή ένδειξη ότι η τοποθέτηση της ύσπληγας είναι μεταγενέστερη της αρχικής κατασκευής. Έτσι λοιπόν, με την προσθήκη του καινοτόμου μηχανισμού άφεσης, μάλλον κατά τον 4ο αιώνα π. Χ.., καταργούνται οι δύο ακραίες θέσεις εκκίνησης και ενδεχομένως άλλη μία στο μέσο της βαλβίδας. Επιπλέον απαιτήθηκε αναπροσαρμογή των διαδρομών, όπως φανερώνεται από δύο ασύμφωνες υποδοχές επί ενός πωρόλιθου. Αυτή η τροποποίηση της λίθινης αφετηρίας αποτελεί ένα ενισχυτικό στοιχείο για μία δυνητική χρονολόγηση της αρχικής κατασκευής του σταδίου της Σικυώνας, πριν την ανοικοδόμηση της πόλης στα 303 π. Χ., από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή. Τέλος, δεν αποκλείεται να διαμορφώνονταν και μία λίθινη γραμμή τερματισμού προς το μέρος της σφενδόνης, η οποία να χρησιμοποιούνταν και ως βαλβίδα σε αγωνίσματα όπως ο δίαυλος (αγώνας δρόμου δύο σταδίων), η οποία να έρθει στο φως σε μία μελλοντική ανασκαφή, πιστοποιώντας το πραγματικό μήκος του αγωνιστικού στίβου και κατά συνέπεια να καταστεί δυνατός ο ακριβής υπολογισμός του Σικυώνιου πόδα.


Εικόνα 32: Μία εκ των δύο λίθινων προεξοχών της βαλβίδας, κοντά στην βορειοδυτική πλευρά του τρίπλευρου αναλήμματος, όπου προσαρμόζονταν η βάση της ύσπληγας. (Πηγή φωτογραφίας: μελέτη βιβλιογραφίας α/α 7, σελίδα 120, πίνακας 12).


Δυστυχώς, σήμερα το στάδιο της αρχαίας Σικυώνας στενάζει από την απαξίωση και την εγκατάλειψη. Η αλλοίωση της αυθεντικής του μορφής από την οικοδομική λεηλασία του παρελθόντος, επαυξάνεται από την παρουσία ενός χωματόδρομου, που βαίνει παράλληλα με το μέσο του νοτιοανατολικού σκέλους και εξέρχεται προς τα δυτικά, διερχόμενος περίπου από την κορυφή της σφενδόνης. Κατά την γνώμη του γράφοντος, σε μία πρώτη φάση προβολής και προστασίας του αξιοθαύμαστου μνημείου, είναι εφικτή η διενέργεια απλουστευμένων δράσεων από τους αρμόδιους φορείς, οι οποίες εκτιμώνται ως χαμηλού κόστους. Παραδείγματος χάριν, θα μπορούσε να γίνει ένας καθαρισμός από την βλάστηση επί της τρίπλευρης αναλημματικής κατασκευής, έτσι ώστε να αποκαλυφθεί πλήρως ο βορειοανατολικός μετωπικός τοίχος, αλλά και να καταστούν ευδιάκριτα τα κατάλοιπα της λίθινης αφετηρίας. Στο ίδιο μέρος ενδείκνυται η τοποθέτηση μίας πληροφοριακής πινακίδας με σχεδιαγράμματα, που να κατατοπίζει τον επισκέπτη για το αρχιτεκτονικό σχέδιο του σταδίου. Επιπρόσθετα, η αποψίλωση δύναται να επεκταθεί στον στίβο και περιμετρικά του κοίλου, με την κοπή όσων δέντρων βρίσκονται εντός της απαλλοτριωμένης έκτασης, με σκοπό να τονιστεί το πεταλοειδές σχήμα της αρχαίας αθλητικής εγκατάστασης.

Το θέατρο και το στάδιο δεν εντάσσονταν στον Ιπποδάμειο πολεοδομικό ιστό της Ελληνιστικής Σικυώνας, αλλά σίγουρα αποτελούσαν τους ζωτικούς πνεύμονες της αρχαίας πόλης, αντικατοπτρίζοντας το υψηλό πνευματικό και αθλητικό επίπεδο των κατοίκων, σε άμεσο συσχετισμό με την γειτονική αγορά, όπου ήταν το επίκεντρο της πολιτικοκοινωνικών δρώμενων του τόπου. Το κάθε μνημείο είναι ένα αριστουργηματικό έργο, με ιδιαίτερα κατασκευαστικά γνωρίσματα, καταδεικνύοντας με τον καλύτερο τρόπο την αίγλη και την μακραίωνη ακμή της ένδοξης Σικυώνας. Το θέατρο χαρακτηρίζεται από τους αρχαιολόγους σαν ένα από τα σημαντικότερα δείγματα θεατρικής αρχιτεκτονικής, εφάμιλλο με αυτό της Επιδαύρου, ενώ είναι το μοναδικό στον Ελλαδικό χώρο που έφερε θολωτές διόδους για την είσοδο των θεατών στο κοίλο. Το δε στάδιο μπορεί να κρατάει ακόμα κρυμμένα τα μυστικά του, όμως το ανισοσκελές κοίλο και η τεχνητή προέκταση του στίβου του με την επιβλητική τρίπλευρη αναλημματική κατασκευή, του προσδίδουν συνδυαστικά μία σπάνια μορφολογική ιδιοσυγκρασία.


Εικόνα 33: Η τρίπλευρη αναλημματική κατασκευή του σταδίου της αρχαίας Σικυώνας, όπως την σχεδίασε ο αρχιδούκας της Αυστρίας και περιηγητής στα 1876. (Πηγή σχεδίου: διαδικτυακή έκδοση «Eine Spazierfahrt im Golfe von Korinth», seite 194, ver. Heinrich Mercy, Pragueue, 1876).


Σημείωση του συντάκτη: Η τρέχουσα αφιερωματική εργασία σχετικά με τα αρχαία θέατρα και στάδια του σημερινού νομού Κορινθίας, είχε αρχικά προβλεφθεί ότι θα ολοκληρώνονταν σε τρία μέρη. Ωστόσο, λόγω του όγκου των πληροφοριών για την περίπτωση της αρχαίας Σικυώνας, αποφασίστηκε από τον υποφαινόμενο το «οδοιπορικό» να διαιρεθεί περαιτέρω και σε ένα τέταρτο μέρος, στο οποίο θα παρουσιαστούν οι εναπομείνασες σχετικές υποδομές της Κορινθιακής περιφέρειας, με γνώμονα την αναγνωστική ευχέρεια.


Κείμενο – Φωτογραφίες:

Γεώργιος Λόης
Συνταγματάρχης (ΤΘ) ε. α.
Γεώργιος Λόης/Facebook.com
e-mail: georgioslois1969@gmail.com
28 Μαΐου 2017


Επεξηγηματικές Σημειώσεις – Παραπομπές

1. Η τυραννία ως έννοια αντιστοιχεί ουσιαστικά με την δικτατορία και ήταν σύνηθες καθεστώς στις πόλεις – κράτη του 7ου – 6ου αιώνα π. Χ.. Οι τύραννοι αποκτούσαν την εξουσία με την βοήθεια των οπαδών τους, χωρίς απαραίτητα να έχουν και την σύμφωνη γνώμη της λαϊκής πλειοψηφίας. Ο ίδιος όρος χρησιμοποιούνταν για τους μονάρχες στην αρχαιότητα είτε η διακυβέρνηση τους ήταν αυταρχική, είτε μετριοπαθής και προοδευτική.

2. Ηροδότου, «Ιστορίαι», βιβλίο Ε’ («Τερψιχόρη»), κεφάλαιο 67.

3. Σύμφωνα με το «Λεξικό Σουίδα (λήμμα «Θέσπις»), ο Επιγένης ο Σικυώνιος υπήρξε ο παλαιότερος «τραγωδοποιός», αρχαιότερος ακόμα και από τον ποιητή Θέσπη (περίπου μέσα 6ου αιώνα π. Χ.), που κατά κανόνα μνημονεύεται ως ο εισηγητής της τραγωδίας.

4. Ως ενδεικτικές αρχαίες πηγές σχετικά με την ανοικοδόμηση της Σικυώνας από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή παρατίθενται τα συγγράμματα του Πλούταρχου, «Βίοι Παράλληλοι», «Δημήτριος (εδάφιο 25) & Μάρκος Αντώνιος» - Διόδωρου Σικελιώτη, «Ιστορική Βιβλιοθήκη», βιβλίο Κ’, κεφάλαιο 102, εδάφια 1 έως 4 – Παυσανία, «Ελλάδος Περιήγησις», βιβλίο ΙΙ («Κορινθιακά»), κεφάλαιο Ζ’, εδάφιο 1 και Στράβωνος, «Γεωγραφικά», βιβλίο VIII, κεφάλαιο ΣΤ’, εδάφιο 25.

5. Πλούταρχου, «Βίοι Παράλληλοι», «Άρατος (εδάφιο 8) & Αρταξέρξης».

6. Παυσανία, «Ελλάδος Περιήγησις», βιβλίο ΙΙ («Κορινθιακά»), κεφάλαιο Ζ’, εδάφιο 5.

7. Στις εκθέσεις πεπραγμένων των παλαιότερων ανασκαφών, σημειώνεται ότι το οικοδομικό υλικό που χρησιμοποιήθηκε στην κατασκευή του θεάτρου, ήταν στο μεγαλύτερο μέρος του δόμοι από μαλακό πωρόλιθο (poros stone). Όμως ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός αναφέρονταν από τους αρχαιολόγους συχνά έχοντας ένα γενικότερο νόημα, για την περιγραφή παρεμφερών πετρωμάτων με διαφορετική σύσταση. Στην προκειμένη περίπτωση της Σικυώνας μερικά κατεργασμένα μέρη του θεατρικού οικοδομήματος, όπως τα καθίσματα της προεδρίας, αποτελούνται από ωολιθικό ασβεστόλιθο (oolitic stone), ο οποίος μάλλον εξορύχθηκε από ένα εκτεταμένο λατομείο αυτού πετρώματος, που εντοπίστηκε τα τελευταία χρόνια στο Σικυώνιο πεδίο.

8. Στην ιστορική πραγματεία «Σικυών η Ευδαίμων (τόμος Β’, σελίδα 188, Κιάτο, 1994)» του συγγραφέα Νίκου Αντωνίου, παρατίθεται ότι προς το άνω διάζωμα του θεάτρου της αρχαίας Σικυώνας υπήρχαν ιδιαίτερες θέσεις για τις γυναίκες, πλην όμως αυτή η εκδοχή χρήζει περαιτέρω διερεύνησης.

9. Η αναλογική σύγκριση οικοδομικού μεγέθους και χωρητικότητας έχει γίνει με τα θέατρα της Κορίνθου (18.000 θεατές), Επιδαύρου (13.000 – 14.0000 θεατές), Άργους (20.000 θεατές) και Διονύσου της Αθήνας (15.000 – 16.000 θεατές).

10. Ορισμένοι ερευνητές εκφράζουν την άποψη ότι το προσκήνιο του Ελληνιστικού θεάτρου της Σικυώνας δεν αποκλείεται να ήταν ξύλινο και να στηρίζονταν σε ξύλινες κάθετες δοκούς, που προσαρμόζονταν στις υποδοχές του ευρεθέντα λίθινου στυλοβάτη στην θεμελίωση.

11. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι διευθύνοντες των πρώτων αποστολών στα 1886 και 1887, ήταν οι Αμερικάνοι ακαδημαϊκοί Martin Luther D'Ooge, A. C. Merrim, και M. L. Earle, ενώ ο αρχαιολόγος που ανέσκαψε το θέατρο ήταν ο W. J. McMurtry, ο οποίος εκπόνησε και το πρώτο επιστημονικό σχεδιάγραμμα της κάτοψης του. Το μνημείο μελέτησε την δεκαετία του 1890 και ο αρχαιολόγος Andrew Fossum βελτιώνοντας το υπόψη σχεδιάγραμμα.

12. Το Αρχαιολογικό Μουσείο της αρχαίας Σικυώνας ιδρύθηκε στα 1935 από τον Αναστάσιο Ορλάνδο επί των ερειπίων ενός Ρωμαϊκού βαλανείου (λουτρά), με την αναστήλωση τεσσάρων αιθουσών του κτίσματος.

13. Το πρωτόκολλο του εγγράφου της σχετικής απόφασης είναι ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ42/6145/330/19-4-2000 και περιλαμβάνει και άλλα αρχαία θέατρα στον απαγορευτικό κατάλογο για καλλιτεχνική χρήση.

14. Το «Sikyon Survey Project (SSP)» αποτελεί ένα πολυδιάστατο ερευνητικό πρόγραμμα για την μελέτη της ανθρώπινης παρουσίας και δραστηριότητας στο υψίπεδο της Σικυώνας. Οι εργασίες άρχισαν το καλοκαίρι του 2004 από το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας με την σύμπραξη της (πρώην) ΛΖ’ ΕΠΚΑ, του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών (Ρέθυμνο Κρήτης) και του Πανεπιστήμιου της Υόρκης (Βρετανία). Περισσότερες πληροφορίες για το διαλαμβανόμενο πρόγραμμα δίνονται στον σχετικό ιστότοπο http://extras.ha.uth.gr/sikyon project.

15. Οι σωστικές επεμβάσεις στα δύο θολωτά περάσματα συγχρηματοδοτήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση (διαρθρωτικό ταμείο ΕΤΠΑ) κατά 80% και από εθνικούς πόρους κατά 20%.

16. Το σωματείο «Διάζωμα» ιδρύθηκε από τον τέως Υπουργό Πολιτισμού Σταύρο – Ιωάννη Μπένο, οποίος και παραμένει πρόεδρος του μέχρι σήμερα. Όπως αναφέρεται στο καταστατικό του, ένας από τους βασικούς στόχους του σωματείου είναι να βοηθήσει τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες και τους ειδικούς επιστήμονες στην έρευνα, προστασία, αποκατάσταση, ανάδειξη και προβολή των αρχαίων χώρων θέασης και ακρόασης, καθώς και τη συνάντηση των υπέροχων αυτών μνημείων με τη σύγχρονη πολιτιστική δημιουργία, όπου αυτό είναι εφικτό (σχετικός ιστότοπος: http://www.diazoma.gr).

17. Με αποκλειστικό σκοπό την ανάδειξη και επαναχρησιμοποίηση της συγκεκριμένης θεατρικής εγκατάστασης, έχει συσταθεί ο τοπικός σύλλογος Φίλων Αρχαίου Θεάτρου Σικυώνας «Ο Επιγένης» με έδρα στο κτίριο του Πολιτιστικού Κέντρου του Δήμου Σικυωνίων στο Κιάτο, ο οποίος στο πρόσφατο παρελθόν είχε αναπτύξει ορισμένες ενδιαφέρουσες δράσεις (σχετικό ιστολόγιο: http://theatrosikionas.blogspot.gr).

18. Μία σύντομη επεξήγηση των αρχαίων γυμνικών και ιππικών αγωνισμάτων, δίνεται στο προηγούμενο μέρος της παρούσας διερευνητικής εργασίας www.parakato.gr/Αρχαία θέατρα και στάδια του νομού Κορινθίας – Μέρος Β’/24-3-2017, όπου παρουσιάζονται οι Πανελλήνιοι αγώνες των Ισθμίων και των Νεμέων. Στα Σικυώνια Πύθια ενδεχομένως να λάμβαναν χώρα και μουσικοί διαγωνισμοί.

19. Ηροδότου, «Ιστορίαι», βιβλίο Ζ’ («Ερατώ»), κεφάλαια 126 έως 130.

20. Κωδικός επιγραφικού ευρήματος: ΙG PHΙ 260497.

21. Πλούταρχου, «Βίοι Παράλληλοι», «Άρατος (εδάφιο 53) & Αρταξέρξης».

22. Παυσανία, «Ελλάδος Περιήγησις», βιβλίο ΙΙ («Κορινθιακά»), κεφάλαιο Β’, εδάφιο 2.

23. Κωδικοί επιγραφικών ευρημάτων: IG PHΙ 239224 και IG PHΙ 179277. Παραδόξως το στάδιο δεν αναφέρεται από τον Παυσανία στην περιγραφή του για την αρχαία Σικυώνα. Η παράλειψη αυτή έγινε μάλλον εκ παραδρομής και δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ότι είχε εγκαταλειφθεί όταν ο περιηγητής επισκέφτηκε την πόλη στα 155 μ. Χ..

24. Βασικοί συντελεστές της υπόψη γεωφυσικής έρευνας στο στάδιο της Σικυώνας ήταν ο αρχαιολόγος Ben Gourley του Πανεπιστημίου της Υόρκης (Βρετανία), που ανέλαβε την διασκόπηση με γραδιόμετρο και ο γεωλόγος Chris Hayward του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου (Βρετανία), ο οποίος εξέτασε το μνημείο από τη σκοπιά της παλαιοτοπογραφίας.

25. «Travels in the Morea», William Martin Leake vol. ΙΙΙ, chapter XXX, page 370, ed. John Murray, Albemarle Street, London, 1830.

26. Σε μία εναλλακτική εκδοχή για την διαμόρφωση του κοίλου, προτείνεται ότι τα πρανή για τους θεατές ήταν χωμάτινα, εκτός από το κατώτερο σημείο τους, όπου διέθεταν μία σειρά εδωλίων, με στηθαίο τοίχο αντιστήριξης και ανοδικές κλίμακες από το επίπεδο του στίβου κατά διαστήματα (πτυχιακή εργασία βιβλιογραφίας α/α 7). Από την γεωφυσική διασκόπηση του εδάφους επισημάνθηκαν δύο παράλληλες γραμμές κατά μήκος του βόρειου τμήματος του κοίλου, που ενδεχομένως να αντιστοιχούν στις χαμηλότερες σειρές καθισμάτων, αλλά αυτή η θεώρηση μπορεί να επιβεβαιωθεί μόνο μέσα από μία επιλεκτική ανασκαφή.

27. Στο αρχαίο στάδιο της Μεσσήνης ανακαλύφθηκε κτίσμα Ηρώου – Μαυσωλείου, κοντά στο τέλος της μακρύτερης ανατολικής πλευράς και απέναντι από την σφενδόνη.

28. Το εκτιμώμενο πλάτος του στίβου της Σικυώνας είναι συγκρίσιμο με το πλάτος του σταδίου της Νεμέας (26,93 μέτρα στο πλατύτερο σημείο του), ενώ το υποθετικό αγωνιστικό μήκος του είναι λίγο μεγαλύτερο από το μήκος του στίβου στο ύστερο στάδιο της Ισθμίας (181,15 μέτρα). Υπενθυμίζεται ότι ο μετρικός πόδας υπολογίζονταν διαφορετικά από πόλη σε πόλη στην αρχαία Ελλάδα.


Ενδεικτική Βιβλιογραφία – Πηγές Διαδικτύου
1. «Σικυώνα», άρθρο του Βασιλείου Παπαθανασίου στο συλλογικό έργο «Αρχαία Κορινθία: Από τους προϊστορικούς χρόνους έως το τέλος της αρχαιότητας», σελίδες 113 – 129, εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα, 2013.

2. «Excavations by the American School at the Theatre of Sikyon. I. General Report of the Excavations», W. J. McMurtry, The American Journal of Archaeology and of the History of the Fine Arts, Vol. 5, No. 3, (pp. 267-286), published by: Archaeological Institute of America, Sep. 1889.

2. «The theatre at Sikyon», Andrew Fossum, American Journal of Archaeology and the History of the Fine Arts, Vol. 9, No. 3, (pp. 263-276), published by: Archaeological Institute of America, Jul. - Sep. 1905.

3. «The ancient theatre of Sikyon: Study of the structural materials, the decay patterns and protection proposals», Cheilakou, E., Papandreopoulos, P., Theodorakeas, P., Avdelidis, N.P., Sideris and D., Koui, M., (School of Chemical Engineering, National Technical University of Athens), in Proc. of the 8th International Symposium on the Conservation of Monuments in the Mediterranean Basin, Patras, Greece, 31 May – 2 June 2010.

4. «Building the Early Hellenistic Theatre at Sikyon», Chris Hayward and Yannis Lolos, «The Architecture of the Ancient Greek Theatre», Acts of an International Conference at the Danish Institute at Athens 27-30 January 2012, (Monographs of the Danish Institute at Athens, Volume 17, pp. 161 – 176).

5. «Διερεύνηση και καταγραφή των τύπων φθοράς του Αρχαίου Θεάτρου Σικυώνος», Σακκή Αικατερίνη (διπλωματική εργασία), επιβλέπουσα: Μ. Κουή, καθηγήτρια ΕΜΠ, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Σχολή Χημικών Μηχανικών, Αθήνα, 2011.

6. «Ανασκαφή Σικυώνος», Αναστάσιος Ορλάνδος, Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, σελ. 184 – 190 (αφορούν και το αρχαίο στάδιο της Σικυώνος), 1953, Αθήνα.

7. «Αρχαίο στάδιο Σικυώνας», Μπάρτζης Δημήτριος (διπλωματική εργασία), επιβλέπων καθηγητής: Μανόλης Κορρές, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Αθήνα, 2015.

8. «Land of Sicyon: Archaeology and history of a Greek city-state», Lolos Yannis, Hesperia Suppl. 39, American School of Classical Studies at Athens, 2011, Athens.

9. http://www.diazoma.gr/Αρχαίο Θέατρο Σικυώνας.

10. http://www.kiato.gov.gr/Θέατρο Αρχαίας Σικυώνας.

11. https://www.whitman.edu/The Greco-Roman Theatre at Sicyon, Greece.

12. http://test.ha.uth.gr/sikyon/en/Sikyon survey project.


Επιπλέον Φωτογραφικό Υλικό



Εικόνα 34: Το πρώτο σχεδιάγραμμα της κάτοψης του αρχαίου θεάτρου, το οποίο εκπονήθηκε από τους Αμερικάνους ανασκαφείς και εκδόθηκε στα 1889. (Πηγή σχεδίου: σύγγραμμα βιβλιογραφίας, α/α 2, plate IX).



Εικόνα 35: Άποψη της βορειοδυτικής πλευράς του κοίλου του αρχαίου θεάτρου πριν από τις πρόσφατες ανασκαφικές εργασίες.



Εικόνα 36: Άποψη των καταλοίπων του σκηνικού οικοδομήματος του αρχαίου θεάτρου. Με κόκκινα βέλη επισημαίνονται οι δύο κατασκευές στα βραδώδη άκρα. (Α): Λαξευμένο τετράγωνο δωμάτιο Ελληνιστικής εποχής, (Β): Διακοσμητική κρήνη Ρωμαικών χρόνων.



Εικόνα 37: Σχεδιαστική αναπαράσταση του διώροφου σκηνικού οικοδομήματος του θεάτρου της αρχαίας Σικυώνας. (Πηγή εικόνας: Πληροφοριακή πινακίδα του αρχαιολογικού χώρου).



Εικόνα 38: Σχεδιάγραμμα της κάτοψης των ανασκαφέντων τμημάτων του αρχαίου θεάτρου. (Πηγή σχεδίου: ιστοσελίδα: http://art-hellas.blogspot.gr/2012/05/blog-post_2762.html).



Εικόνα 39: Άποψη του εσωτερικού της νοτιοανατολικής θολωτής διόδου, η οποία αποκαταστάθηκε την περίοδο 2006 – 2007. Διακρίνονται οι τεχνητοί σύγχρονοι δόμοι από σκυρόδεμα στα τοιχώματα.



Εικόνα 40: Δορυφορική αποτύπωση της θέσης του θεάτρου της αρχαίας Σικυώνας. (1α): Ανώτερη ενότητα κοίλου, (1β): Μεσαία ενότητα κοίλου, (1γ): Κατώτερη ενότητα κοίλου με τις ανασκαμμένες σειρές εδωλίων, (2α): Διάδρομος ανώτερου διαζώματος, (2β): Διάδρομος κατώτερου διαζώματος, (3α): Βορειοδυτική θολωτή δίοδος, (3β): Νοτιοανατολική θολωτή δίοδος, (4): Ορχήστρα, (5): Πάροδοι, (6): Προσκήνιο, (7): Κτίσμα κυρίως σκηνής, (8): Διπλοί κεκλιμένοι αναβαθμοί πρόσβασης, (9): Διακοσμητική κρήνη, (10): Λαξευμένο τετράγωνο δωμάτιο. Με κίτρινα βέλη επισημαίνονται τα ορατά τμήματα του αποχετευτικού συστήματος της ορχήστρας, (11): Στυλοβάτης Δωρικής στοάς.



Εικόνα 41: Άποψη τμήματος της βορειοδυτικής πλευράς του τρίπλευρου αναλήμματος της προέκτασης του στίβου στο στάδιο της αρχαίας Σικυώνας. Διακρίνεται το τραπεζιοειδές σύστημα δόμησης.



Εικόνα 42: Πωρόλιθοι της λίθινης αφετηρίας (βαλβίδας) του σταδίου. Διακρίνεται μία εκ των υποδοχών για την στερέωση των πασσάλων που καθόριζαν τις θέσεις των δρομέων. (Πηγή φωτογραφίας: μελέτη βιβλιογραφίας α/α 7, σελίδα 119, πίνακας 11).



Εικόνα 43: Άποψη της νοτιοανατολικής πλευρά της τρίπλευρης αναλημματικής κατασκευής, επί της οποίας υπήρχε η λίθινη αφετηρία του στίβου.



Εικόνα 44: Άποψη της υφιστάμενης κατάστασης του στίβου και του κοίλου του αρχαίου σταδίου. Εκτός από την εκτεταμένη λιθολόγηση στο παρελθόν και την βλάστηση, η αρχιτεκτονική μορφή του σταδίου αλλοιώθηκε ακόμα περισσότερο από την χάραξη ενός χωματόδρομου, που διέρχεται από την νοτιοανατολική πλευρά και την σφενδόνη.



Εικόνα 45: Τοπογραφικό σχέδιο με τις κατόψεις του θεάτρου και του σταδίου της αρχαίας Σικυώνας φιλοτεχνημένο από τον Ιρλανδό περιηγητή και λόγιο John Pentland Mahaffy στα 1890. (Πηγή σχεδίου: ιστότοπος http://el.travelogues.gr).




Δημοσίευση: Μαΐου 28, 2017

0 Σχόλια για την ανάρτηση: "ΑΡΧΑΙΑ ΘΕΑΤΡΑ ΚΑΙ ΣΤΑΔΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ (ΜΕΡΟΣ Γ’)"

Όποιος πιστεύει ότι θίγεται από κάποια ανάρτηση ή θέλει να απαντήσει αρκεί ένα απλό mail στο parakato.blog@gmail.com να μας στείλει την άποψή του για δημοσίευση ή επανόρθωση. Οι αναρτήσεις αφορούν αποκλειστικά πρόσωπα και καταστάσεις με δημόσιο χαρακτήρα και δεν αναφέρονται στην προσωπική ζωή κανενός που σεβόμαστε απολύτως. Δεν έχουμε προηγούμενα με κανέναν, δεν κρατάμε επόμενα για κανέναν.

Τα θέματα των αναρτήσεων δεν εκφράζουν απαραίτητα και τις απόψεις των διαχειριστών και των συντακτών του ιστολογίου μας. Τα σχόλια εκφράζουν τις απόψεις των σχολιαστών και μόνο αυτών.

Σχόλια που περιέχουν ύβρεις ή απρεπείς χαρακτηρισμούς διαγράφονται κατά τον έλεγχο από την ομάδα διαχείρισης. Ευχαριστούμε.

 
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ Copyright © 2010 | ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ | Converted by: Parakato administrator