Οι πολλαπλές κρίσεις της Ευρώπης

0


Γράφει ο Μαυροζαχαράκης Εμμανουήλ
Πολιτικός Επιστήμονας-Κοινωνιολόγος

Με την έναρξη του νέου έτους κατέστη σαφές ότι οι ποικιλόμορφες κρίσεις που διαπερνούν την Γηραιά Ήπειρο συμπυκνώνονται πλέον σε μία κατάσταση η οποία θέτει σε αμφιβολία την ίδια την πορεία και την συνέχεια της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης. Αυτή η διαπίστωση σχετίζεται με το γεγονός ότι δύο βασικοί πυλώνες της ευρωπαϊκής ενοποίησης δηλαδή το κοινό νόμισμα στην ευρωζώνη και τα ανοικτά σύνορα στο πλαίσιο της ζώνης του Schengen έχουν εκτεθεί απέναντι σε έναν στρόβιλο σοβαρότατων αμφισβητήσεων. Από το 2015 άλλωστε με αφορμή την κρίση του ευρώ και ειδικότερα με την όξυνση του ελληνικού δημοσιονομικού ζητήματος, είχε διαφανεί η ευθραυστότητα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, αφού πλέον για πρώτη φορά εμφανίστηκε διάχυτα η σοβαρή πιθανότητα εξόδου μίας χώρας μέλους από την ζώνη του ευρώ. Ο συγκεκριμένος κίνδυνος αποσοβήθηκε μάλλον την τελευταία στιγμή λόγω της πανικόβλητης παρέμβασης κάποιων ηγετών κρατών που φοβήθηκαν έντονες αλυσιδωτές συνέπειες για τις εγχώριες οικονομίες τους, από ένα ενδεχόμενο ελληνικής εξόδου από το ευρώ. Εντούτοις δεν άλλαξε τίποτα στο γεγονός ότι ο κοινός ευρωπαϊκός νομισματικός χώρος παραμένει ένα ατελές εγχείρημα ενσωμάτωσης, για το μέλλον του οποίου οι χώρες του ευρώ παραμένουν βαθιά διχασμένες. Επιπλέον η προσφυγική κρίση ανέδειξε με ένταση τα πολιτικά και θεσμικά ελλείμματα του χώρου Schengen και την έλλειψη μιας κοινής πολιτικής ασύλου. Παράλληλα με αυτά τα ελλείμματα η κυβέρνηση της Μεγάλης Βρετανίας έδειξε μία διάθεση μόνιμης απόσχισης από την πορεία ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης και διεξήγαγε τον Ιούνιο του 2016 ένα δημοψήφισμα σχετικά με την παραμονή της χώρας στην ΕΕ. Με την πλειοψηφία των Βρετανών να τάσσονται υπέρ του BREXIT. Για πρώτη φορά φαίνεται να γίνεται πράξη η έξοδο μίας χώρας από την ΕΕ. Την ίδια στιγμή οι Ιταλοί απέρριψαν τις συνταγματικές αλλαγές που πρότεινε ο πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι μέσω ενός δημοψηφίσματος και κατόπιν της παραιτήσεως του ως πρωθυπουργός η Ιταλία φαίνεται να οδηγείται σε πολιτικές εξελίξεις οι οποίες δίνουν το πάνω χέρι στους λαϊκιστές και στις αντιευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις. Το Ιταλικό «όχι» ερμηνεύεται από πολλούς σχολιαστές ως ένα διπλό μήνυμα άρνησης, αφενός απέναντι στην συνταγματική αναθεώρηση καθαυτού που σχεδίαζε ο Ρέντσι και αφετέρου απέναντι στην Ευρώπη και τις πολιτικές της λιτότητας που αυτή προάγει υπό την πίεση της Γερμανίας. Αν και ο Ρέντσι είχε συστηματικά διαφοροποιηθεί δημόσια από τις πολιτικές λιτότητας, οι δηλώσεις υποστήριξης προς τον Ρέντσι από ορισμένους Ευρωπαίους, και κυρίως από τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και την Άγκελα Μέρκελ μάλλον του έκαναν ζημιά.

Ασφαλώς οι κρίσεις δεν αποτελούν ένα νέο φαινόμενο για την ευρωπαϊκή ενσωμάτωση αλλά αντιθέτως πολλές φορές έχουν επιταχύνει την πρόοδο ενσωμάτωσης. Στην σημερινή συγκυρία ωστόσο η ΕΕ λειτουργεί πολλές φορές περισσότερο ως αίτιο και ενισχυτής κρίσεων παρά ως μηχανισμός επίλυσης τους. Ως εκ τούτου παρατηρείται σε όλη την Ευρώπη μία ροπή προς την ενίσχυση τάσεων γενικότερα που αμφισβητούν την ΕΕ και φορέων έντονου αριστερού και ακροδεξιού λαϊκισμού. Οι τάσεις αυτές συμμετέχουν σε ορισμένες περιπτώσεις ήδη στον σχηματισμό κυβερνήσεων.

Υπό αυτές τις συνθήκες αποκλείονται τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα βαθιές μεταρρυθμίσεις και τομές που χρειάζεται επειγόντως η ΕΕ συμπεριλαμβανομένης της τροποποίησης των ευρωπαϊκών συμβάσεων. Αντίθετα μάλιστα πολλές χώρες της ΕΕ προστρέχουν σε στρατηγικές διαφοροποιημένης ενσωμάτωσης υλοποιώντας ευρωπαϊκές οδηγίες και πολιτικές επιλεκτικά και όπως συμφέρει.

Η σωρευμένη και παράλληλη εμφάνιση κρίσεων και η αλληλουχία τους συνιστά πάντως μία νέα ποιότητα πρόκλησης για την Ευρώπη απαιτώντας άμεσα την αναζήτηση λύσεων.

Η κρίση της ζώνης του ευρώ

Από τις αρχές του 2010 η κρίση του ευρώ καθόρισε κυριολεκτικά την ατζέντα της ΕΕ. Αρχικά η Ελλάδα και μετέπειτα η Ιρλανδία, Πορτογαλία, και Κύπρο μπόρεσαν να διατηρήσουν την γραμμή αποπληρωμής του δημόσιου χρέους τους μόνο με δάνεια των ευρωπαϊκών εταίρων τους και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Η Ισπανία χρειάστηκε βοήθεια για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού της τομέα. Σε δεινή θέση βρέθηκε και η Ιταλία τόσο όσον αφορά το δημόσιο χρέος της όσο και τον τραπεζικό της τομέα.

Ως όρο για την χορήγηση δανείων διάσωσης το Eurogrοup θέσπισε την λεγόμενη Troika αποτελούμενη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η τρόικα ενεπλάκη σε έναν πολύ εντατικό βαθμό και ασυνήθιστο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα στις δημόσιες πολιτικές των υπερχρεωμένων χωρών καθορίζοντας λιγότερο η περισσότερο τις οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές τους, υποτίθεται για να διευκολύνει την υλοποίηση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων. Μέσα από σκληρές πολιτικές δημοσιονομικής σταθεροποίησης σε συνδυασμό με έναν χαμηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας, πολλαπλές τραπεζικές κρίσεις καθώς και την απώλεια εμπιστοσύνης των επενδυτών στις χρηματαγορές, η κρίση χρέους σε πολλές χώρες του ευρώ όπως η Ελλάδα μετασχηματίστηκε σύντομα σε μία δομική οικονομική κρίση με υψηλή ανεργία και βαθιά ύφεση. Συνεπεία τούτων, εντατικοποιήθηκαν οι δομικές οικονομικές διαφορές και αποκλίσεις μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης. Επιπλέον οδήγησαν οι πολιτικές διαπραγματεύσεις για την χορήγηση πακέτων διάσωσης συνδυασμένων αντιπαραβολικά με αντίστοιχα σκληρά μεταρρυθμιστικά πακέτα σε δραστικές πολιτικές εντάσεις μεταξύ των χωρών-δανειστών από την μία πλευρά και εκείνων των χωρών από την άλλη που μπήκαν είτε στον ρόλο του δανειολήπτη, είτε στον ρόλο του διεκδικητή χαλαρότερων δημοσιονομικών πολιτικών για να βγουν οι αριθμοί.

Για την αντιμετώπιση της κρίσης η ευρωζώνη και η ΕΕ διεύρυναν εμφανώς τα εργαλεία πολιτικής τους. Ειδικότερα εντατικοποιήθηκε ο έλεγχος των εθνικών προϋπολογισμών μέσω του λεγόμενου ευρωπαϊκού εξαμήνου (European Semester-Consilium) ως τακτικός κύκλος οικονομικού και δημοσιονομικού συντονισμού στα πλαίσια της οικονομικής διακυβέρνησης και μέσω του δημοσιονομικού συμφώνου. Με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) θεσπίστηκε ένα τακτικό ταμείο για την χορήγηση δανείων διάσωσης υπό αυστηρούς όρους. Την ίδια στιγμή επιχειρείται με την τραπεζική ένωση η διάλυση του πλέγματος μεταξύ κρίσεων στον τραπεζικό τομέα και κρίσεων χρέους των κρατών και η ενίσχυση του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα. Εντούτοις παραμένουν τα κεντρικά στρατηγικά ελλείμματα της ευρωζώνης όπως και οι δομικές διαφορές των χωρών ενώ δεν αποκλείεται η εκ νέου ανάφλεξη κρίσεων σε μεμονωμένες χώρες για πολιτικούς η οικονομικούς λόγους. Η πορεία της ΕΕ προς την μόνιμη επίλυση της κρίσης του ευρώ μπλοκάρεται μεσοπρόθεσμα για πολιτικούς λόγους υπό την έννοια ότι η επικράτηση των συντηρητικών δυνάμεων εμποδίζει τόσο την θεσμική εμβάθυνση όσο και την δημοσιονομική χαλάρωση ως όρο για την διευκόλυνση της ανάκαμψης και συνακολούθως της άντλησης νέου κεφαλαίου εμπιστοσύνης προς το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Μακροπρόθεσμα ωστόσο ο δρόμος για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις με κοινωνικό πρόσημο εντός της ΕΕ ενδέχεται να ανοίξει και επομένως δεν αποκλείεται σε βάθος χρόνου η αλλαγή των ευρωπαϊκών συμβάσεων με κατεύθυνση την ενοποίηση να ξαναμπεί κατά προτεραιότητα στην πολιτική ατζέντα. Όμως οι χώρες του ευρώ παραμένουν βαθιά διχασμένες τόσο όσον αφορά τα βραχυπρόθεσμα διορθωτικά μέτρα όσο και την μακροπρόθεσμη κατεύθυνση της ευρωζώνης.

Η προσφυγική κρίση

Στην οικονομική κρίση προστέθηκε πρόσφατα και η προσφυγική κρίση. Ο υψηλός αριθμός προσφύγων που εισέρχεται από το 2015 στην Ευρώπη θέτει την ΕΕ και τα μέλη της μπροστά σε δραστικές προκλήσεις. Σχεδόν τα περισσότερα κράτη δεν ήταν έτοιμα να αντιμετωπίσουν την ισχυρή προσέλευση προσφύγων. Πολλές χώρες στα εξωτερικά σύνορα της ζώνης του Schengen όπως η Βουλγαρία και η Ουγγαρία προσέφυγαν στην ανέγερση φραχτών στα σύνορα τους. Ακολούθησαν άλλες χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία, η Σουηδία, η Δανία και η Γαλλία με την επαναφορά συνοριακών ελέγχων ακόμα και εντός των ορίων της ζώνης του Schengen. Με την αμφισβήτηση των ανοικτών συνόρων τίθεται πλέον σε αμφιβολία η μεγαλύτερη πρακτική και συμβολική κατάκτηση της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης.

Την ίδια στιγμή και παρά την ύπαρξη κοινών εξωτερικών συνόρων υπάρχουν τεράστιες διαφορές των χωρών της ΕΕ τόσο όσον αφορά τις προδιαγραφές όσο και την βούληση για την υποδοχή, υποστήριξη και φροντίδα των αιτούντων ασύλου. Συνεπώς οι πρόσφυγες κατανέμονται εντελώς άνισα στις χώρες της ΕΕ. Ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων συγκεντρώνεται στην Γερμανία, την Σουηδία και ορισμένες άλλες χώρες ενώ οι μεσογειακές χώρες και ιδιαίτερα η Ελλάδα και η Ιταλία εκτίθενται τόσο ως κεντρικά σημεία μετάβασης προσφύγων όσο και ως χώρες με τις μεγαλύτερες υποχρεώσεις στην φύλαξη συνόρων. Σίγουρα οι χώρες μέλη της ΕΕ συμφώνησαν κάποια κοινά βήματα στο προσφυγικό όπως η συγκρότηση μίας λίστας σίγουρων χωρών προσέλευσης, η ενίσχυση της ευρωπαϊκής συνοριοφυλακής Frontex και η κατανομή 160.000 αιτούντων ασύλου. Ωστόσο το τελευταίο συμφωνήθηκε με απλή πλειοψηφία δηλαδή με σοβαρές ενστάσεις χωρών της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης οι οποίες μέχρι σήμερα αρνούνται να υλοποιήσουν την απόφαση. Σε ζωτικά ζητήματα όπως η πρακτική κατανομή των προσφύγων, η καθιέρωση ενός μόνιμου μηχανισμού κατανομής, η συμπεριφορά απέναντι στην Τουρκία, η ενίσχυση της κοινής φύλαξης των συνόρων υπάρχουν σοβαρές αντιθέσεις μεταξύ των χωρών μελών της ΕΕ.

Αντιευρωπαϊκά κόμματα και λαϊκισμός

Σε ακολουθία των πολλαπλών κρίσεων αποδυναμώθηκε η εμπιστοσύνη απέναντι στην ΕΕ. Η ευρωκρίση για παράδειγμα ενίσχυσε τον σκεπτικισμό απέναντι στην ΕΕ τόσο εντός των χωρών που εκτίθενται σε σκληρά μέτρα λιτότητας συνεπεία δανείων διάσωσης, όσο και εντός των χωρών δανειστών συνεπεία των υψηλών οικονομικών μεταβιβάσεων. Κατά συνέπεια ενισχύονται συστηματικά αντιευρωπαϊκά, ακροδεξιά και λαϊκιστικά πολιτικά κόμματα και σχηματισμοί. Τα σχήματα αυτά δεν έχουν ενιαία πολιτική κατεύθυνση και καταλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα το οποίο φτάνει από τον ήπιο ευρωσκεπτικισμό που αρνείται απλά την περαιτέρω ενσωμάτωση, έως έναν σκληρό αντιευρωπαϊσμό που φτάνει στα όρια ενός ανοικτού εθνικισμού ακροδεξιών κομμάτων.

Λόγω του ευρύτατου αυτού φάσματος τα αντιευρωπαϊκά κόμματα κατανέμονται στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο στις υπάρχουσες πολιτικές ομάδες και οικογένειες κομμάτων, η εμφανίζονται ως ανεξάρτητοι βουλευτές. Ο κατακερματισμός αυτός δεν επιτρέπει στα αντιευρωπαϊκά σχήματα να έχουν ισχυρή επιρροή στην διαμόρφωση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας παρά την ενίσχυση τους. Η επιρροή τους εκφράζεται επομένως περισσότερο σε εθνικό επίπεδο όπου εμφανίζουν σοβαρή εκλογική άνοδο και συμμετέχουν εν μέρει και σε κυβερνήσεις. Με τον τρόπο αυτό τα αντιευρωπαϊκά κόμματα ασκούν σοβαρή πίεση στην διαμόρφωση εθνικών πολιτικών αλλάζοντας παράλληλα το αξιακό οπλοστάσιο των καθιερωμένων κομμάτων και συνολικά την στάση τους απέναντι στην δημοκρατία και στην ΕΕ.

Κατακλείδα: τάσεις διχασμού

Οι τάσεις διχασμού εντός της ΕΕ αποτελούν ταυτόχρονα αίτιο όσο και συνέπεια των κρίσεων. Από την μία πλευρά η διαφοροποιημένη ενσωμάτωση στην βάση της οποίας μόνο ορισμένες ομάδες κρατών μελών μπορούν να προχωρήσουν από κοινού, καθιερώθηκε σε πολιτικό κανόνα μιας περαιτέρω ενσωμάτωσης της ΕΕ. Κεντρικά εργαλεία πολιτικής για την αντιμετώπιση της κρίσης όπως η τραπεζική ένωση και ευρωπαϊκός μηχανισμός σταθερότητας λειτούργησαν μόνο στο πλαίσιο της ευρωζώνης λόγω του ότι χώρες που δεν ανήκαν στην ζώνη του ευρώ όπως η Μεγάλη Βρετανία θα έθεταν βέτο σε περίπτωση ευρύτερης εφαρμογής στο πλαίσιο της ΕΕ. Σε ορισμένες περιπτώσεις επιτεύχθηκαν συμφωνίες μόνο μέσα από την χρήση συμβάσεων του διεθνούς δικαίου εκτός της ΕΕ διότι κάποιες χώρες της ΕΕ μπλόκαραν κάθε τροποποίηση των ευρωπαϊκών συμβάσεων όπως η εισαγωγή του δημοσιονομικού συμφώνου. Ενώ κατά την παράδοση της ΕΕ οι χώρες μέλη διαπραγματεύονται αμφιλεγόμενα ζητήματα έως ότου υπάρχει κάποιος ικανοποιητικός συμβιβασμός για όλες τις πλευρές, υπό την πίεση των κρίσεων αυξήθηκε η ετοιμότητα άρνησης απέναντι σε συμβιβασμούς η πλειοψηφικής παράκαμψης διαφωνούντων χωρών. Η Ελλάδα βρέθηκε πολλές φορές εκτεθειμένη στην πίεση πλειοψηφικής παράκαμψης της πολιτικής βούλησης των εθνικών της αντιπροσωπειών και επομένως διαθέτει επαρκές know how στον συγκεκριμένο τομέα. Πολλές φορές μάλιστα η χώρα μας αντέδρασε στην πίεση με προσωρινή και άτυπη αναστολή η παράκαμψη των μνημονίων και αντίστοιχη αναπροσαρμογή όταν το επέβαλε η πίεση των εταίρων. Η συγκεκριμένη κατάσταση ωστόσο δεν αποτελεί στρατηγική πολιτικής, ούτε για τις χώρες μέλη της ΕΕ ούτε για το θεσμικό της οικοδόμημα. Το ερώτημα που τίθεται είναι με πόση διαφοροποιημένη ενσωμάτωση και με πόσες αποφάσεις κατά μεμονωμένων χωρών μπορεί η ΕΕ να παραμείνει βιώσιμη.
Κατηγορία:

Ο λαϊκισμός του ΣΥΡΙΖΑ και ο τελικός ρεαλισμός

0


Μαυροζαχαράκης Εμμανουήλ
Πολιτικός Επιστήμονας –Κοινωνιολόγος

Με την κρίση κατέρρευσε η πελατειακή συναίνεση της μεταπολίτευσης η οποία συντηρούσε ποικίλα πλέγματα εξουσίας εν μέσω της ανεξέλεγκτης διανομής παροχών, προνομίων και εξουσιών. Τα διαφαινόμενο τέλος της πελατειακής διανομής και αναδιανομής οδήγησε σταδιακά σε μια λαϊκιστική ριζοσπαστικοποίηση των μαζών υπό την αιγίδα του αριστερού ΣΥΡΙΖΑ .
Το λαϊκιστικό κέλευσμα της «ελπίδας» που εξέφρασε η ελληνική αριστερά γοήτευσε τους πολίτες ενώ η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της κρίσης ως σύνθεση μεταξύ σκληρών δημοσιονομικών μέτρων, υπαρξιακής φοβίας μπροστά στην ενδεχόμενη απώλεια της κοινωνικής θέσης, ξενοφοβίας, ευρωφοβίας, εθνικισμού , σκόπιμα καλλιεργούμενων μύθων στο πλαίσιο μιας συλλογικής αυταπάτης συγκρότησαν ένα πολιτικό πεδίο το οποίο ευνόησε την συνεργασία μεταξύ αριστεράς και άκρας δεξιάς στην Ελλάδα. Σύντομα ωστόσο οι υπερφίαλες ελπίδες που καλλιεργήθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ προδόθηκαν. 
Η προεκλογική υπόσχεση του ΣΥΡΙΖΑ να διαπραγματευτεί μια δικαιότερη συμφωνία που θα απαλύνει τους όρους της σκληρής νεοφιλελεύθερης λιτότητας δεν ευοδώθηκε σε κανένα σημείο. Αντίθετα μάλιστα ο δηλωτικά αντιμνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα συμφώνησε πρόσφατα με τους εταίρους της ευρωζώνης ένα εκ των σκληρότερων προγραμμάτων λιτότητας που περιέχει ελάχιστες αναπτυξιακές προοπτικές , ενώ υπερχειλίζει από μέτρα περικοπών , υπερβολικής φορολόγησης , αναστολής δικαιωμάτων, ιδιωτικοποιήσεων , εκποίησης δημοσίων αγαθών και εγκλωβισμού της χώρας σε ένα μνημόνιο διαρκείας . 
Την ίδια στιγμή οι δανειστές προειδοποιούν ότι επίκεινται ακόμα μεταρρυθμίσεις στα εργασιακά ( απελευθέρωση απολύσεων, απορύθμιση εργασιακών δικαιωμάτων κοκ ) και κάποιες λεπτομέρειες στο ζήτημα των κόκκινων δανείων ενώ τονίζουν με στόμφο ότι αν δεν βγούν τα νούμερα, θα ενεργοποιήσουν τον «κόφτη» και δεν θα διστάσουν να βάλουν στο τραπέζι ακόμα περισσότερα μέτρα και υπονοούν προφανώς το κούρεμα των καταθέσεων , τις απολύσεις στο δημόσιο και την εκποίηση δημόσιας περιουσίας. 
 Την ίδια στιγμή ωστόσο και με έντονο λαϊκιστικό τρόπο επιχειρεί η κυβέρνηση Τσίπρα να αποστασιοποιηθεί ρηματικά από το περιεχόμενο των μέτρων λιτότητας που η ίδια διαπραγματεύτηκε , ψήφισε και πρόκειται να εφαρμόσει. Η περίπτωση του ελληνικού ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί ένα σαφές παράδειγμα ενός ιδιότυπου λαϊκισμού ο οποίος συνδυάζει τις πιο αντίθετες μεταξύ τους προσδοκίες, αξιώσεις και παραδοχές. 
Ο συγκεκριμένος τύπος λαϊκισμού συνδυάζει το αξίωμα της λαϊκής κυριαρχίας και το αίσθημα της εθνικής υπερηφάνειας, μαζί με το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη εντός του πολιτικού πλαισίου της ευρωζώνης το οποίο επιτάσσει ακριβώς το αντίθετο δηλαδή την σχετικότητα της εθνικής κυριαρχίας για χάριν της υπερεθνικής οντότητας ,όπως και την προτεραιότητα της δημοσιονομικής σταθερότητας έναντι της κοινωνικής πολιτικής και των πολιτικών αναδιανομής. 
Εντούτοις η αναπόφευκτη η δραστική πολιτικοιδεολογική στροφή ( U-TURN) του κυβερνώντος κόμματος που είχε ως απαύγασμα την υπογραφή σκληρών μνημονίων και την ολοκληρωτική ήττα των αριστερών ιδεολογημάτων περί διαγραφής του χρέους , περί αποικίας χρέους , περί κατάργησης και επαναδιαπραγμάτευσης του μνημονίου κοκ . Με άλλα λόγια η αριστερά στην Ελλάδα νίκησε εκλογικά αλλά ηττήθηκε ιδεολογικά. 
Αυτό είναι το τίμημα της εγκαθίδρυσης στην εξουσία. Μάλιστα ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε το ακατόρθωτο. Με κάποιο μαγικό τρόπο στην Ελλάδα οι θιασώτες της μυθολατρείας μετατράπηκαν σε φορέα πολιτικού ρεαλισμού. Το μνημόνιο θεωρείται πλέον αναπόφευκτο δεδομένο από την πλεοιψηφία των πολιτών. 
Άρα το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ μαζί με την πολιτική προπαγάνδα που εξέφρασε λειτούργησαν ως πολιτικό χωνευτήρι το οποίο δημιούργησε ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις στην βάση σταδιακής αποδοχής των μέτρων λιτότητας.
Κατηγορία:

Το πολιτικό κενό της Ευρώπης

0


Μαυροζαχαράκης Εμμανουήλ
Πολιτικός Επιστήμονας –Κοινωνιολόγος

Η αποσπασματική συναίνεση που διαχρονικά νομιμοποιούσε σχετικά το ευρωπαϊκό εγχείρημα και η οποία τροφοδοτούνταν από πολιτικές εκροές της διαδικασίας ενοποίησης όπως οι ελευθερίες μετακίνησης και κατανάλωσης τίθεται σήμερα ολοσχερώς υπό αμφισβήτηση. Η ευρωκρίση διαίρεσε την ΕΕ σε χώρες πιστωτές και χώρες οφειλέτες με αντιστοίχως αυτοτελή συμφέροντα. Η διαίρεση αυτή εκφράζεται καθαρά σε συγκρούσεις στο επίπεδο του ευρωπαϊκού συμβουλίου και διαπερνά όλα τα όργανα της Κοινότητας όπως την ΕΚΤ. Από την έναρξη της κρίσης η Γερμανία έλαβε την θέση του κύριου πιστωτή από μια καθαρά εθνική σκοπιά , αφού ο κύριος στόχος ήταν η διάσωση γερμανικών τραπεζών. Η πρώτη διάσωση που εφαρμόστηκε το 2010 με βάση το παράδειγμα της Ελλάδας δεν αφορούσε μόνο την Ελλάδα αλλά και τις μεγαλύτερες χώρες της ευρωζώνης υπό την έννοια ότι επιχειρήθηκε μια μείωση των πολλαπλασιαστών δυσπιστίας απέναντι στις πυρηνικές χώρες της Ευρωζώνης . Με άλλα λόγια αν μειωνόταν η εμπιστοσύνη των αγορών στην Ελλάδα, θα μειωνόταν αναπάντεχα και για άλλες χώρες τις ευρωζώνης όπως την Ισπανία, την Ιταλία και ίσως ακόμα και τη Γαλλία, αυξάνοντας απεριόριστα τον βαθμό διακινδύνευσης . Ενώ λοιπόν υπήρχε η ρήτρα της μη διάσωσης κρατών (no bail out) και το κάθε κράτος στην ουσία είχε την υπευθυνότητα για τα χρέη του αυτή παραβιάστηκε και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που διασύρθηκε το ευρώ στην κοινή γνώμη των ισχυρών βόρειων χωρών. Είναι προφανές ότι η εν λόγω στάση δεν μπορούσε παρά να συναντήσει εξ αρχής σοβαρές αντιρρήσεις στον βόρειο-ευρωπαϊκό πληθυσμό και ειδικά στον γερμανικό, ο οποίος δεν μπορούσε πλέον να έχει εικόνα του κόστους διάσωσης και της κατανομής του. Οι αντιρρήσεις αυτές του γερμανικού πληθυσμού αντανακλούν απρόθυμη την στάση των πολιτών και σε άλλες χώρες της ΕΕ. Η απροθυμία αυτή δεν ερμηνεύεται ως φαινόμενο εθνικισμού αλλά αποτελεί έκφανση ενός δημοκρατικού ελλείμματος στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Ο τρόπος με τον οποίο επιχειρήθηκε η αντιμετώπιση της ευρωκρίσης δεν συγκρούστηκε μόνο με το ισχύον ευρωπαϊκό δίκαιο, αλλά παραβίασε πολλές φορές το πεδίο αρμοδιότητας εθνικών κοινοβουλίων. Υπό την επίκληση συνθηκών εκτάκτου ανάγκης τα αρμόδια όργανα της ευρωζώνης και ειδικά η λεγόμενη τρόικα επέβαλαν κοινοβουλευτικές διαδικασίες του κατεπείγοντος, υπουργικές αποφάσεις και προεδρικά διατάγματα , κάτι που αντιβαίνει τόσο στο θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο της Ε.Ε., όσο και στην δημοκρατικά εκφρασμένη βούληση των πολιτών . Με βάση τα παραπάνω οφείλει να υποθέσει κανείς λογικά ότι εάν πράγματι υπάρχει μια αναβίωση της οπισθοδρόμησης προς το εθνικό κράτος τότε αυτό είναι αποτέλεσμα μιας λανθασμένης ευρωπαϊκής πολιτικής για την αντιμετώπιση της κρίσης. Μιας πολιτικής που καθορίστηκε επί των πλείστον από την γερμανική κυβέρνηση της Angela Merkel. Όσο απλουστευτικό και να είναι το εν λόγω επιχείρημα στον πυρήνα του δεν στερείται αλήθειας, ειδικότερα εάν λάβουμε υπόψη συνολικά την ευρωπαϊκή πολιτική αντιμετώπισης κρίσεων συμπεριλαμβανομένου του ζητήματος της Ουκρανίας και του προσφυγικού. Η τάση επανεθνικοποίησης της ευρωπαϊκής πολιτικής φαίνεται άλλωστε από την δημόσια κλιμακούμενη σύγκρουση μεταξύ των ηγετών των κρατών. Αντί να γίνουν βήματα προς μία ευρωπαϊκή ομοσπονδία κρατών δημιουργήθηκε ένα πολύπλοκο σύστημα αμοιβαίων ελέγχων , κανόνων και κυρώσεων με βάση το οποίο τα κράτη προβαίνουν συνεχείς σε αμοιβαίες επικρίσεις και καταδίκες . Το δυσλειτουργικό ευρωπαϊκό πολιτικό οικοδόμημα δημιουργεί συνεχείς διχασμούς και δεν διευκολύνει πλέον τις συναινέσεις ελλείψει των απαραίτητων δικλείδων ασφαλείας. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση διαθέτει επομένως αποσπασματικό χαρακτήρα υπό την έννοια της ύπαρξης ενός μεγάλου πολιτικού κενού της έλλειψης ενός ενιαίου ομοσπονδιακού ευρωπαϊκού κράτους πρόνοιας που θα μπορούσε να μεσολαβήσει ρυθμιστικά και εξομαλυντικά στα επιμέρους κράτη μέλη με μέσα από μια ενιαία ομοσπονδιακή πολιτική τόσο στον δημοσιονομικό όσο και στον κοινωνικοοικονομικό τομέα.

Ενώ λοιπόν η νομισματική ένωση από την αφετηρία της διέθετε τον χαρακτήρα ενός πολιτικού εγχειρήματος σήμερα έλαβε τον χαρακτήρα ενός τεχνοκρατικού υπεροικοδομήματος στο οποίο τα πάντα ελέγχονται από διαφανείς και παρασκηνιακούς θεσμούς. Δυστυχώς στο Μάασριχτ δεν υλοποιήθηκε η αρχική πρόθεση να τεθούν τα θεμέλια για μια Ευρωπαϊκή Πολιτική Ένωση η οποία θα προσέφερε την απαραίτητη καθοδήγηση και ευταξία και σε βάθος χρόνου και μια δέσμη δικλείδων ασφαλείας. Σήμερα λοιπόν η Ευρώπη πληρώνει με την ευρωκρίση καθυστερημένα το τίμημα για την γερμναική ενοποίηση . Το ευρώ ως σκληρό νόμισμα υπήρξε άλλωστε παράγωγο μιας μεγάλης συναλλαγής μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας. Η Γαλλία υποσχέθηκε όπως και έγινε να στηρίξει την πρόοδο και ολοκλήρωσης της γερμανικής ενοποίησης και η Γερμανία με την σειρά της έδειξε πρόθυμη να εγκαταλείψει το δικό της πολύ σκληρό μάρκο και να συμμετάσχει ενεργά στην περιπέτεια του ευρώ μαζί με μαλακά νομίσματα . Η Γερμανία όμως επέμεινε στην στης έδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στην Φραγκφούρτη και στην συγκρότηση της με βάση τα αυστηρά γερμανικά κριτήρια.

Παρά τις αρνητικές πτυχές που ενέσκηψαν όμως με την κρίση χρέους στην Ευρώπη, εδραιώθηκε πλέον διάχυτα η πεποίθηση ότι η αποδέσμευση της νομισματικής ένωσης από την πολιτική ένωση υπήρξε ένα ιστορικό λάθος, μία άποψη που ασπάζονται πλέον όλες οι χώρες της ευρωζώνης εκφράζοντας παράλληλα την ετοιμότητα να προχωρήσουν ένα βήμα παραπέρα προς την πολιτική ενοποίηση. Για να εξέλθει με δημοκρατικό τρόπο η ΕΕ από την κρίση νομιμοποίησης και εμπιστοσύνης που την διακατέχει θα πρέπει να αναχαιτίσει τον κίνδυνο αυτονόμησης των μεμονομένων εκτελεστικών εξουσιών. Μόνο όταν το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο είναι σε θέση να ελέγξει τις εθνικές κυβερνήσεις εξίσου αποτελεσματικά όπως το κάνουν τα εθνικά κοινοβούλια τις εθνικές κυβερνήσεις είναι δυνατή μια μεταβίβασης σε ευρωπαϊκό επίπεδο του καθοριστικού κυριαρχικού δικαιώματος στον τομέα της κύρωσης προϋπολογισμών .

Αυτό θα είναι το πρώτο μεγάλο βήμα για την περαιτέρω ενοποιητική πορεία.

Κατηγορία:

Το αδιέξοδο της σοσιαλδημοκρατίας

0


Μαυροζαχαράκης Εμμανουήλ
Πολιτικός Επιστήμονας – Κοινωνιολόγος

Προφανές και πολυσυζητημένο είναι το πολιτικό, οργανωτικό και ιδεολογικό αδιέξοδο από το οποίο περνάει η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία τις τελευταίες δεκαετίες. Το αδιέξοδο αυτό εκφράζεται εμμέσως πλην σαφώς, μέσα από την αδυναμία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων να συγκρατήσουν στις τάξεις τους την εκλογική τους πελατεία και την κοινωνική τους βάση σε εργαζομένους , υπαλλήλους και συνταξιούχους.

Η συγκεκριμένη πορεία κατολίσθησης, τεκμαίρεται με τρόπο ασυγκράτητο χωρίς την παρεμβολή ενδεχόμενων επιβραδυντικών και επιδιορθωτικών παραμέτρων, όπως είναι η μεγάλη ιστορική παρακαταθήκη και η πολιτική σταθερότητα πολλών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Γηραιάς Ηπείρου. Αντίθετα μάλιστα. Τα περισσότερα προλεταριακά και εργατικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα υποβαθμίζονται τα τελευταία 30 χρόνια όλο και περισσότερο από θεσμικά ενσωματωμένους πολιτικούς οργανισμούς απόλυτης ισχύος σε πολιτικά σχήματα σχετικής εκλογικής εμβέλειας και περιχαρακωμένης κοινωνικής ευρύτητας. Τίθεται επομένως το ζωτικό ερώτημα γιατί συμβαίνει αυτό και γιατί οι ψηφοφόροι άρχισαν να κολυμπούν σε άλλες πολιτικές δεξαμενές.

Σε κάποιες μακρινές εποχές η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη υποκινούσε τα φοβικά αντανακλαστικά των πλουσίων και κοινωνικά ισχυρών όχι τόσο λόγω βίαιης διάθεσης ή λόγω ένοπλης δράσης αλλά λόγω συγκροτημένης ιδεολογικής ετοιμότητας. Το πνευματικό οπλοστάσιο των σοσιαλιστών αμφισβητούσε και έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τα θεμέλια του της καπιταλιστικής παγκόσμιας τάξης.

Εάν στο μακρύ παρελθόν οι καταπιεστές ήταν αυτοκράτορες , βασιλείς και φεουδάρχες σήμερα είναι πολιτικοί , αφεντικά των πολυεθνικών και πολυεκατομμυριούχοι μέτοχοι. Την ίδια στιγμή οι συνθήκες για τους "υποδουλωμένους εργάτες" είναι πολύ ευνοϊκότερες σε σχέση με το παρελθόν υπό την έννοια ότι προστατεύονται από συλλογικές συμβάσεις εργασίας , από το εργασιακό δίκαιο και από αντίστοιχα δικαστήρια. Με δικές τους παρεμβάσεις και αγώνες οι σοσιαλδημοκράτες σε όλη την Ευρώπη κατοχύρωσαν τα θεμελιακά κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων , ειδικότερα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Σημειώνεται ότι είχε προηγηθεί με την άνοδο του φασισμού σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες η κατάργηση όλων των εργασιακών κατακτήσεων που είχαν επιτευχθεί από τους σοσιαλδημοκράτες μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο έως την άνοδο του Χίτλερ. Το εργασιακό οκτάωρο μετατράπηκε από του ναζί άμεσα σε δεκαεξάωρο , οι άγαμοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν ειδικό φόρο και η αναγκαστική εργασία επανήλθε. Την ίδια στιγμή τα μέλη αριστερών κομμάτων που αγωνίζονταν μαζί με τους εργάτες υποβλήθηκαν σε φυλακίσεις , βασανιστήρια και εκτελέσεις.

Με την πτώση του φασισμού επανιδρύθηκαν τα συνδικάτα και η σοσιαλδημοκρατία μπήκε στην πιο ισχυρή της ιστορική περίοδο η οποία χαρακτηρίστηκε ως "χρυσός αιώνας της σοσιαλδημοκρατίας". Από την δεκαετία του εβδομήντα έως και τα μέσα της δεκαετίας του 80 , παρατηρήθηκε μια συνεχή άνοδο των μισθών, μια σταθερή επέκταση των εργασιακών δικαιωμάτων και μια σημαντική άνοδο του κοινωνικού επιπέδου διαβίωσης. Η σύνδεση και ο συνδυασμός μιας επεκτατικής κοινωνικής ευημερίας με μια δραστική οικονομική απογείωση ήταν η φόρμουλα της επιτυχίας.

Από την δεκαετία του 80 και μετά τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν με την άνοδο των οικολόγων πρασίνων, της νέας δεξιάς και της λαϊκιστικής ακροδεξιάς που κατόρθωσαν εν μέσω μιας οξείας ρητορικής να προσελκύσουν μια μεγάλη μερίδα εργαζομένων και υπαλλήλων. Ειδικότερα η φανατική ρητορική γύρω από το μεταναστευτικό ζήτημα που διατύπωσε η νέα δεξιά μαζί με την ακροδεξιά έδρασε γοητευτικά στα κατώτερα και μεσαία κοινωνικά στρώματα. Η νέα δεξιά και η ακροδεξιά καλλιέργησαν στους εργαζομένους περίτεχνα τον φόβο εκτοπισμού από την αγορά εργασίας, έναν νέο εθνικισμό σε συνδυασμό με έναν στοχευμένο ρατσισμό που επέλεγε τις ομάδες στόχου αναλόγως των περιστάσεων.

Παράλληλα κατόρθωσαν οι οικολόγοι -πράσινοι με μία νέα ατζέντα που έθετε στο επίκεντρο πραγματολογικές οικολογικές ευαισθησίες να αποσπάσουν από την σοσιαλδημοκρατία έναν μέρος της διανόησης και μεσαίων υπαλληλικών στρωμάτων. Όλες αυτές οι εξελίξεις είχαν ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση της σοσιαλδημοκρατίας σε μια μεσαία δύναμη εν μέσω της έκλειψης της άλλοτε σθεναρής υποστήριξης των εργαζομένων και υπαλλήλων .

Ως εκ τούτου η σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται σήμερα σε ένα πραγματικό αδιέξοδο όπως και οι συλλογικοί θεσμοί που εκπροσωπούν τον κόσμο της εργασίας. Στα συνδικάτα για παράδειγμα οργανώνονται όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι και υπάλληλοι λόγω της επικράτησης της αντίληψης ότι οι θεσμοί συλλογικής δράσης δεν μπορούν αποτελεσματικά να διεκδικήσουν περισσότερα δικαιώματα και να αλλάξουν κάτι στα δεδομένα. Ο καθένας προσπαθεί πλέον ως μονομάχος να αντιταχθεί στα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα και να διαπραγματευτεί ατομικά πλεονεκτήματα.

Η συγκεκριμένη νοοτροπία και αντίληψη παραβλέπει ωστόσο ότι ακόμα και όσοι δεν είναι μέλη σε συνδικάτα αντλούν πλεονεκτήματα από τις συλλογικές συνδικαλιστικές κατακτήσεις.

Η εξασθένιση των συνδικάτων και της σοσιαλδημοκρατίας οδηγεί τους αντίστοιχους συλλογικούς και κομματικούς φορείς σε δράσεις που βασίζονται στον φόβο. Οι υποχωρήσεις της σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό μέσω του λεγόμενου τρίτου δρόμου των Τόνι Μπλερ και Γκερχαρτ Σρέντερ ή του εκσυγχρονισμού του Κώστα Σημίτη αποτέλεσαν δήθεν προσπάθειες αναπροσαρμογής που στην πραγματικότητα υποκινήθηκαν από τα φοβικά αντανακλαστικά της εξαφάνισης ή της υποχώρησης. Το ίδιο ισχύει και με την προσχώρηση σε δεξιές και εν μέρει ακροδεξιές θέσεις όσον αφορά το μεταναστευτικό μπροστά στον φόβο της απώλειας ψήφων απέναντι σε ρατσιστικά και εθνικιστικά κόμματα. Οι υποκινούμενες από τον φόβο προσχωρήσεις τόσο στον νεοφιλελευθερισμό όσο και σε αντιλήψεις κλειστής κοινωνίας αποδυναμώνουν αντί να δυναμώνουν την σοσιαλδημοκρατία. Αντίθετα η επιμονή σε κοινωνικές κατακτήσεις όπως η πρόσφατη αύξηση του βασικού μισθού στην , η αύξηση των πόρων και των διορισμών στην παιδεία , στον τομέα υγείας και πρόνοιας, η αύξηση των θέσεων σε νηπιαγωγεία και παιδικούς σταθμούς , η επέκταση του ολοήμερου σχολείου , ο εκσυγχρονισμός των πανεπιστημίων αποτελεί στρατηγική επιλογή της σοσιαλδημοκρατίας που την ενισχύει και την δυναμώνει όπως φαίνεται εν μέρει στο παράδειγμα της Γερμανίας και περισσότερο ακόμα στο παράδειγμα της Αυστρίας. Στην Αυστρία οι σοσιαλδημοκράτες του Βερνερ Φαινμαν κατόρθωσαν

να κατοχυρώσουν σημαντικά κοινωνικά δικαιώματα όπως η συνταγματική ενσωμάτωση των δικαιωμάτων των παιδιών και να πετύχουν αισθητή μείωση της ανεργίας και της απόλυτης φτώχειας χωρίς να υποπέσουν στην επέκταση του δημόσιου ελλείμματος. Τα διεθνή ΜΜΕ αναφέρονται ελάχιστα στις επίκαιρες κοινωνικές επιτυχίες της σοσιαλδημοκρατίας μεταφέροντας την έμφαση ολοσχερώς στο δημοσιονομικό ζήτημα το οποίο κυριαρχεί την ατζέντα.

Εν κατακλείδι η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας συνδυάζεται με απώλεια δικαιωμάτων για τους εργαζομένους και υπαλλήλους. Η πίστη ότι όλα θα φτιάξουν από μόνα τους οδηγεί αφενός στην μαζική μετακίνηση ψηφοφόρων προς την αποχή και αφετέρου στην μετακίνηση προς τα δεξιά ή προς τα άκρα του πολιτικού φάσματος . Όμως ο πραγματολογικά δικαιολογημένος φόβος μπροστά στην ανεργία και την φτώχεια, που κατ επέκταση εκφράζεται και ξενοφοβικά, δεν πρέπει να οδηγεί τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην εγκατάλειψη της αμιγώς κοινωνικής τους ταυτότητας για χάρη του επαναπατρισμού χαμένων ψηφοφόρων. Με άλλα λόγια οι διαχρονικές σοσιαλδημοκρατικές αξίες δεν πρέπει να χάνονται στα πυρά του φόβου.

Κατηγορία:

Οι εκλογές και το ζήτημα του χρέους

0


Μαυροζαχαράκης Εμμανουήλ

Κοινωνιολόγος –Πολιτικός Επιστήμονας

Οι επικείμενες εκλογές διεξάγονται στον απόηχο μιας έντονης περιόδου αμφισβήτησης της ευρωπαϊκής προοπτικής της Ελλάδος. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έκανε τα πάντα ώστε να κερδίσει έδαφος η άποψη μιας προσωρινής ή μόνιμης εξόδου της χώρας μας από το ευρώ. Μόνο όταν έφτασε η Ελλάδα στα πρόθυρα της ολικής κατάρρευσης με μία κοινωνία σε αναβρασμό, με μια οικονομία σε τραγική ύφεση και με τις τράπεζες κλειστές η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ άλλαξε ρότα και στράφηκε προς τον ολικό συμβιβασμό. Οι παραπάνω διαπιστώσεις αποτελούν το καταστάλαγμα της κοινής γνώμης. Όμως η ρίζα του προβλήματος δεν είναι αποκλειστικά η διαχειριστική και κυβερνητική αδυναμία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ αλλά και η εξαιρετική ένδεια που παρουσιάζουν τα πολιτικά κόμματα στην χώρα μας συνολικά όσον αφορά την πρόταξη μιας ελληνικής στρατηγικής στην Ευρώπη. Ασφαλώς η ρίζα του ελληνικού προβλήματος εντοπίζεται στο ζήτημα του χρέους που έθεσε την χώρα στο μάτι του κυκλώνα, καθιστώντας την ευάλωτη απέναντι στις απαιτήσεις των ισχυρών της Ευρώπης. Το ελληνικό χρέος ωστόσο κατέδειξε ταυτόχρονα πόσο ευάλωτη είναι η Ευρώπη απέναντι στην πίεση μιας χώρας όπως η Ελλάδα. Ειδικότερα δε αποδείχτηκε ότι μία μονομερή ενέργεια αποπομπής της Ελλάδος από το ευρώ θεωρείται πολιτική αυτοκτονία της Ευρωζώνης, αυξάνοντας περαιτέρω το κόστος της ελληνικής διάσωσης. Μια αποπομπή της Ελλάδος θα σηματοδοτούσε ένα απρόβλεπτο μήνυμα για την σταθερότητα της ΕΕ στο σύνολο της., ενώ οι αντίστοιχες συμβάσεις δεν προβλέπουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ακόμα και μια εθελοντική έξοδο της Ελλάδος φέρνει σε κίνδυνο την ευρωπαϊκή σταθερότητα και θα έχει επιπρόσθετο κόστος πολλών δισεκατομμυρίων για το σύστημα των κεντρικών τραπεζών. Υπό αυτές τις συνθήκες η Ελλάδα όχι μόνο δεν εκδιώχτηκε από το ευρώ αλλά έλαβε ένα νέο μεγάλο δάνειο ενώ συζητιέται πλέον ανοικτά η πάγια ελληνική έκκληση για απομείωση του χρέους. Δυστυχώς όμως τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα δεν διαβλέπουν την αναδυόμενη ευκαιρία συγκρότησης μιας ενιαίας στρατηγικής επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους. Επομένως το συγκεκριμένο διακύβευμα δεν τίθεται στο επίκεντρο της εκλογικής διαμάχης. Αντί λοιπόν τα συστημικά κόμματα να διαγνώσουν τις ευοίωνες ευκαιρίες που προέκυψαν μέσα από την διαπραγματευτική διαδικασία που προηγήθηκε η οποία σίγουρα οδήγησε σε έναν επώδυνο μνημονιακό συμβιβασμό του Αλέξη Τσίπρα, διαπληκτίζονται γύρω από επιμέρους κατηγορίες που αφορά λιγότερο ή περισσότερο τον βαθμό της μνημονιακής δέσμευσης του καθενός.

Με βάση αυτά τα δεδομένα, η Ελλάδα αντί να επιδιώξει τον εκβιασμό της Ευρώπης μέσα από απειλές μονομερούς στάσης πληρωμών πρέπει να θέσει στο επίκεντρο την απομείωση του χρέους προσφέροντας ως αντάλλαγμα την γρήγορη και αποτελεσματική εφαρμογή μεταρρυθμιστικών μέτρων διαρθρωτικού χαρακτήρα πέραν του μνημονίου που μακροπρόθεσμα έχουν και θετικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Τέτοια μέτρα είναι για παράδειγμα η ποιοτική εμβάθυνση του Καλλικράτη , η αύξηση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης μέσα από μεθόδους σύγχρονου μάνατζμεντ, την συνεχή αναβάθμιση του προσωπικού και την πλήρη μηχανοργάνωση. Παράλληλα απαιτείται ένας στρατηγικός επενδυτικός χάρτης μέσα από ένα χωροταξικό επενδύσεων που θα δίνει έμφαση σε φορολογικά και άλλα κρατικά κίνητρα έναντι της προσφοράς ποιοτικών θέσεων εργασίας και την εισαγωγή καινοτομίας . Το νέο ελληνικό παραγωγικό μοντέλο δεν είναι απαραίτητο να στηριχτεί στην φτηνή εργασία αλλά μπορεί κάλλιστα να επενδύσει στο υψηλό κοινωνικό κεφάλαιο που διαθέτει η χώρα. Εάν οι προτάσεις για ένα προσαρμοσμένο ελληνικό παραγωγικό μοντέλο δεν έρθουν από την ελληνική πλευρά κάποια στιγμή θα έρθουν ετοιμοπαράδοτες από το ΔΝΤ ή άλλους αποξενωμένους θεσμούς με τα ελληνικά δεδομένα. Αντί των άκαρπων συζητήσεων του προοδευτικού χώρου που περιστρέφονται μονομερώς γύρω από τον σκληρό χαρακτήρα της Ευρώπης, σημαντικό είναι να υπάρξει μια συγκροτημένη πρόταση η οποία θα συνδέει το ζήτημα του χρέους με ένα νέο παραγωγικό μοντέλο. Τα περασμένα 5 χρόνια η χώρα μας δεσμεύτηκε σε έναν σωρό μέτρων τον οποίο τήρησε πλημμελώς και όμως λαμβάνει συνεχώς νέες παρατάσεις και νέα δάνεια .Το νέο μνημόνιο Τσίπρα στην ουσία δεν είναι τίποτα άλλο από ένας κατάλογος των σωρευμένων παραλήψεων του παρελθόντος. Αυτό δείχνει ωστόσο ότι η Ευρωζώνη δεν διαθέτει μέχρι τώρα αποτελεσματικές δυνατότητες αυστηρής κύρωσης παραβάσεων ,ένα κενό που έχει γίνει πλέον αντιληπτό και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί ετοιμάζουν ένα πολύ πιο ασφυκτικό πλαίσιο που στην ουσία θα εμπνέεται από το ελληνικό παράδειγμα και θα ανταποκρίνεται μελλοντικά στην παραβατική συμπεριφορά χωρών μελλών. Η ΕΕ θα αξιοποιήσει μελλοντικά όλα τα πολιτικά μέσα που βρίσκονται στην διάθεση της ώστε να δεσμεύσει την χώρα μας ως οφειλέτη. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα μας θα υπόκειται συστηματικά σε σκληρές υποχρεώσεις, αποστέλλοντας έτσι ένα μήνυμα αποφυγής παραβάσεων στις υπόλοιπες χώρες. Στην εξελισσόμενη κρίση χρέους οι ομπρέλες διάσωσης οι οποίες κανονικά αποσκοπούσαν στην σταθερότητα του νομίσματος αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν την παρακαμπτήριο των κρατικών προϋπολογισμών οι οποίοι από την πλευρά τους ικανοποιούσαν αιτήματα των τραπεζών, απαιτήσεις του ασφαλιστικού συστήματος και ποικίλων εταιρειών. Σήμερα πλέον πολλές κυβερνήσεις ζητούν μεσοπρόθεσμα την ολοκληρωτική αναδιάρθρωση των θεσμών διάσωσης ώστε να μην εξυπηρετούν πλέον τα κρατικά χρέη αλλά την σταθεροποίηση του νομίσματος και κατά συνέπεια να αφορά στην λειτουγικότητα και σθεναρότητα του τραπεζικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η ένωση τραπεζών αποτελεί ήδη ένα σημαντικό βήμα σε αυτή την κατεύθυνση. Μεταξύ των άλλων προτάσεων που έχουν κατατεθεί είναι η αποκλειστική ενασχόληση του ESM με την χρηματοδότηση αναδιαρθρώσεων στον τραπεζικό τομέα υπό την παράλληλη λήψη σταθεροποιητικών μέτρων για την αποφυγή διασώσεων τραπεζών. Πολλοί ειδικοί θεωρούν άλλωστε ότι από την στιγμή που θα εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα και η σταθερότητα του τραπεζικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος το ενδεχόμενο μιας κρατικής χρεοκοπίας σχετικοποιείται κατά πολύ χάνοντας την φόρτιση του ως φόβητρο.

Υπό την παραπάνω έννοια είναι σημαντικό να υπάρξει ένα συναινετικό ελληνικό σχέδιο για το χρέος πριν αρχίσουν οι εξελίξεις στην Ευρώπη να τρέχουν συμπυκνωμένα για άλλη μια φορά αρνητικά για την χώρα μας . Αυτό το σχέδιο για το χρέος θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πραγματικό κριτήριο επιλογής στις επικείμενες εκλογές .
Κατηγορία:

Η σχεδιαζόμενη αρχιτεκτονική της Ευρώπης και η Ελλάδα

0


Μαυροζαχαράκης Μανόλης 
Πολιτικός Επιστήμονας –Οικονομολόγος 

Ο πρώτος λόγος στην λιτότητα 

Εν μέσω της διαπραγμάτευσης για το «ελληνικό ζήτημα» διέρρευσε το μυστικό σχέδιο της Γερμανίας για μια νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική που κατά ορισμένους ονομάζεται εσφαλμένα και «σχέδιο για μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων». Ο συγκεκριμένος τίτλος είναι ατυχής, διότι η Ευρώπη δύο και περισσοτέρων ταχυτήτων υφίσταται από την δεκαετία του 80 και δεν είναι κάτι νέο. 

Το νέο σχέδιο εντούτοις που ετοιμάζουν η Γερμανία μαζί με την Γαλλία προβλέπει μια στενότερη σύζευξη των πολιτικών που ασκούν οι χώρες μέλη της νομισματικής ένωσης. 

Ενώ λοιπόν ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας David Cameron επιμένει στην αύξηση της κυριαρχίας των κρατών μελών της ΕΕ μέσω διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων των εθνικών κοινοβουλίων, οι Angela Merkel και Francois Hollande επιχειρούν τα επόμενα βήματα προς την κατεύθυνση ενός ευρωπαϊκού κεντρικού κράτους , εισάγοντας μια ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση , μια ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική και μια ευρωπαϊκή ασφάλεια καταθέσεων και κεφαλαίων για τις τράπεζες. Ο σκοπός του εγχειρήματος είναι να ενώσει την γερμανική εμμονή για νομισματική σταθερότητα με την γαλλική πρόθεση για αύξηση επενδύσεων. Είναι προφανές βέβαια ότι τον πρώτο λόγο τον έχει η Γερμανία, η οποία μετά το 2010 επέβαλε το δόγμα της λιτότητας στην ευρωζώνης παραλείποντας ωστόσο να καλύψει το θεσμικό της έλλειμμα. Τώρα επιχειρεί αναδρομικά να ανταπεξέλθει θεσμικά με σκοπό να καταστήσει τον χώρο του ευρώ πιο ανταγωνιστικό μέσω τη μετάθεσης ακόμα περισσότερων εξουσιών από τα εθνικά κράτη προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. 

Το νέο σχέδιο 

Στο σχέδιο αυτό προβλέπονται μεταξύ άλλων τακτικές σύνοδοι κορυφής της ευρωζώνης με παράλληλη ενίσχυση του Eurogroup δηλαδή των υπουργών οικονομικών της ευρωζώνης και του προέδρου τους εν μέσω της επέκτασης των πόρων που έχει στην διάθεση του. Η ενίσχυση του Eurogroup το οποίο αποτελεί παράπλευρο θεσμό έξω από τις δημοκρατικές διαδικασίες διότι δεν ψηφίζεται από τους πολίτες της Ευρώπης θίγει ένα σοβαρό ζήτημα νομιμοποίησης, τυπικής λειτουργίας των θεσμών και του ρόλου εξωθεσμικών παρεμβάσεων. Εδώ επιβεβαιώνεται ότι η ανεπαρκής θεσμική αποτελεσματικότητα της ευρωζώνης επιχειρείται να καλυφθεί μέσα από θεσμούς και διευθετήσεις που δεν διαθέτουν καμία νομιμοποίηση και οδηγούν σε άτυπη και σκιώδη διακυβέρνηση υπό την ηγεσία της Γερμανίας. Η μορφή αυτή διακυβέρνησης συμπεριλαμβάνει προς το παρόν την Angela Merkel , τον Hollande , το ΔΝΤ με την Lagarde , την ΕΚΤ μέσω του Draghi , τον πρόεδρο της Κομισιόν Juncker και συμπληρώνεται ανά περίσταση από άλλους αρχηγούς κρατών, τεχνοκρατικά όργανα και θεσμικούς εκπροσώπους. Τα άτυπα διακυβερνητικά όργανα αυτού του τύπου υποκαθιστούν σε πολλές περιπτώσεις τις τυπικές θεσμικές δομές της Ευρώπης στην διαχείριση της κρίσης. Το πολύ πρόσφατο ελληνικό παράδειγμα αποτελεί μια απτή απόδειξη. 

Με το που ζήτησε η ελληνική πλευρά πολιτική διευθέτηση γύρω από το ελληνικό πρόγραμμα διάσωσης, στην ουσία νομιμοποίησε το εντελώς άτυπο και παραθεσμικό συμβούλιο των Merkel , Hollande , Lagarde, Draghi, Juncker σε συνεργασία με το Brussels Group να λειτουργήσουν ως κυβερνητικός διαμεσολαβητικός δίαυλος. Το αποτέλεσμα ήταν η επεξεργασία μιας πρότασης ανεξέλεγκτης θεσμικά και απίστευτα σκληρής , η οποία ξεπέρασε ακόμα και το στενό πλαίσιο των αριθμών που ακολουθεί η τρόικα. Το συγκεκριμένο παράδειγμα προϊδεάζει ως έναν βαθμό για τον τύπο διακυβέρνησης που προτίθεται να θεσπίσει η Γερμανία για το μέλλον της ευρωζώνης. Πέρα από τα άτυπο διευθυντήριο που ήδη λειτουργεί, συζητούνται μέτρα όπως η δημιουργία μιας ανεξάρτητης φορολογικής αρχής εντός της ευρωζώνης που θα συλλέγει φόρους ανεξάρτητα από τις εθνικές κυβερνήσεις. 

Επιπλέον σχεδιάζονται εξειδικευμένες δομές εντός του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου που αναφέρονται στην ευρωζώνη ώστε να διασφαλίζεται έστω τυπικά ο δημοκρατικός έλεγχος των νέων αρμοδιοτήτων. 

Η έμφαση όσον αφορά την δημοκρατική νομιμοποίηση τίθεται στην «τυπικότητα» των διαδικασιών , ενώ όσον αφορά την δημοσιονομική περιστολή το μέτρο τίθεται στην «ουσιαστική απόφαση και την εφαρμογή της ». 

Το νέο πρόγραμμα για την ευρωζώνη θα έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα για τις χώρες μέλη ενώ θα συμμετάσχουν και χώρες που προετοιμάζονται για την εισαγωγή του ευρώ. 

Η προοπτική του σχεδίου θυμίζει την πρόταση του Wolfagng Scheuble από την δεκαετία του 90 για έναν ευρωπαϊκό πυρήνα. Οι χώρες μέλη της ευρωζώνης θα υπόκεινται με βάση το σχέδιο που φέρει την υπογραφή της Γερμανίας και της Γαλλίας , σε ένα αυστηρό καθεστώς χωρίς να προβλέπονται ωστόσο νέα μέτρα λιτότητας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα αποφασίζει μελλοντικά της κατευθυντήριες γραμμές της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής οι οποίες θα επικυρώνονται κάθε έτος από μια σύνοδο κορυφής της ευρωζώνης . Υπό συζήτηση είναι επίσης η θέσπιση ενός υπουργείου οικονομικών που θα υπάγεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το οποίο θα επιβλέπει τους προϋπολογισμούς των κρατών μελών με σκοπό την αποφυγή του «αμαρτήματος» των ελλειμμάτων. Με τον τρόπο αυτό θα τεθούν περιορισμοί στην διαπραγμάτευση ειδικών δημοσιονομικών όρων που συνηθίζουν χώρες όπως η Γαλλία , η Ιταλία, η Ελλάδα κοκ , ώστε να επιτύχουν ανεκτούς δημοσιονομικούς στόχους. Η όλη συζήτηση αφορά μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής εκτελεστικής εξουσίας με δικό της προϋπολογισμό που θα στηρίζεται σε φορολογικά έσοδα προερχόμενα από τα εθνικά κράτη. Ο δημοσιονομικός αυτοματισμός τον οποίο επιχειρεί να επιβάλει η Γερμανία συνδέεται αφενός με κυρώσεις και αφετέρου με κίνητρα δημοσιονομικής πειθαρχίας. Ένα τέτοιο κίνητρο είναι η ενίσχυση με επιπλέον πόρους εκείνων των κρατών μελών που θα τηρούν τους κανόνες των Βρυξελών. Στις χώρες που δεν τηρούν τους κανόνες θα επιβάλλονται πρόστιμα και κυρώσεις όπως για παράδειγμα η παρακράτηση και η μη επιστροφή των καταβαλλόμενων φόρων. Παράλληλα συζητιέται και μια διαδικασία για την διευθέτηση μιας οργανωμένης χρεοκοπίας ενός κράτους μέλους. Στην κατεύθυνση αυτή τίθεται το ζήτημα της αυτόματης συμμετοχής των ιδιοκτητών , των καταθετών , των επενδυτών και των πιστωτών στο κόστος διάσωσης μιας χώρας . Ο συγκεκριμένος αυτοματισμός υποτίθεται ότι θα διασφαλίσει μια δικαιότερη αξιολόγηση του ρίσκου μιας κρατικής χρεοκοπίας και επομένως μια ισχυρότερη δημοσιονομική πειθαρχία των κυβερνήσεων. Την ίδια στιγμή μειώνεται το κίνητρο για υπερχρεωμένα κράτη να σταματήσουν την εξυπηρέτηση του χρέους και να ρισκάρουν την έξοδο από το ευρώ. Οι προτάσεις των Merkel/ Ηοllande ελέγχονται προς το παρόν ως προς την νομική τους υπόσταση και πρόκειται να παρουσιαστούν από την Merkel στα τέλη Ιουνίου σε μια σύνοδο κορυφής που θα αφορά τις μεταρρυθμίσεις στην Ευρώπη. Η πρόθεση των Merkel /Hollande είναι η πραγματοποίηση του σχεδίου εμβάθυνσης που επεξεργάζονται χωρίς όμως να αλλάξουν υπάρχουσες συμβάσεις και η συνθήκη της Λισσαβώνας . 

Οι αδυναμίες του γερμανικού σχεδίου 

Ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει το Γερμανογαλλικό διευθυντήριο τα προβλήματα είναι ωστόσο εντελώς επιδερμικός. Η κρίση χρέους δεν συμπαρασύρει μόνο την Ελλάδα σε δραματικές καταστάσεις. Μαζί με την Ελλάδα έχουν εισέλθει και η Πορτογαλία , η Ισπανία , η Ιταλία , η Κύπρο , η Γαλλία αλλά και οι πολλές χώρες του Βορρά όπως το Βέλγιο σε έναν διαβολικό κύκλο ο οποίος συνίσταται στην συνεχή πτώση των εσόδων, μόνιμης ύφεσης , αύξησης των αναγκών και διαρθρωτικής ανεργίας. Ειδικότερα η Γαλλία βρίσκεται από οικονομική σκοπιά σε πορεία κατολίσθησης και δέχεται έντονες πιέσεις από την Γερμανία για μεταρρυθμίσεις. Σε αυτό το πλαίσιο το ελληνικό ζήτημα αποτέλεσε για την Γαλλία μια καλοδεχούμενη ευκαιρία για να αναβαθμίσει την ισχύ της, εμφανιζόμενη στον ρόλο του μεσάζοντα μεταξύ Αθηνών, Βερολίνου και Βρυξελών. Είναι σαφές επίσης ότι η Γαλλία αλλά και η Ιταλία επιχειρούν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία που τους δίδεται μέσα από το φαινομενικά ανυποχώρητο ελληνικό αίτημα για τερματισμό της υπερβολικής λιτότητας. Με άλλα λόγια η διαπραγματευτική αξία της Γαλλίας αυξήθηκε για την Γερμανία εν μέσω της ελληνικής κρίσης. Σε τελική ή ανάλυση ωστόσο η εξέλιξη που περιγράψαμε παραπάνω παραπέμπει σε μια αποτυχημένη οικονομική πολιτική της Γερμανίας για την Ευρώπη . Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ανήλθε στην εξουσία στην Ελλάδα ως ένδειξη θυμού και διαμαρτυρίας του πληθυσμού απέναντι σε οικονομικές μεταρρυθμίσεις που προωθούνται με την επιμονή της Γερμανίας και έχουν την λιτότητα στο επίκεντρο. Η μεταρρυθμιστική πολιτική της Γερμανίας για την Ευρώπη δεν βρίσκει πλειοψηφίες στους πληθυσμούς της Ευρώπης αλλά τείνει αντίθετα να ενισχύσει τα πολιτικά άκρα του εθνολαϊκισμού σε όλη την Γηραιά Ήπειρο. Οι πολίτες στην Ελλάδα , στην Ιταλία , στην Ισπανία , στην Γαλλία , στην Πορτογαλία αλλά και σε άλλες χώρες έχουν ψηφίσει ήδη κατά της Merkel. Ο κοινός νομισματικός χώρος εκτίθεται στον κίνδυνο μιας κοσμικής ύφεσης και η Γερμανία αντιπαραβάλει σε αυτό μόνο ατελείς γραφειοκρατικές λύσεις. Μόνο χάρη της πολιτικής της ποσοτικής χαλάρωσης που εφαρμόζει η ΕΚΤ διατηρείται ένα σχετικά ικανοποιητικό επίπεδο ρευστότητας. Για πρώτη φορά ιστορικά η ΕΚΤ άνοιξε σε τέτοιο βαθμό την χρηματοδοτική της πολιτική μέσω της εξαγοράς κρατικών ομολόγων. Εάν δεν υπάρξουν σύντομα ισχυροί ρυθμοί ανάπτυξης στην Ευρώπη η νομισματική ένωση θα εισέλθει σε επικίνδυνους ατραπούς. Δεν είναι λίγοι οι ειδικοί που ομιλούν για Ιαπωνέζικη δεκαετία που θα συνδέεται με μακροχρόνια ύφεση , υψηλή ανεργία και πτώση της ευημερίας

Αυτό συμβαίνει διότι για τα θύματα της κρίσης σε όλη την Ευρώπη δεν υπάρχει κανένα σχέδιο και ελάχιστη ελπίδα. 

Το ευρωπαϊκό στίγμα και η Ελλάδα 

Η χώρα μας και οι πολίτες της πλήρωσαν αναμφισβήτητα το μεγαλύτερο τίμημα στην Ευρώπη για την κρίση χρέους και αντί να βλέπουν σιγά ,σιγά στον ορίζοντα μια ασφαλή διέξοδο αντικρίζουν μια διαρκή κατολίσθηση προς την καταστροφή. Για όσο καιρό δεν επιλύεται το ελληνικό δράμα ένα συνεχές στίγμα θα επιβαρύνει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Πιθανότατα η ελληνική κρίση να μην είναι πλέον η σπίθα που μπορεί να δρομολογήσει αλυσιδωτές καταστροφικές αντιδράσεις στην Ευρώπη. Μια έξοδος ωστόσο της Ελλάδος από το ευρώ ενδέχεται να αποτελέσει μακροπρόθεσμα την μεγαλύτερη πολιτική , πνευματική και πολιτισμική πρόκληση για την Γηραιά Ήπειρο, η οποία θα επισκιάζεται με το κρίμα της ελληνικής αποβολής. Όσο και αν φαίνεται περίεργο η Ευρώπη της Merkel χρειάζεται επειγόντως μια λύση για την Ελλάδα περισσότερο για λόγους κύρους και πολιτικής συνέχειας παρά για λόγους οικονομικής σταθερότητας. Η εν λόγω διαπίστωση δεν απαλλάσσει βέβαια την ελληνική κυβέρνηση από την υποχρέωση να προβαίνει σε ορθολογική και όχι ιδεοληπτική αναγνώριση του διεθνούς, ευρωπαϊκού και εσωτερικού περιβάλλοντος στο οποίο καλείται να δράσει και προ πάντων να αναλύει σωστά τους συσχετισμούς δυνάμεων. Η ανάλυση, η αναγνώριση , η στρατηγική προετοιμασία αποτελούν στοιχειώδεις προϋποθέσεις πριν την εκφορά πολιτικής. Σίγουρα η τύχη βοηθάει τους τολμηρούς όπως έλεγε ο Βιργίλιος, όμως εξίσου ισχύει ότι «αν πηδήξεις σ' ένα βαθύ πηγάδι, η μοίρα δεν είναι υποχρεωμένη να σε βγάλει από κει» όπως έλεγε ο Thomas Fuller. 

Κατηγορία:

Τα πραγματικά διλήμματα της Ευρώπης

0


Μαυροζαχαράκης Μανόλης 

Πολιτικός Επιστήμονας Κοινωνιολόγος 

Η Ευρώπη περνάει μια διττή κρίση, οικονομική και πολιτική. Η οικονομική κρίση εκφράζεται περισσότερο ως έλλειμμα ανταγωνιστικότητας παρά ως δημοσιονομική αδυναμία. Tο δημοσιονομικό πρόβλημα είναι απλά σύμπτωμα μειωμένης ανταγωνιστικότητας. Συγκεκριμένα, η ευρωπαϊκή οικονομία αδυνατεί να παρακολουθήσει τις ραγδαίες τεκτονικές αλλαγές του καπιταλισμού, με σημαντικές μετατοπίσεις κεφαλαίων και οικονομικής ισχύος προς ανατολάς. Η Ασία προσφέρει ασυγκρίτως πιο συμφέρουσες συνθήκες επένδυσης και επέκτασης κεφαλαίων σε σύγκριση με την Γηραιά Ήπειρο. Τις τελευταίες δεκαετίες εκατοντάδες εκατομμύρια θέσεις εργασίας καταστράφηκαν στην Ευρώπη και μετακινήθηκαν προς την Ασία, που πρόσφερε φθηνότερη και καλά καταρτισμένη εργατική δύναμη. Ο λόγος είναι , ότι ο ευρωπαϊκός πυρήνας εξαιρουμένης της Γερμανίας και των Σκανδιναβικών χωρών δεν αναδιάρθρωσαν τις οικονομίες τους δομικά και θεσμικά και στηρίχτηκαν περισσότερο στον δανεισμό και στην επιδότηση του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Εντούτοις οι εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία ξεπέρασαν την Ευρώπη. Την αναπτυξιακή επέλαση των BRIC (Βραζιλία, Ρωσία Ινδία και Κίνα) ακολούθησαν χώρες με αναπτυξιακή απογείωση όπως οι “N 11”, ( "Next Eleven: Μπαγκλαντές, Αίγυπτο, Ινδονησία, Ιράν, Μεξικό, Νιγηρία, Πακιστάν, Φιλιππίνες, Νότια Κορέα, Τουρκία και Βιεντάμ). Οι χώρες αυτές , λόγω των ιδιαίτερων οικονομικών και δημογραφικών χαρακτηριστικών τους, πέτυχαν σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης και αναμένεται μελλοντικά να "απειλήσουν" ανταγωνιστικά τις σημερινές μεγάλες οικονομίες. Με αυταρχικά πολιτικά καθεστώτα, με υψηλό και ταχέως αυξανόμενο πληθυσμό, χαμηλό κόστος εργασίας , φορολογικά και θεσμικά κίνητρα , δυναμικά αναπτύσσονται επίσης και οι χώρες της ασιατικής ημιπεριφέρειας Β, Κορέα, Ταϋλάνδη Ταϊβάν, Ινδονησία, Σιγκαπούρη, Μαλαισία. Από την άλλη πλευρά η Ευρώπη εισήλθε σε μια βαθιά πολιτική κρίση που άπτεται της (νέο)συντηρητικής ηγεμονίας των τελευταίων δεκαετιών και της αλαζονικής κεντρικής γραφειοκρατίας που περιχαρακώνει τον πλουραλιστικό χαρακτήρα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος καθώς και την αμοιβαία αλληλεγγύη. Η Ευρώπη κατάντησε ένα ακίνητο και εσωστρεφές μόρφωμα που επιβάλει την δημοσιονομική συμμόρφωση , ενδίδοντας σε μια υπεροπτική ομφαλοσκόπηση, Αυτό παραπέμπει στην αβουλία δράσης των κρατών μελών και στην πολιτική της Γερμανίας η οποία δεν εμφορείται από ένα δυναμικό πνεύμα ευρωπαϊκής ενοποίησης με θεσμικό βάθος αλλά προτιμά να παρεμβαίνει επιλεκτικά για να προστατεύσει τα συγκυριακά της συμφέροντα. . Το αποτέλεσμα είναι «ασύμμετρη και επιλεκτική διάβρωση της κυριαρχίας στην Ευρώπη που προκαλεί δυο ζημίες ταυτόχρονα: οδηγεί στην απόγνωση εκατομμύρια πολιτών και την ίδια στιγμή υποσκάπτει ένα από τα πλέον φιλόδοξα και ελπιδοφόρα σχέδια της σύγχρονης ιστορίας: την ευρωπαϊκή ενοποίηση»[i]
Όσο αυξάνεται η κυριαρχική εμβέλεια της Γερμανίας τόσο μειώνεται η κυριαρχία της Ευρωζώνης. Η ασυμμετρία αυτή εκδηλώθηκε από την αρχή της οικονομικής κρίσης, με την Κομισιόν να υποκύπτει στις γερμανικές επιταγές εξωφρενικής λιτότητας που επιβάλλεται κατά κύριο λόγο στις υπερχρεωμένες χώρες της ζώνης του ευρώ[ii]
Το παράδειγμα της Ελλάδας απέδειξε με αριθμούς ότι το οικονομικό υπόδειγμα της λιτότητας δεν αποτελεί συνταγή θεραπείας για οικονομίες που τελούν υπό κρίση του παραγωγικού τους μοντέλου κάτι που αναγκαστικά αναπαράγει την πραγματική ύφεση. Αυτό δεν μπορεί να αντισταθμιστεί μόνο και αποκλειστικά με δανεισμό αλλά απαιτεί ανάπτυξη. Επόμενο είναι τα μεγέθη της ύφεσης , της ανεργίας, της φοροδοτικής ικανότητας, των φορολογικών εσόδων , της φτώχειας να είναι εντελώς αναντίστοιχα με αυτά που υπολόγισαν οι «δημοσιονομικοί θεραπευτές» της τρόικας. Σε αντίθεση επίσης με τους υπολογισμούς τους η μείωση των μισθών και η κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων, αντί να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, μάλλον μείωσαν την συνολική παραγωγικότητα της εργασίας. Όλα αυτά δημιούργησαν μια ευρύτερη κοινωνική δυσανεξία που μόνο προσωρινά εκτονώθηκε στις εκλογές. 
Είναι προφανές ότι η σημερινή θεσμική και πολιτική λειτουργία της Ευρώπης και το δημοσιονομικό της μοντέλο όχι μόνο ι απόμακρα στοιχεία για τους ανθρώπους είναι , αλλά και εχθρικά. Ένα εκρηκτικό και σωρευτικό κλίμα αμφισβήτησης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος , ανδρώνεται στο επίκεντρο της Ευρώπης. Το κλίμα αυτό εντείνεται από μια μερίδα νεοφιλελεύθερων λαϊκιστών, από την ευρωπαϊκή ακροδεξιά αλλά και από ένα μέρος της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής αριστεράς. Κοινός τόπος των σχημάτων αυτών είναι μια απλουστευτική πολεμική κατά της «σημερινής τάξης πραγμάτων» και το αίτημα για κατάρρευσης του ευρώ και την ολική έξοδο από αυτό ( Euro- Exit). Αυτό εκφράζεται κατ’ επέκταση με την φιλοσοφία του Grexit. Όμως η πολυπλοκότητα της κρίσης δεν απαντάται με απλά σχήματα εξόδου. Η κρίση είναι τόσο σοβαρή, διότι εξελίσσεται μέσα σε ένα πλαίσιο φαλκιδευμένο από μια αδιάλυτη αντίφαση[iii]. Αφενός τα ακολουθούμενα μέτρα λιτότητας είναι εξαιρετικά αντιδημοφιλή και ως εκ τούτου δεν επιβάλλονται με δημοκρατικό τρόπο. Αφετέρου τα μέτρα που προτείνονται από τους προοδευτικούς και τους σοσιαλδημοκράτες , όπως η μακροπρόθεσμη κοινή ανάληψη των χρεών ή άλλες μορφές διασυνοριακής ανακατανομής των βαρών μεγάλης κλίμακας, δεν γίνονται αποδεκτά από τους πληθυσμούς των πλούσιων χωρών και τις ελίτ τους . 
Η αναντιστοιχία μεταξύ του οικονομικά ζητούμενου από τις ελίτ και του πολιτικά εφικτού, διαφαίνεται επομένως και στις δύο πλευρές βορρά-νότου και αναδεικνύει την διαχωριστική γραμμή που χωρίζει την Ευρώπη σήμερα . 
Εντούτοις οι διαχωριστικές γραμμές στηρίζονται σε γερμανικές εμμονές και θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να χαλαρώσουν, αν οι ενστάσεις κατά της γερμανικής πολιτικής πυκνώσουν. Δεν είναι λίγες οι κυβερνήσεις άλλωστε στην ευρωζώνη που ζητούν ήδη να ισχύσουν οι κανόνες, αλλά για όλους εξίσου και όχι μονομερώς υπέρ των ισχυρών. Στην διττή κρίση της Ευρώπης η προοδευτική απάντηση πρέπει να είναι διττή. Η οικονομική απάντηση είναι ότι η λιτότητα απλά βαθαίνει την κρίση διότι αποτελεί απλή θεραπεία συμπτωμάτων. Πραγματική θεραπεία αντιθέτως υπόσχεται μια στροφή προς το μοντέλο της ποιοτικής και καινοτόμας παραγωγικής οικονομίας. Η κεντρική πρόκληση στην οικονομική ανάπτυξη, είναι η δημιουργία συνθηκών ταχείας αύξησης της παραγωγικότητας. Πρέπει λοιπόν να δοθεί η μάχη για ένα σύμφωνο παραγωγικότητας, ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας. το οποίο παράλληλα με το Σύμφωνο του Μάαστριχτ, ή το νέο δημοσιονομικό σύμφωνο, θα προωθήσει ζητήματα βιώσιμης ανάπτυξης, απασχόλησης, κοινωνικής προστασίας και συνοχής. 

Η πολιτική απάντηση είναι η μάχη για την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης στα πλαίσια ενός ομοσπονδιακού μορφώματος και παράλληλα η μάχη κατά εκείνων των δομών που υποσκάπτουν την δημοκρατία. Η αναχαίτιση των πολιτικών διευθυντηρίων, της γραφειοκρατίας η αποδόμηση του συγκεντρωτισμού, η ενατένιση της ιδέας της επικουρικότητας, η επέκταση των εξουσιών του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου κοκ αποτελούν αιτήματα τα οποία όλες οι δημοκρατικές δυνάμεις της Ευρώπης θα μπορούσαν να ενστερνιστούν αρκεί να τεθούν την κατάλληλη στιγμή στην ατζέντα και εντός του κατάλληλου πλαισίου. 

[i] Δημήτρης Κοτρόγιαννος και Κώστας Λάβδας: Ευρώπη 2012: Η ασύμμετρη αποδόμηση της κυριαρχίας.http://gr.news.yahoo.com/2012-115000155.html

[ii] Δ, Κοτρόγιαννος: Η κυριαρχία σε μεταίχμιο. http://www.new-deal.gr/BIG-new-Deal/99-BIG-new-Deal/7995-Η-ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ-ΣΕ-ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

[iii] Claus Offe Europa in der Falle 

http://www.eurozine.com/articles/2013-01-15-offe-de.html 
Κατηγορία:

Σύγχρονες αντιθέσεις δεξιάς και αριστεράς

0


Μαυροζαχαράκης Εμμανουήλ
Πολιτικός Επιστήμονας –Κοινωνιολόγος

Η οικονομική κρίση έφερε στο, επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης   την  αντίθεση μεταξύ δημοσιονομικού αυταρχισμού και διατήρησης κοινωνικών κεκτημένων ως κυρίαρχη γραμμή  διαμάχης  μεταξύ δεξιάς και  αριστεράς. Μια διαμάχη χωρίς  σαφείς διαχωριστικές γραμμές αλλά γεμάτη με ακαθόριστες και ασαφής αφηγήσεις καθώς και πολυποίκιλους αφορισμούς.
Ποτέ άλλοτε δεν ανέκυψε τόσο ζωτικά  
το ερώτημα  γύρω από τα  ουσιαστικά περιεχόμενα της   διαμάχης μεταξύ  αριστεράς και δεξιάς.   
Ιστορικά η εν λόγω  διάκριση παραπέμπει  στην καθιστική  διάταξη  της γαλλικής Βουλής των αντιπροσώπων του 1814.   Στα δεξιά  από την οπτική γωνία του προέδρου της βουλής,  καθόταν τα πιστά στον βασιλιά πολιτικά κόμματα που μάχονταν υπέρ της διατήρησης της υπάρχουσας  τάξης πολιτικοκοινωνικών  σχέσεων. Στα αριστερά αντιθέτως καθόταν τα κόμματα που διεκδικούσαν την αλλαγή των πολιτικοκοινωνικών συνθηκών .
Η σημερινή χρήση των όρων προκαλεί ενίοτε μεγάλη σύγχυση.
Βλέπουμε  πολλά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα να αυτοαποκαλούνται ως αριστερά ενώ την ίδια στιγμή τους αποδίδεται ο τίτλος της «δεξιάς η συνθηκολογημένης σοσιαλδημοκρατίας».
Στον  φιλελεύθερο χώρο υπάρχει η διάκριση μεταξύ φιλελεύθερων αριστερών και δεξιών νεοφιλελεύθερων.
 Ταυτόχρονα παρατηρείται μια συνεχή επέκταση του ακροδεξιού πεδίου με  φασιστικό υπόβαθρο ενώ η ύπαρξη φασιστικών   τάσεων[1]   και η αλόγιστη ρητορική  χρήση της βίας[2] έχει καταγγελθεί και για την αριστερά,  πχ. από τον  διάσημο φιλόσοφο Jürgen  Habermas.  
Εκ της ασάφειας των διαχωριστικών γραμμών αναφύεται ένα ζήτημα προσδιοριστικών πολιτικών αξιών.
Ειδικότερα στο ζωτικό οικονομικό πεδίο η  καθηγήτρια κοινής γνώμης  NoelleNeuman[3]  διακρίνει  ως αριστερές αξίες την επιμονή στον κρατικό προγραμματισμό και τον δημόσιο έλεγχο ενώ στο  δεξιό αξιακό υπόβαθρο την επιμονή στην ιδιωτική οικονομία και τον ανταγωνισμό.  
Η αριστερά αντιλαμβάνεται την έννοια της ελευθερίας  ως απελευθέρωση από την ένδεια  εκφράζοντας την  απαίτηση απέναντι στην πολιτεία για κοινωνική προστασία και αλληλεγγύη προς  τους αδύναμους.
Η δεξιά αντιθέτως προσεγγίζει  την ελευθερία πρωτίστως ως απελευθέρωση από τον κρατικό παρεμβατισμό και εξαναγκασμό εκτιμώντας ανυπέρβλητα κάθε οικονομική ανάληψη ρίσκου.     
Η εποχή της κρίσης αντέστρεψε ωστόσο τα αξιακά πρόσημα από την στιγμή που το κράτος χρησιμοποιήθηκε από τις κυρίαρχες νεοσυντηρητικές δυνάμεις ως κύριος μοχλός για την συμπίεση των κοινωνιών και ουσιαστικά για την διεκπεραίωση μιας νέας αναδιανομής από κάτω προς τα πάνω. 
Η προβληματική εμμονή  στον μονεταρισμό κυρίως από την Γερμανία ανέδειξε το ζήτημα της δημοσιονομικής ισορροπίας και των  πλεονασμάτων ειδικότερα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών σε κυρίαρχη υποχρέωση των ευρωπαϊκών κρατών και οι αντίστοιχες κρατικές παρεμβάσεις επισφραγίστηκαν επισήμως ως θεμιτές. Από την άλλη πλευρά  ανατράπηκαν με κάθε τρόπο οι κεντροαριστερές μορφές λειτουργίας του κράτους  αντίστοιχες στην  τόνωση των οικονομιών μέσα από ενέσεις ρευστότητας ,   δημόσιες επενδύσεις και την διατήρηση κοινωνικών κατακτήσεων.
Αυτό συνέβη διότι η  λογική της χαλάρωσης και των δημοσίων δαπανών   προσκρούει  άμεσα στα συμφέροντα της Γερμανίας που  επιδιώκει και διαθέτει υψηλό πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, προτάσσοντας  υπερβολικά στην επίτευξη αποταμιεύσεων παρά την  επιδίωξη επενδύσεων.
Φυσικά δεν είναι  μεμπτό ,  ένα κράτος να επιδιώκει πλεονάσματα  στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών του - δηλαδή στο διασυνοριακό εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών. Σε τελική ανάλυση τα πλεονάσματα αυτά καταγράφουν την ανταγωνιστικότητα μιας χώρας.  
Ομοίως  η επιδίωξη υψηλών ποσοστών  αποταμιεύσεων  θεωρείται ενάρετη συμπεριφορά. Αυτός που αποταμιεύει δρα προληπτικά για το μέλλον και δημιουργεί αποθέματα για δύσκολους καιρούς.
Το επιχείρημα αυτό ωστόσο αγνοεί την θεμελιώδη διάκριση,  ότι το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών μιας  χώρας διαφέρει από το ποσοστό αποταμίευσης μιας  οικονομίας στο σύνολό της , δηλαδή το εθνικό ποσοστό αποταμίευσης.
Στο τελευταίο  συμπεριλαμβάνονται μαζί   με τα νοικοκυριά και οι  επιχειρήσεις και οι κρατικοί θεσμοί.                                  
Ένα  υψηλό ποσοστό εθνικής αποταμίευσης σημαίνει   ότι μια οικονομία παράγει  στο εσωτερικό πολύ περισσότερο από ότι καταναλώνει. 
Το  εθνικό ποσοστό αποταμίευσης προκύπτει  εάν αφαιρέσουμε  από την  εγχώρια παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών (δηλαδή, το  ΑΕΠ)   την  εγχώρια κατανάλωση.
Συνεπώς, το υψηλό ποσοστό εθνικής αποταμίευσης από μόνο του δεν δημιουργεί ευημερία πάρα μόνο αν οι υπάρχουσες αποταμιεύσεις  ρέουν  σε παραγωγικές επενδύσεις. Μόνο τότε  μια  οικονομία αναθερμαίνεται δομικά και αυξάνεται  η  ευημερία.
Εάν όμως οι εγχώριες επενδύσεις είναι σημαντικά χαμηλότερες από τις εγχώριες αποταμιεύσεις, η πλεονασματική παραγωγή και  αντίστοιχα, οι πλεονάζουσες αποταμιεύσεις  απλά εξάγονται στο εξωτερικό.
Τα πλεονάσματα εξαγωγών που τιμολογούνται σε ξένο νόμισμα, έχουν  ως αποτέλεσμα συναλλαγματικά έσοδα και κέρδη  τα οποία είτε ανταλλάσσονται σε τοπικό νόμισμα είτε  επενδύονται  στο εξωτερικό. Οι περισσότεροι επενδύουν τα κέρδη αυτά στην αγορά ξένων περιουσιακών στοιχείων . Ε ξ ου  ο Warren Buffet κάποτε  εξέφρασε τους φόβους του  για το  ξεπούλημα των ΗΠΑ .
Εν κατακλείδι , ένα  υψηλό πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι εξίσου σημάδι δραστικής  ανισορροπίας στην οικονομία όπως ένα μεγάλο έλλειμμα.
Τα  παραπάνω καθιστούν  σαφές ότι  ένα  βασικό πρόβλημα της τρέχουσας κρίσης στη ζώνη του ευρώ είναι η  χαώδη  αναντιστοιχία μεταξύ του εθνικού ποσοστού αποταμίευσης και των  εγχώριων επενδύσεων που παρουσιάζει  η Γερμανία. Αυτό φαίνεται  από το γεγονός ότι  η  Γερμανία,  διαθέτει το μεγαλύτερο πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στον  κόσμο.
Με το  πλεόνασμα  αποταμιεύσεων  επιβαρύνονται οι άλλες χώρες της ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας και της Ιταλίας.
Η  περιορισμένη εσωτερική ζήτηση στην Γερμανία που ανάγεται  στη σημαντική αύξηση του βαθμού αποταμίευσης σε συνδυασμό με την  αύξηση της ζήτησης για γερμανικά προϊόντα από τις αναπτυσσόμενες χώρες αλλά και τις χώρες της Νοτίου Ευρώπης από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, σύμφωνα με μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αναδεικνύουν την Γερμανία  σε μεγάλο κερδισμένο της ευρωπαϊκής ενοποίησης 
Εντούτοις όπως εύστοχα τονίζει ο Adam Tooze  « η  οικονομική θέση της Γερμανίας είναι απλά μη βιώσιμη. Κατά πρώτον, ένα μεγάλο μέρος του εμπορικού πλεονάσματός της έχει επιτευχθεί εις βάρος των αντίστοιχων ελλειμμάτων τρεχουσών συναλλαγών των ευρωπαϊκών χωρών που βρίσκονται σε κρίση. Ταυτόχρονα, αυτό το υπερμέγεθες πλεόνασμα πηγαίνει χέρι-χέρι με μεγάλες ανισορροπίες στο εσωτερικό της οικονομίας της Γερμανίας. Οι γερμανικές επιχειρήσεις έχουν επενδύσει τα κέρδη τους στο εξωτερικό, βοηθώντας τη χρηματοδότηση ξένων εισαγωγών. Εν τω μεταξύ, καθώς τα γερμανικά χρήματα έχουν διαρρεύσει από τη χώρα, οι εγχώριες επενδύσεις έχουν ατονήσει σε άνευ προηγουμένου χαμηλά επίπεδα»[4].
Μια σύγχρονη αριστερή πολιτική επομένως  δεν αντιτίθεται στην δεξιά πολιτική μόνο στην προάσπιση κοινωνικών κεκτημένων και στο ζήτημα της αναδιανομής αλλά οφείλει να θέσει στο επίκεντρο το ζήτημα της ρευστότητας και της αύξησης των επενδύσεων ειδικότερα σε τομείς που προσφέρουν  σταθερή και ποιοτική απασχόληση . Αυτό είναι εφικτό μέσα από φορολογικά και άλλα  κίνητρα για  εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην  καινοτομία και σε νέους παραγωγικούς τομείς. Παράλληλα χρειάζεται μια πολιτική τόνωσης της κατανάλωσης και μέσω αυτής, τόνωση της απασχόλησης. Δόκιμο σε αυτή την κατεύθυνση είναι η μείωση των έμμεσων φόρων και ειδικότερα του ΦΠΑ  Επίσης θα μπορούσαν  να μειωθούν οι φόροι  για τις οικογένειες με χαμηλό και μέτριο εισόδημα ( αυτές οι οικογένειες χρησιμοποιούν στο  διαθέσιμο εισόδημα τους σχεδόν πλήρως στην κατανάλωση).
 Όλα αυτά τα μέτρα  αυξάνουν  την εγχώρια κατανάλωση, μειώνοντας το εθνικό ποσοστό αποταμίευσης και  το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών.
Κανένα από αυτά τα μέτρα δεν θίγει την ανταγωνιστικότητα   του  εξαγωγικού  τομέα  των οικονομιών.  
Προαπαιτείται   ωστόσο η παραδοχή ότι τα πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δεν είναι πρωτίστως  ένα σημάδι ισχύος , αλλά και  σημάδι  ανισορροπιών για την ευρωπαϊκή  οικονομία.


[1] Thurich, Eckart: pocket politik. Demokratie in Deutschland. überarb. Neuaufl. Bonn: Bundeszentrale für politische Bildung 2011 .

[2] Jürgen Habermas: "Protestbewegung und Hochschulreform". Suhrkamp Verlag;.  

[4] Adam ToozeΗ ανάπτυξη της Γερμανίας είναι μη βιώσιμη

Λιτότητα τώρα, στασιμότητα στη συνέχεια
http://foreignaffairs.gr/articles/69045/adam-tooze/i-anaptyksi-tis-germanias-einai-mi-biosimi
Κατηγορία:
 
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ Copyright © 2010 | ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ | Converted by: Parakato administrator