ΜΟΝΗ ΖΑΡΑΚΑ: ΕΝΑ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΟ ΑΒΒΑΕΙΟ ΤΩΝ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΣΤΗΝ ΣΤΥΜΦΑΛΙΑ

0


Η αναζήτηση της ιστορίας και η περιγραφή της μεσαιωνικής μονής Ζαρακά, που ιδρύθηκε από το Ρωμαιοκαθολικό τάγμα των Κιστερκιανών μοναχών στην περιοχή της λίμνης Στυμφαλίας.


Εικόνα 1: Άποψη των επιβλητικών ερειπίων της μονής Ζαρακά από τα ανατολικά. Το μνημειακό συγκρότημα βρίσκεται στις παρυφές του οικισμού Κιόνια Στυμφαλίας και ιδρύθηκε στις αρχές της Φραγκοκρατίας από μία αδελφότητα Κιστερκιανών μοναχών, πιθανότατα προερχόμενων από την Γαλλία.

Πολλά από τα μνημεία του ιστορικού μωσαϊκού της Ελλάδας σκεπάζονται από ένα πέπλο μυστηρίου, με αποτέλεσμα να μην αναδεικνύεται η ανυπέρβλητη μεγαλοπρέπεια του. Μία από αυτές τις θαμπές ψηφίδες είναι η αινιγματική μονή Ζαρακά στον οικισμό Κιόνια, περίπου ένα χιλιόμετρο βόρεια από τις όχθες της λίμνης Στυμφαλίας. Τα επιβλητικά ερείπια της μαγνητίζουν ασυναίσθητα το βλέμμα κάθε διερχόμενου από την περιοχή, μέσω της επαρχιακής οδού Κιάτου – Βυτίνας και διάφοροι περιηγητές την έχουν εντάξει ως αξιοθέατο στις διαδρομές τους στην ορεινή Κορινθία, όμως ελάχιστοι είναι αυτοί που γνωρίζουν τις κρυμμένες πτυχές της. Μόνο αν μπουν στον κόπο να διαβάσουν μία σεμνή ξύλινη πληροφοριακή πινακίδα σε ένα παρακείμενο χωματόδρομο, μπορούν να αποκτήσουν μία ιδέα περί τίνος πρόκειται, αλλά και πάλι αυτό δεν είναι αρκετό για να αντιληφθούν την σπανιότητα του μνημείου, καθόσον στις περισσότερες των περιπτώσεων εμείς οι νεοέλληνες αγνοούμε την πραγματική ιστορία του τόπου μας, είτε λόγω της ανόητης αδιαφορίας που επιτάσσουν οι ρυθμοί της καθημερινότητας, είτε από εγκληματική έλλειψη διδασκαλίας σχετικά με την τοπική ιστορία σε όλες τις βαθμίδες της δημόσιας εκπαίδευσης.

Το κτιριακό συγκρότημα του Ζαρακά ανάγεται στους μεσαιωνικούς χρόνους, αλλά δεν αποτελούσε ένα Ορθόδοξο Βυζαντινό μοναστήρι, όπως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς. Αντίθετα είχε ιδρυθεί στις αρχές της Φραγκοκρατίας από μοναχούς του Ρωμαιοκαθολικού δόγματος, οι οποίοι ανήκαν στο θρησκευτικό τάγμα των Κιστερκιανών(1). Αυτή η αξιοσημείωτη ιδιότητα το καθιστά ως ένα από τα ελάχιστα οικοδομήματα, αν όχι το μοναδικό, τα οποία ανεγέρθηκαν ξεκάθαρα εκ θεμελίων με μέριμνα του Κιστερκιανού τάγματος, από τους 12 πιστοποιημένους εκκλησιαστικούς οίκους που διέθετε εκείνη την περίοδο στην Ελληνική επικράτεια(2), καθώς στην πλειονότητα των υπόλοιπων περιπτώσεων καταλήφθηκαν προϋπάρχοντα μοναστήρια, από τα οποία εκδιώχθηκαν ή τα εγκατέλειψαν οι Ορθόδοξοι μοναχοί. Είναι δε ένα από τα λίγα εξαιρετικά δείγματα Γοτθικής αρχιτεκτονικής στην Πελοπόννησο, μαζί με την Φράγκικη εκκλησία της Αγίας Σοφίας στην Ανδραβίδα και τον ναό της Λατινικής μονής της Παναγιάς της Ίσοβας (Notre Dame), πλησίον του σύγχρονου χωριού της Τρυπητής Ηλείας. Αν και η τελευταία θεωρείται από τους νεότερους μελετητές, επίσης σαν ένα αυθεντικό Κιστερκιανό αββαείο(3), εντούτοις η άποψη αυτή χρήζει περαιτέρω διερεύνησης, καθώς η επικρατούσα εντύπωση στους ακαδημαϊκούς κύκλους είναι ότι η μονή της Ίσοβας συνιστά μάλλον ίδρυμα του μοναστικού τάγματος των Βενεδικτινών, αφού δεν μνημονεύεται στα λεπτομερή αρχεία των Κιστερκιανών. Έτσι λοιπόν, η τοποθεσία του Ζαρακά αποκτά μία ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία, όσον αφορά την εθνολογική προέλευση της. Στο παρόν άρθρο θα επιδιώξουμε να αναμοχλεύσουμε τις εξειδικευμένες συναφείς πηγές, σε μία προσπάθεια να διαφωτίσουμε κάπως το ιστορικό παρελθόν της, όπως και να προσλάβουμε μία εικόνα για την αρχιτεκτονική του ναού και την χωροταξία του αββαείου, εντρυφώντας στα αποτελέσματα των ανασκαφικών ερευνών. Πρώτα όμως, απαιτείται να εξετάσουμε συνοπτικά τις πολιτικοκοινωνικές συνθήκες, που έφεραν τους Κιστερκιανούς μοναχούς στην Ελλάδα και ειδικότερα στην τοποθεσία της λίμνης Στυμφαλίας.


Εικόνα 2: Άποψη του κτιριακού συγκροτήματος του Ζαρακά από τα δυτικά. Σε πρώτο πλάνο διακρίνεται ο πυργοειδής πυλώνας της μονής και στο βάθος τα οικοδομικά κατάλοιπα της εκκλησίας (καθολικό), η οποία θεωρείται ως ένα απαράμιλλο δείγμα Γοτθικής αρχιτεκτονικής.

Από το 1205 έως το 1208, οι Σταυροφόροι εισβολείς είχαν κατορθώσει να σταθεροποιήσουν την εξουσία τους στην Πελοπόννησο, που εκείνη την εποχή αποκαλούνταν και ως Μορέας από τους Έλληνες κατοίκους, συστήνοντας ένα Φράγκικο κρατίδιο, το οποίο έμελλε να περάσει στην ιστορία με την επωνυμία «Πριγκιπάτο της Αχαΐας». Ως πρώτος Λατίνος δυνάστης αναδείχθηκε ο Γάλλος ιππότης Γουλιέλμος Σαμπλίτης (1205 – 1208). Κατά με την δημοφιλέστερη εκδοχή, μάλλον αμέσως μετά την σύσταση Λατινικής αρχιεπισκοπής στην Αχαΐας το 1205, ο νέος ηγεμόνας αιτήθηκε από τον Πάπα Ιννοκέντιο Γ’ (1198 – 1216) την αποστολή μίας Κιστερκιανής αδελφότητας από το αββαείο του Hautecombe της Σαβοΐας για την ίδρυση μίας μονής στην Πάτρα, στην οποία θα παραχωρούσε κτήματα. Βέβαια, το Κιστερκιανό τάγμα είχε ήδη δραστηριοποιηθεί στον Ελληνικό χώρο από τις απαρχές της Λατινικής κατάκτησης, καθώς πολλά μέλη του είχαν ενταχθεί στην σταυροφορική δύναμη, ακόμα και σε υψηλόβαθμες θέσεις. Έτσι έλαβαν μέρος στην λεηλασία της Κωνσταντινούπολης τον Απρίλιο του 1204, αποσπώντας εκκλησιαστικά κειμήλια, που τα προωθούσαν στα αββαεία τους στην Δυτική Ευρώπη και κατόπιν διεσπάρησαν στις κατακτημένες περιοχές, απασχολούμενοι με την εξάπλωση του Ρωμαιοκαθολικού δόγματος στους Ορθόδοξους κατοίκους. Επιπρόσθετα, ο Ιννοκέντιος Γ’ ενθάρρυνε την εγκατάσταση των πρόθυμων Κιστερκιανών μοναχών, στα πλαίσια της γενικότερης πολιτικής του για το οριστικό τέλος του Χριστιανικού σχίσματος, με την ένωση των δύο Εκκλησιών υπό την σκέπη του Ρωμαιοκαθολικισμού. Ο ασυγκράτητος θρησκευτικός ζήλος προς αυτή την κατεύθυνση, οδήγησε την Γενική Σύνοδο του τάγματος στο Cîteaux στα 1205, να θέσει αυστηρά κριτήρια για την επιλογή των μοναχών που επιτρέπονταν να μεταβούν στην Ελλάδα, πιθανότατα θέλοντας να αποτρέψει ένα ανεξέλεγκτο μεταναστευτικό κύμα προς την Ανατολή.


Εικόνα 3: Θυρεός του Κιστερκιανού μοναστικού τάγματος. Οι Κιστερκιανοί μοναχοί δραστηριοποιήθηκαν έντονα στον Ελληνικό χώρο κατά τον 13ο αιώνα, με κύρια ασχολία την εξάπλωση του Ρωμαιοκαθολικού δόγματος στους Ορθόδοξους κατοίκους, φθάνοντας ακόμα και στην ορεινή περιοχή της Στυμφαλίας (πηγή φωτογραφίας: Wikipedia).

Ωστόσο, ο Σαμπλίτης δεν έμελλε να κυβερνήσει για πολύ στην Πελοπόννησο, έτσι ώστε να πραγματώσει την επιθυμία του για την ίδρυση ενός Κιστερκιανού αββαείου στην Αχαΐα. Καθώς καταγίνονταν με το έργο της οργάνωσης της ηγεμονίας του, ειδοποιήθηκε ότι είχε πεθάνει ο αδελφός του χωρίς να αφήσει απογόνους και περί το τέλος του 1208 ή στις αρχές του 1209, αναχώρησε εσπευσμένα για την Βουργουνδία για να διεκδικήσει τα κληρονομικά του δικαιώματα επί της πατρογονικής φεουδαρχικής περιουσίας, αφήνοντας ως αναπληρωτή στην θέση του τον ανιψιό του. Κατά την διαδρομή ο Φράγκος ηγεμόνας της Αχαΐας απεβίωσε στην Απουλία της Ιταλίας, ενώ έπειτα από λίγο καιρό πέθανε και ο τοποτηρητής του. Την διακυβέρνηση της κτήσης ανέλαβε προσωρινά ο ανερχόμενος Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος μέχρι να έλθει από την Γαλλία ο πλησιέστερος συγγενής του Σαμπλίτη, αλλά σύντομα κατέστη ο ίδιος αυθέντης του Μορέως, μετά από μία σκιώδη μηχανογραφία εις βάρος του επίδοξου κληρονόμου. Ο δραστήριος Φράγκος ευγενής ρύθμισε τα φεουδαλικά ζητήματα της ηγεμονίας του και ξεκίνησε αμέσως διαδοχικές πολεμικές επιχειρήσεις, που οδήγησαν στην εκπόρθηση του Ακροκορίνθου στα 1210 και την κατάληψη των κάστρων του Ναυπλίου και του Άργους, στα 1211 και 1212 αντίστοιχα, οπότε και αποδέχτηκε επίσημα τον τίτλο του «πρίγκιπα της Αχαΐας». Ο Γοδεφρείδος Α’ (1209 – 1218) έλαβε μέρος στην πρώτη συνέλευση των Λατίνων δυναστών στην μεσαιωνική πόλη Ραβέννικα(4) της Φθιώτιδας τον Μάιο του 1209, αλλά δεν φαίνεται να παρευρίσκονταν στην δεύτερη τον Μάιο του επόμενου έτους, στην οποία συμμετείχαν και Ρωμαιοκαθολικοί ιεράρχες. Η δεύτερη σύνοδος είχε συγκληθεί με σκοπό την διευθέτηση των φλεγόντων εκκλησιαστικών ζητημάτων στην Φραγκοκρατούμενη Ελλάδα, προκειμένου να σταματήσουν οι διενέξεις μεταξύ των ηγεμόνων και του κλήρου. Απεναντίας, ο Βιλλεαρδουίνος δεν προσυπέγραψε ούτε τα πρακτικά και συνέχισε την αντικληρική στάση του, ακυρώνοντας όλες τις εκκλησιαστικές δωρεές που γίνονταν στην επικράτεια του και καταπατώντας τις κτήσεις του αρχιεπισκόπου της Πάτρας Άνσελμου de Cluni, (1205/7 – 1243). Μοιραία ο «πρίγκιπας της Αχαΐας» αφορίστηκε από τον Ρωμαιοκαθολικό ιεράρχη για σφετερισμό της εκκλησιαστικής περιουσίας και αποκηρύχτηκε από τον Λατίνο Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης.


Εικόνα 4: Επίκρανο από τις κιονοστοιχίες του καθολικού της μονής Ζαρακά, διακοσμημένο με ανάγλυφο φύλλο.

Σε μία απόπειρα κατευνασμού των πνευμάτων και μάλλον πριν το τέλος του 1210, ο Γοδεφρείδος Α’ φέρεται να επανέλαβε το πρότερο αίτημα του Σαμπλίτη προς τον Πάπα Ιννοκέντιο Γ’, περί της αποστολής Κιστερκιανών μοναχών από το αββαείο του Hautecombe για την ίδρυση μονής στις κτήσεις του, υποσχόμενος ότι θα την προικοδοτούσε γενναιόδωρα με εδαφικές εκτάσεις. Δεν αποκλείεται όμως, με βάση την ασεβή συμπεριφορά του ηγεμόνα της Αχαΐας προς τον κλήρο, να ήταν ο αρχιεπίσκοπος Άνσελμος αυτός που στην πραγματικότητα προσκάλεσε τους μοναχούς από το συγκεκριμένο αββαείο, όπως συνάγεται από μία επιστολή του Ιννοκέντιου Γ’, αφήνοντας να εννοηθεί ότι είχε παλαιότερους δεσμούς με αυτό. Μερικοί ιστορικοί ισχυρίζονται πως διατέλεσε μέλος της μοναστικής κοινότητας του Hautecombe, χωρίς όμως να στηρίζονται σε σαφείς αποδείξεις. Πάντως, ο Άνσελμος θεωρείται Βενεδικτινός ιερωμένος και μορφώθηκε στο αββαείο του Cluni, από το οποίο έλαβε και την προσωνύμιο του, ενώ η μοναδική επιβεβαιωμένη σχέση του με το μοναστήρι του Hautecombe είναι μία δωρεά χρημάτων και ασημικών που πραγματοποίησε προς αυτό στα 1231.


Εικόνα 5: Άποψη των σωζόμενων ερειπίων του καθολικού της μονής Ζαρακά από τα ανατολικά. Στο εσωτερικό του υπάρχουν διάσπαρτα πολλά ανάγλυφα αρχιτεκτονικά μέλη.

Σύμφωνα με ορισμένες αμυδρές ενδείξεις, ο Ρωμαιοκαθολικός Ποντίφικας ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση του Βιλλεαρδουίνου και αξίωσε από τον αββά του Hautecombe να στείλει την απαιτούμενη αδελφότητα στο «πριγκιπάτο της Αχαΐας». Όμως δεν διασώζονται κάποια στοιχεία για την σύσταση ενός Κιστερκιανού ιδρύματος στην Πάτρα(5). Αξιοσημείωτο είναι πως στην Γενική Σύνοδο του τάγματος το 1212, μνημονεύεται ένας μοναχός του Hautecombe που υπήρξε από πριν ηγούμενος ενός Κιστερκιανού οίκου στην Ελλάδα, αλλά δεν διευκρινίζεται η περιοχή. Η πληροφορία αυτή ίσως να σχετίζεται με την εφαρμογή της εντολής του Ιννοκέντιου Γ’ και πράγματι να θεμελιώθηκε ένα μοναστήρι του τάγματος στην Πάτρα, από το οποίο έχει χαθεί εντελώς κάθε ίχνος ή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Από την άλλη πλευρά, είναι περισσότερο αποδεκτή η εικασία της εγκατάστασης των απεσταλμένων μοναχών από το Hautecombe, ανάμεσα στο 1210 – 1211, σε ένα διαφορετικό μέρος της Πελοποννήσου, με πιθανολογούμενη τοποθεσία εκείνη στον Ζαρακά της Στυμφαλίας. Μολονότι, η παραπάνω αδιόρατη υπόθεση είναι μάλλον αρκετά αμφιλεγόμενη, εντούτοις την επόμενη δεκαετία τα πράγματα γίνονται διαυγέστερα, αφού πλέον παρατίθεται η ονομασία της Κιστερκιανής μονής στις ιστορικές πηγές.


Εικόνα 6: Ανάγλυφο αρχιτεκτονικό μέλος με φυτική διακόσμηση, πιθανότατα τμήμα κιονόκρανου, που είναι εκτεθειμένο στο εσωτερικό του καθολικού.

Πολλοί ακαδημαϊκοί εκφράζουν την άποψη, ότι μετά την παρέλευση λίγων ετών, ο Γοδεφρείδος Α’ Βιλλεαρδουίνος επανήλθε προς τον Πάπα με νέα παράκληση για αποστολή μοναχών, αλλά καθώς ο ίδιος δεν υπήρξε ποτέ ένα ιδιαίτερα θρησκευόμενο άτομο και με δεδομένη την διαρκώς ταραχώδη σχέση του με το Λατινικό ιερατείο, η αντίληψη αυτή θα πρέπει να εκληφθεί ως εξωραϊστική φημολογία. Ο «πρίγκιπας της Αχαΐας» πέθανε το 1218 και τον διαδέχτηκε ο συνονόματος γιός του Γοδεφρείδος Β’ (1218 – 1246), ο οποίος επίσης ήρθε σε οξεία ρήξη με τον παπικό κλήρο, λόγω της άρνησης του να συνδράμει στην εκδίωξη των Ελλήνων Ορθοδόξων από την ανοχύρωτη ακόμα Μονεμβασία(6). Έτσι προέβη στην δήμευση των εκκλησιαστικών τιμαρίων και με τα συναχθέντα έσοδα κατασκεύασε το μεγαλοπρεπές κάστρο Clermont (Χλεμούτσι), κοντά στην Γλαρέντζα (σημερινή Κυλλήνη Ηλείας). Για τις αντικληρικές πράξεις του ο Γοδεφρείδος Β’ αφορίστηκε από την Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, άλλα πραγματοποιώντας ένα ευφυέστατο διπλωματικό ελιγμό έθεσε το θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας ενώπιον του Πάπα Ονώριου Γ’ (1216 – 1227), προβάλλοντας την αναγκαιότητα της ολοκλήρωσης της κατάκτησης της Πελοποννήσου. Ο Ποντίφικας αναίρεσε τον αφορισμό το 1223 και ο ηγεμόνας συμβιβάστηκε με τον κλήρο, που απαλλάχτηκε από την φορολογία. Ίσως κάπου εδώ να εντοπίζεται το κρίσιμο χρονικό σημείο για την σύσταση της Κιστερκιανής μονής του Ζαρακά, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά γενική παραδοχή η ίδρυση της ανάγεται περί το 1225. Η πιο αληθοφανής εκδοχή είναι να ζήτησε ο Γοδεφρείδος Β’ την αποστολή μία ομάδας Κιστερκιανών μοναχών, επαναλαμβάνοντας ενδεχομένως το αίτημα των προκατόχων του προς τον Πάπα, ως ανταποδοτική κίνηση καλής θελήσεως, ενώ πιθανότατα να επέλεξε και το επιθυμητό αββαείο της προέλευσης τους.

Τον Σεπτέμβριο του 1225, η Γενική Σύνοδος του Κιστερκιανού τάγματος στο Cîteaux εξουσιοδότησε τον ηγούμενο του αββαείου του Morimont για την κατασκευή ενός μοναστηριού στην Ελλάδα. Το Morimont βρίσκονταν στην ιδιαίτερη πατρίδα του Γοδεφρείδου Β’ στην Καμπανία και εκτός της προφανούς θρησκευτικής συναίνεσης, με την ανέγερση της μονής στην Πελοποννησιακή κτήση του, ο «πρίγκιπας της Αχαΐας» συνέχιζε την παράδοση του οίκου των Βιλλεαρδουίνων να προστατεύουν και να προωθούν το Κιστερκιανό τάγμα. Παρά την σαφή επικύρωση της μετακίνησης Κιστερκιανών μοναχών από την Γαλλία στην Πελοπόννησο, είναι δύσκολο να εξακριβωθεί αν η αποσταλείσα αδελφότητα του Morimont γύρω στο 1225 ίδρυσε όντως την μόνη στην Στυμφαλία, αλλά θα αποδεχτούμε αυτή την εκδοχή ως την πλέον ενδεδειγμένη χρονικά. Πάντως, αυτός είναι και ο κύριος λόγος που το αββαείο στον Ζαρακά εξακολουθεί να θεωρείται σαν θυγατρικός οίκος του αββαείου Hautecombe, συντηρώντας την εικοτολογία περί θεμελιώσεως της σε προγενέστερο χρόνο, διχάζοντας τους ιστορικούς ερευνητές.


Εικόνα 7: Άποψη του εσωτερικού από το καθολικό. Στον δυτικό ανοίγονταν η κεντρική θύρα εισόδου, από την οποία διακρίνεται το βαθμιδωτό κατώφλι. Η μονή Ζαρακά ιδρύθηκε περί το τέλος του 1225 από μία αδελφότητα Κιστερκιανών μοναχών, προερχόμενων ενδεχομένως από το αββαείο του Morimont της Καμπανίας.

Η απόκεντρη ορεινή περιοχή της λίμνης Στυμφαλίας πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις για την θεμελίωση ενός νέου αββαείου του τάγματος, αφού οι Κιστερκιανοί προτιμούσαν να διαβιώνουν σε απομονωμένες κοιλάδες, κοντά σε πηγές και μακριά από κατοικημένους τόπους, έτσι ώστε να εξασφαλίζουν συνθήκες πνευματικής ηρεμίας(7). Έτσι, οι μοναχοί βρήκαν δώ την ιδανική τοποθεσία, η οποία αποκαλέστηκε από τους Φράγκους με την Λατινική επωνυμία «Zaraka» ή «Saracaz», προσλαμβάνοντας και άλλες γραμματικές αλλοιώσεις όπως «Saracez», «Sarakez», «Sacra», «Zaracca» και «Zaraca». Η ετυμολογία της τοπωνυμίου συνιστά ένα ακόμα πρόβλημα. Ο Αναστάσιος Ορλάνδος καταλήγει στο επισφαλές συμπέρασμα ότι αυτή ήταν μία δεύτερη ονομασία της περιοχής της Στυμφάλου από την αρχαιότητα, αλλά κάτι τέτοιο δεν διασταυρώνεται από τα αρχαία κείμενα, όπως για παράδειγμα του Παυσανία και του Στράβωνα(8). Ίσως το προσωνύμιο στην τοποθεσία να δόθηκε από τους Κιστερκιανούς μοναχούς και να πρέπει να αναζητήσουμε την ρίζα της στην Λατινική λέξη «sacro», η οποία ερμηνεύεται ως «άγιος», «όσιος» και «ιερός». Από αυτήν παράγεται το λήμμα «sacra», που παρουσιάζεται ως σύνηθες συνθετικό λέξεων της θρησκευτικής ορολογίας στις Λατινογενείς γλώσσες. Άρα λοιπόν, είναι πολύ πιθανόν η επωνυμία «Ζαρακάς» να προέρχεται από την παραφθορά του λήμματος «sacra», όπως άλλωστε φαίνεται να είναι και μία από τις εναλλακτικές Λατινικές ονομασίες της τοποθεσίας, η οποία μετά την ανέγερση του Κιστερκιανού αββαείου προσέλαβε μία καθαγιασμένη υπόσταση (καθαγιασμένος στα Ιταλικά: sacralizzazione και στα Γαλλικά: sacramentel). Η δε ονομασία αυτή χαρακτήριζε την ευρύτερη περιοχή καθ’ όλη την περίοδο της Φραγκοκρατίας και διατηρήθηκε και στους μεταγενέστερους χρόνους, αφού η λίμνη της Στυμφαλίας καταγράφεται από τους ξένους περιηγητές του 19ου αιώνα ως λίμνη Ζαρακά.


Εικόνα 8: Άποψη της νότιας πλευράς του καθολικού. Στην τοιχοποιία είναι εμφανής η χρήση κατεργασμένων δόμων από τα τείχη ή άλλα οικοδομήματα της αρχαίας Στυμφάλου. Η δε ονομασία της μονής Ζαρακά ίσως να έχει λατινογενή ρίζα από την λέξη sacro», η οποία ερμηνεύεται ως «άγιος», «όσιος» και «ιερός». Με κόκκινο βέλος επισημαίνονται οι δύο πλευρικές θύρες.

Σύντομα η Κιστερκιανή μονή επανδρώθηκε ικανοποιητικά και από το 1236 εμφανίζεται περιορισμένα στις πρωτογενείς πηγές. Υπάρχουν μόλις επτά μεσαιωνικά έγγραφα που αναφέρονται στον Ζαρακά. Προηγούνται χρονικά τρεις επιστολές του Πάπα Γρηγορίου Θ’ (1227 – 1241). Σε μία από αυτές στα 1236, ο Ποντίφικας επιφορτίζει τον ηγούμενο Πέτρο με το έργο της συλλογής και διανομής της δεκάτης των εκκλησιαστικών προσόδων, υπέρ της άμυνας της Λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης, που απειλούνταν από τις επιθέσεις της Ελληνικής αυτοκρατορίας της Νίκαιας και του Βούλγαρου τσάρου. Η δε προσφώνηση του ηγουμένου ήταν: «Abbati de Sacra cisterciensis ordinis, Corinthiensis diocesis in Achaia», δηλαδή «Αββά του Ζαρακά, του Κιστερκιανού τάγματος, της Κορινθιακής επισκοπής της Αχαΐας», φανερώνοντας ότι η μονή Ζαρακά υπάγονταν εκκλησιαστικά στην Λατινική επισκοπή της Κορίνθου, που συστήθηκε το χρονικό διάστημα 1210 – 1212. Σε μία άλλη επιστολή στα 1237, ο Πάπας τον προσαγορεύει ανάλογα ως «Abbati priori de Saracaz, Corinthiensis diocesis», δηλαδή «Αββά ηγούμενο του Ζαρακά της Κορινθιακής επισκοπής». Σε αυτή την περίπτωση, ο ηγούμενος φαίνεται ότι είχε αναμειχθεί σε μία υπόθεση που αφορούσε την μεταβίβαση του νοσοκομείου και της εκκλησίας του «Blessed James» στην Ανδραβίδα προς το Τευτονικό τάγμα. Το νοσοκομείο είχε κατασκευαστεί από τον πατέρα του Γοδεφρείδου Β’ Βιλλεαρδουίνου, αλλά είχε περιέλθει σε πολύ άσχημη κατάσταση, αναγκάζοντας τον «πρίγκιπα της Αχαΐας» να ζητήσει από τον πάπα την παραχώρηση του στο υπόψη τάγμα. Ο αρχιεπίσκοπος της Πάτρας αντιτάχθηκε στην εκχώρηση αυτή, αλλά ο Γοδεφρείδος ισχυρίστηκε πως το νοσοκομείο είχε εξαιρεθεί από την αρχιεπισκοπική δικαιοδοσία. Έτσι, ο Πάπας ανέθεσε στον ηγούμενο του Ζαρακά και στον επίσκοπο της Κορώνης να διερευνήσουν αν το νοσοκομείο ήταν πράγματι ανεξάρτητο. Σε μία τρίτη επιστολή του Γρηγορίου Θ’ γίνεται απλώς μία διαδικαστική μνεία για το Κιστερκιανό αββαείο της Στυμφαλίας.


Εικόνα 9: Άποψη του διατηρούμενου τμήματος του πυργοειδούς πυλώνα της μονής Ζαρακά. Σε μία παπική επιστολή του 1236, ο ηγούμενος της μονής προσφωνούνταν ως «Abbati de Sacra cisterciensis ordinis, Corinthiensis diocesis in Achaia».

Τα υπόλοιπα τέσσερα μεσαιωνικά έγγραφα είναι επιστολές που συντάχθηκαν από την Γενική Σύνοδο του Κιστερκιανού τάγματος. Στην πρώτη στα 1241 δίνεται εντολή στους ηγουμένους των αββαείων του Δαφνίου και του Ζαρακά να παροτρύνουν τους φυγάδες μοναχούς στις περιφέρειες τους να επιστρέψουν πίσω στα μοναστήρια τους και αν δεν συμμορφώνονταν να τους αφόριζαν και να προσπαθούσαν να τους απομονώσουν. Στην δεύτερη επιστολή γραμμένη στα 1257, η Γενική Σύνοδος επιπλήττει αυστηρά τον ηγούμενο του Ζαρακά για το ατόπημα του να μην παρίσταται στις ετήσιες συνελεύσεις του τάγματος. Επισημαίνονταν ότι είχε αμελήσει την υποχρέωση του να ταξιδέψει στο Cîteaux για αρκετά χρόνια και εξαιτίας της απουσίας αυτής, του είχε επιβληθεί μία εκκλησιαστική ποινή και ταυτόχρονα διατάσσονταν να παρουσιαστεί αυτοπροσώπως στην επόμενη Γενική Σύνοδο και να ζητήσει συχώρεση(9).

Στην τρίτη επιστολή στα 1260 γίνεται λόγος για μία φιλονικία μεταξύ του ηγουμένου της μονής Δαφνίου και ενός ιππότη ονόματι Αίμο ντε Μολαί (Aymo de Molay), χωρίς να αποκαλύπτεται η αιτία. Η διαλεύκανση της υπόθεσης ανατέθηκε από την Γενική Σύνοδο στους ηγουμένους του Ζαρακά και του αββαείου του Αγίου Αγγέλου της Κωνσταντινούπολης. Από το τελευταίο γνωστό έγγραφο του ίδιου έτους, διαπιστώνεται ότι ο αββάς του Ζαρακά σκέφτονταν σοβαρά να μεταφέρει την αδελφότητα σε διαφορετική τοποθεσία και η Γενική Σύνοδος διόρισε τον ηγούμενο του Δαφνίου και τον μάλλον επίτιμο αββά του Ρουφινιάνο (Rufiniano)(10), για να επιθεωρήσουν την καταλληλότητα της περιοχής που είχε επιλέξει. Εικάζεται πως οι Κιστερκιανοί μοναχοί του Ζαρακά είχαν ζητήσει την άδεια να μετακινηθούν, επειδή δεν θεωρούσαν πλέον ασφαλή την διαμονή στο αββαείο τους, λόγω της διοικητικής αστάθειας που είχε προκληθεί στην ηγεμονία της Αχαΐας, διαβλέποντας το ενδεχόμενο να επηρεάζονταν άμεσα η τοποθεσία τους από μία επικείμενη πολεμική αναταραχή στην Πελοπόννησο. Τον Οκτώβριο του 1259, ο Φράγκικος συνασπισμός είχε υποστεί δεινή ήττα στην καθοριστική μάχη της Πελαγονίας από το Βυζαντινό στράτευμα του σεβαστοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγου, αδελφού του αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Η’ (1259 – 1261). Ο δε «πρίγκιπας της Αχαΐας» Γουλιέλμος Β’ Βιλλεαρδουίνος (1246 – 1278) συνελήφθηκε αιχμάλωτος μαζί με άλλους ευγενείς, ενώ ο Ελληνικός πληθυσμός του Μορέως αναθάρρησε και δεν αποκλείονταν η περίπτωση μίας εξέγερσης εναντίον των Λατίνων.


Εικόνα 10: Άποψη της βόρειας τοίχου του καθολικού (εξωτερικά), όπου διακρίνονται τα σωζόμενα τμήματα από τις πλευρικές αντηρίδες. Σε αρχειακό έγγραφο του Κιστερκιανού τάγματος στα 1260 αναφέρεται ότι ο ηγούμενος της μονής Ζαρακά σκέφτονταν να εγκαταλείψει την τοποθεσία μαζί με την αδελφότητα των μοναχών.

Η έκβαση του ζητήματος της μετακίνησης της Κιστερκιανής αδελφότητας του Ζαρακά είναι άγνωστη και δεν γνωρίζουμε αν είχε την προσδοκώμενη κατάληξη, καθώς δεν διασώζεται κανένα αρχειακό έγγραφο σχετικά με την εγκατάλειψη της μονής. Ωστόσο, από εκείνη την περίοδο η απόλυτη Φράγκικη κυριαρχία στην Πελοπόννησο άρχισε να εξασθενεί ραγδαία. Το καλοκαίρι του 1261, ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος ανακτά την Κωνσταντινούπολη μετά από 57 χρόνια Λατινικής κατοχής και στις 15 Αυγούστου στέφεται με κάθε επισημότητα βασιλέας (1261 – 1282), σηματοδοτώντας την έναρξή της αναβίωσης της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Στις αρχές του επόμενου έτους απελευθερώνει τον Γουλιέλμο Β’ Βιλλεαρδουίνο και όσους Φράγκους αιχμαλώτους είχαν επιβιώσει, με αντάλλαγμα την παραχώρηση των κάστρων της Μονεμβασιάς, της Μάνης και του Μυστρά, επιζητώντας να αυξήσει την επιρροή του στον Μοριά. Ως αναπόφευκτο επακόλουθο ξεκίνησαν οι πολεμικές επιχειρήσεις στα 1263. Με εφαλτήριο αυτά τα τρία ισχυρά ερείσματα, ο Βυζαντινός στρατός, καταλαμβάνει χωρίς αντίσταση την Λακεδαιμονία και έπειτα επελαύνει προς την Ανδραβίδα, την πρωτεύουσα του «Πριγκιπάτου της Αχαΐας», διασχίζοντας την ορεινή Αρκαδία. Κατά την διαδρομή, το σώμα των Τούρκων μισθοφόρων των Βυζαντινών πυρπόλησε το Ρωμαιοκαθολικό αββαείο «Notre Dame» της Ίσοβας, πριν η αυτοκρατορική δύναμη υποστεί ντροπιαστική ήττα από τους ολιγάριθμους Φράγκους ιππότες στην μάχη της Πρινίτσας, πλησίον της αρχαίας Ολυμπίας. Έχει διατυπωθεί η άποψη πως ίσως να βρήκε την ίδια τύχη και η μονή Ζαρακά, από κάποιο Βυζαντινό απόσπασμα που ενεργούσε από άλλη κατεύθυνση, όμως τότε πιθανότατα να μνημονεύονταν η καταστροφή της στο περίφημο «Χρονικό του Μορέως», όπως συμβαίνει με την περίπτωση της Ίσοβας. Φυσιολογικά, οι Κιστερκιανοί μοναχοί πρέπει να είχαν προλάβει να αποχωρήσουν από την περιοχή της Στυμφαλίας, λαμβάνοντας την θετική έγκριση της Γενικής Συνόδου στο αίτημα του ηγουμένου το 1260. Ενδεχομένως να προσκολλήθηκαν σε κάποια άλλη αδελφότητα, με γνώμονα ότι δεν εμφανίζεται η ίδρυση μίας νέας μεταγενέστερης Κιστερκιανής μονής στον Ελληνικό χώρο και οι καταχωρήσεις σχετικά με τον Ζαρακά εξαφανίζονται οριστικά από τους καταλόγους του τάγματος. Εξάλλου, έως το 1276 είχαν κλείσει όλα τα Κιστερκιανά αββαεία στην Ελλάδα, εκτός του Δαφνίου και του Gergeri στην Βενετοκρατούμενη Κρήτης, που διατηρήθηκαν μέχρι και τον 15ο αιώνα.

Εικόνα 11: Ψηφιακή αναπαράσταση της εσωτερικής νότιας πλευράς του καθολικού της Μονής Ζαρακά (πηγή σχεδίου: Ιστότοπος του Καναδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών http://portal.cig-icg.gr).

Ουσιαστικά, οι Κιστερκιανοί μοναχοί έκαναν αισθητή την παρουσία τους στα κατακτηθέντα Ελληνικά εδάφη για μόλις έξι δεκαετίες περίπου. Η αποτυχία τους να εδραιωθούν οφείλεται κυρίως σε εξωγενείς παράγοντες. Η πλειονότητα των Κιστερκιανών οίκων στην Ελλάδα συνδέονταν με Γαλλικά μητρικά αββαεία και είχαν ιδρυθεί σε περιοχές που εξουσιάζονταν από Φράγκους ηγεμόνες, οι οποίοι υποστήριζαν την εγκατάσταση των ομοεθνών μοναχών του τάγματος στις επικράτειες τους. Η αναγέννηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από τον Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο στα 1261, είχε άμεσο αντίκτυπο πρωταρχικά στις Φράγκικες κτήσεις και ιδιαίτερα στο «πριγκιπάτο της Αχαΐας», που έγινε θέατρο επαναλαμβανόμενων πολεμικών συγκρούσεων. Σταδιακά, η κυριαρχία της Φράγκικης αριστοκρατίας ελαττώνονταν στην Πελοπόννησο, επηρεάζοντας και την διαβίωση των προστατευόμενων της Κιστερκιανών μοναχών, ενώ οι τοποθεσίες των μοναστηριών τους περικλείονταν συχνά εντός της εμπόλεμης ζώνης, με συνέπεια είτε να τελούν διαρκώς υπό την απειλή μιάς εξοντωτικής δήωσης, είτε να δέχονται επιθέσεις από τις Βυζαντινές δυνάμεις. Η εξέλιξη αυτή διατάρασσε ανεπανόρθωτα την μοναστική ζωή, κάνοντας αδύνατη την προσαρμογή στην διαμορφωθείσα πολιτικοστρατιωτική κατάσταση του Μορέως. Έκτος των άλλων, οι κατά τόπους Κιστερκιανές αδελφότητες δεν κατάφεραν να αναπτυχθούν και να καταστούν εύρωστες, με τον προσεταιρισμό μελών από τον Ελληνικό πληθυσμό, ο οποίος παρέμενε πιστός στο Ορθόδοξο δόγμα, ούτε και να αποκτήσουν ικανές εδαφικές εκτάσεις, που να τους επέτρεπαν να διαθέτουν μια βιώσιμη οικονομική επάρκεια. Έτσι απώλεσαν τον βασικό θρησκευτικό τους στόχο του προσηλυτισμού των Ορθοδόξων και μοιραία πέρασαν το κατώφλι της ανυποληψίας και του μαρασμού, έναντι των πλουσιότερων Κιστερκιανών αββαείων της Γαλλίας, παρουσιάζοντας δείγματα νοσηρότητας, όπως η μακρόχρονη απουσία του ηγουμένου του Ζαρακά από την ετήσια Γενική Σύνοδο του τάγματος στο Cîteaux στα μέσα του 13ου αιώνα.


Εικόνα 12: Ανάγλυφη απόληξη σταυροθολίου, με διακόσμηση μονών φύλλων, προσαρμοσμένη στην βόρεια πλευρά του καθολικού της μονής Ζαρακά.

Ανεξάρτητα από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έφυγαν οι Κιστερκιανοί μοναχοί από την περιοχή της Στυμφαλίας, παίρνοντας προφανώς μαζί τους την κινητή περιουσία και τα θρησκευτικά κειμήλια τους, δεν είχε έρθει το τέλος για το κτιριακό συγκρότημα της μονής Ζαρακά. Από τις νεότερες αρχαιολογικές έρευνες διαπιστώθηκε ότι εξακολούθησε να κατοικείται για άλλους δύο αιώνες περίπου. Οι ανασκαφές έφεραν στο φως άφθονα κεραμικά θραύσματα, που ανάγονται από τον 13ο έως τον 15ο αιώνα, που ανήκουν σε τουλάχιστον 22 εφυαλωμένα δοχεία, 9 συνηθισμένα πήλινα αγγεία και 5 πήλινα μαγειρικά σκεύη. Επίσης, ανακαλύφθηκαν εννέα ανθρώπινοι σκελετοί σε ταφές εντός και πέριξ του ναού της μονής, οι οποίοι χρονολογούνται μεταξύ του 14ου και 15ου αιώνα, ενώ από τις εκσκαφές στην θέση της πύλης ανασύρθηκαν αρκετά νομίσματα του δόγη της Βενετίας Αντρέα Κονταρίνι (Andrea Contarini, 1368 – 1382). Όμως ποιοι ήταν αυτοί οι κατοπινοί ένοικοι της μονής; Όσον αφορά τα ανθρώπινα λείψανα, έχει εκφραστεί η αόριστη άποψη ότι ανήκουν σε άτομα που πέθαναν ταξιδεύοντας μέσα από την τοποθεσία της Στυμφαλίας και ενταφιάστηκαν ευκαιριακά εδώ, μετά την εγκατάλειψη του μοναστηριού. Εντούτοις, το πλήθος της διάσπαρτης κεραμικής και τα νομίσματα του Κονταρίνι, παραπέμπουν σε μία πιο μόνιμη κατοίκηση του χώρου. Λόγω της ύπαρξης περιβόλου και του πυργοειδούς πυλώνα, ενδεχομένως το άλλοτε μοναστικό συγκρότημα να χρησιμοποιήθηκε από τους Λατίνους κατακτητές σαν στρατιωτικό φυλάκιο, για τον έλεγχο της ορεινής οδού από την Σικυώνα προς την Αρκαδία και την Αργολίδα, απαγορεύοντας την προσέγγιση των Βυζαντινών στρατευμάτων στον Κορινθιακό κόλπο από εκείνη την κατεύθυνση. Ακόμα, τα ανευρεθέντα Βενετσιάνικα νομίσματα ίσως παραπέμπουν στην διακυβέρνηση της Κορινθίας από τον Ιταλικό οίκο των Ατζαγιόλι (Acciaiuoli) από τα μέσα του 14ου αιώνα.


Εικόνα 13: Άποψη των διατηρούμενων καταλοίπων του καθολικού από τα βορειοδυτικά. Σύμφωνα με τα ανασκαφικά ευρήματα το κτιριακό συγκρότημα της μονής Ζαρακά, παρά την αποχώρηση των Κιστερκιανών μοναχών, εξακολούθησε να κατοικείται τουλάχιστον έως και τον 15ο αιώνα.

Περί το 1333 – 1334 ο Φλωρεντίνος τραπεζίτης Νικολό Ατζαγιόλι, σύμβουλος της επίτιμης αυτοκράτειρας της Κωνσταντινούπολης Αικατερίνης των Βαλουά, κατόρθωσε να αναδείξει τον πρωτότοκο γιό της Ροβέρτο ως ηγεμόνα της Αχαΐας και άρχισε να αποκτά κτήματα στην Πελοπόννησο. Εκμεταλλευόμενος την εύνοια της Αικατερίνης, επέκτεινε τις εδαφικές εκτάσεις του μέσω παραχωρήσεων και αγορών γης από τα 1338, όταν και χρημάτισε βάϊλος (επιτετραμμένος διοικητής) του «πριγκιπάτου της Αχαΐας» για τρία χρόνια, προωθώντας παράλληλα τα οικονομικά συμφέροντα του οίκου του. Μολονότι επέστεψε στην Ιταλία στα 1341, δεν παρέλειψε να φροντίζει για τις Πελοποννησιακές κτήσεις του και το 1358 του μεταβιβάστηκε η πόλη της Κορίνθου με το ισχυρό φρούριο Ακροκόρινθου και άλλα οκτώ εξαρτημένα κάστρα. Μετά τον θάνατο του ικανότατου τραπεζίτη στα 1365, η καστελανία της Κορίνθου κληροδοτήθηκε στον γιό του Άγγελο, ο οποίος διόρισε ως επίτροπο φρούραρχο τον εξάδελφο του Νέριο (Ραϊνέριο), αφού ήταν πολύ απασχολημένος με την παρακολούθηση των περιουσιακών του υποθέσεων στην Ιταλία. Σύντομα ο Νέριο Ατζαγιόλι έγινε ο πραγματικός αυθέντης των Κορινθιακών κτήσεων, που ο Άγγελος τις υποθήκευσε σε εκείνον αντί ενός χρηματικού ποσού. Τα επόμενα χρόνια αποδείχθηκε εξαιρετικά δραστήριος, πετυχαίνοντας αφ’ ενός μεν να του εκχωρηθεί το δικαίωμα του Βενετού πολίτη το 1369, θέλοντας να εξασφαλίσει την προστασία της Βενετσιάνικης Δημοκρατίας, που κυριαρχούσε στον νησιώτικο χώρο του Αιγαίου, αφ’ ετέρου δε να καταλύσει το Καταλανικό δουκάτο των Αθηνών το διάστημα 1385 – 1387 και να ανέλθει άτυπα στο αξίωμα του «δούκα» των Αθηνών. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εδαφικές κτήσεις των Ατζαγιόλι έφταναν μέχρι την Σικυώνα, πιθανότατα συγκαταλέγονταν ανάμεσα τους και η τοποθεσία της Στυμφαλίας, αποτελώντας την νοτιοδυτική μεθόριο της καστελανίας της Κορίνθου.

Υπό αυτό το πρίσμα και γνωρίζοντας ότι ο Νικολό Ατζαγιόλι μεριμνούσε ιδιαίτερα για την εξασφάλιση της άμυνας της επικράτειας του, ενισχύεται η εκδοχή περί της στρατιωτικής επαναχρησιμοποίησης του Κιστερκιανού αββαείου του Ζαρακά στα μέσα του 14ο αιώνα, με το γνώρισμα ενός συνοριακού φυλακίου, η οποία διατηρήθηκε και από τους διαδόχους του. Έτσι εξηγείται και η παρουσία των νομισμάτων του Βενετού δόγη Αντρέα Κονταρίνι στην θέση του πυλώνα, που ενδεχομένως να αποτελούσαν το αντίτιμο της μισθοδοσίας της φρουράς, αν αναλογιστούμε ότι ίσως ήταν το νόμισμα με την μεγαλύτερη ανταποδοτική αξία εκείνη την περίοδο μεταξύ των Ιταλικών κτήσεων στην Ελλάδα, όπου την μερίδα του λέοντος είχε η Βενετία, όπως και την ιδιότητα του Νέριου Ατζαγιόλι ως Βενετσιάνου πολίτη. Ανάλογα νομίσματα έχουν βρεθεί και στην αρχαία Μεσσήνη, που επίσης ανήκε στον οίκο των Ατζαγιόλι. Επιπρόσθετα, ένα ακόμα ενδεικτικό στοιχείο είναι η ανακάλυψη αρκετών τεμαχίων από μάλλον εισαγόμενα Ιταλικά αγγεία στον χώρο της μονής.


Εικόνα 14: Σχεδιαστική αναπαράσταση της όψης της εισόδου στο καθολικό της μονής Ζαρακά (πηγή σχεδίου: The Frankish Church of Stymfalia», Anastasios Orlandos).

Το περιτειχισμένο κτιριακό συγκρότημα του Ζαρακά πρέπει να ερημώθηκε ολοσχερώς κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις, που προηγήθηκαν της οριστικής κατάκτησης της Πελοποννήσου από τους Τούρκους. Στις 15 Μαΐου 1458, ο Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής, (1432 – 1481) επικεφαλής μιας στρατιάς 80.000 ιππέων και μεγάλου αριθμού πεζών, πέρασε από τον Ισθμό της Κορίνθου χωρίς να συναντήσει καμία απολύτως αντίσταση στο τείχος του Εξαμιλίου, από τους Βυζαντινούς δεσπότες Θωμά και Δημήτριο Παλαιολόγο, τους οποίους ήθελε να τιμωρήσει για την απείθεια τους ως υποτελείς ηγεμόνες στην στο Οθωμανικό κράτος. Μετά από μία συνοπτική αναγνώριση της θέσης και των οχυρώσεων του Ακροκορίνθου, ο σουλτάνος πείστηκε ότι το στιβαρό κάστρο μπορούσε να κυριευθεί μόνο με παράδοση ή από έλλειψη τροφίμων. Χωρίς να χρονοτριβήσει, ανέθεσε την έναρξη της πολιορκίας στον Έλληνα εξωμότη Μαχμούτ πασά και παραλαμβάνοντας το μισό στράτευμα προχώρησε νότια για να υποτάξει τα γειτονικά φρούρια, λεηλατώντας και καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμα του. Φθάνοντας στην Νεμέα, ο σουλτάνος στράφηκε δυτικά με σκοπό να επιτεθεί στην Ταρσό, βορειοανατολικά του Φενεού. Προελαύνοντας επί του σημερινού δρομολογίου Νεμέα – Αηδόνια – Γαλατάς – Πλατάνι – Κιόνια και περνώντας από την διάβαση στα βορειοανατολικά του όρους Απέλαυρος, βρέθηκε στην κοιλάδα της Στυμφαλίας και κατέλαβε το εικαζόμενο οχυρό φυλάκιο της πρώην Κιστερκιανής μονής του Ζαρακά, που μάλλον θα είχε εγκαταλειφθεί από την φρουρά του. Ακολούθως και αφού είχε ερημωθεί η Ταρσός, παραδόθηκε το φρούριο του Ακροκορίνθου στις 6 Αυγούστου 1458 και οι δύο Παλαιολόγοι εξαναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με επαχθείς όρους, παραχωρώντας στον σουλτάνο σχεδόν το ένα τρίτο της Πελοποννήσου. Ο δε Μωάμεθ αποχώρησε για την Αθήνα κρατώντας στην κατοχή του μεταξύ άλλων και την Κορινθία, αφού πρώτα μετέτρεψε σε ερείπια όσα κάστρα της περιοχής δεν ήταν σε καλή κατάσταση ή δεν κρίθηκαν αναγκαία. Ανάμεσα σε αυτά ενδεχομένως να συγκαταλέγονταν και ο περιτειχισμένος Ζαρακάς, αν δεν τον είχε καταστρέψει ήδη κατά την προέλαση του προς την Ταρσό. Αυτή ίσως να είναι η πιο βάσιμη υπόθεση για το αληθινό ιστορικό τέλος του άλλοτε μοναστικού συγκροτήματος. Ο δε Μωάμεθ Β’ επανήλθε δύο χρόνια αργότερα, τον Μάιο του 1460, για να συμπληρώσει την Τουρκική κατάκτηση του Μορέως μέσα σε τρεις μήνες, εκτός από τις Βενετσιάνικες κτήσεις της Μεθώνης, της Κορώνης και της Αργοναυπλίας.


Εικόνα 15: Η δυτική πλευρά του πυργοειδή πυλώνα της μονής Ζαρακά. Το πρώην μοναστικό συγκρότημα των Κιστερκιανών μοναχών ενδέχεται να μετατράπηκε σε ερείπια από τα Τουρκικά στρατεύματα, κατά την διάρκεια της εκστρατείας του Μωάμεθ Β’ στην Πελοπόννησο στα 1458.

Έκτοτε, τα εντυπωσιακά χαλάσματα του Κιστερκιανού αββαείου στην κοιλάδα της Στυμφαλίας, με την ογκολιθική δόμηση και τα περίτεχνα ανάγλυφα αρχιτεκτονικά μέλη, διέγειραν την λαϊκή φαντασία των απλοϊκών χωρικών των γύρω περιοχών εμπνέοντας μυθοπλασίες, καθώς εκλαμβάνονταν περισσότερο σαν μία πανάρχαια κατασκευή, λόγω και της γειτνίασης με τα ορατά ερείπια της αρχαίας Στυμφάλου. Σε μία από αυτές εξιστορούνταν ότι ήταν το πανάρχαιο «παλάτι του Ηρακλή»(11), επειδή μόνο κάποιος με την δική του σωματική δύναμη θα μπορούσε να μετακινήσει τους τεράστιους λίθους, ενώ ένα τέτοιο μεγαλοπρεπές οικοδόμημα άρμοζε δεόντως στον πανελλήνιο ήρωα, ο οποίος διέπραξε στην λίμνη ένα από τους άθλους του, εξολοθρεύοντας τις Στυμφαλίδες όρνιθες. Στα νεότερα χρόνια, δημιουργήθηκε ο παρακείμενος οικισμός Κιόνια, που πήρε την ονομασία του από τους εντοιχισμένους κίονες στους τοίχους του καθολικού, αλλά πιθανόν και εξαιτίας της ύπαρξης αρκετών διάσπαρτων κιονόκρανων και σφονδύλων στην τοποθεσία. Οι ξένοι περιηγητές του 19ου αιώνα είχαν αντιληφθεί αμέσως ότι εδώ ήταν η θέση ενός Χριστιανικού εκκλησιαστικού ιδρύματος, αλλά ενίοτε οι εκτιμήσεις τους ήταν εσφαλμένες. Ο Άγγλος αρχαιολόγος Edward Dodwell (1767 – 1832) σημειώνει ότι είναι: «ένα ερειπωμένο καθολικό ή μια επισκοπική εκκλησία…….. Το μέρος αποκαλείται Κιόνια ή οι κολώνες»(12) και ο συμπατριώτης του στρατιωτικός και αρχαιοδίφης William Martin Leake (1777 – 1860) παραθέτει πως είναι: «μία μεγάλη ερειπωμένη εκκλησία, η οποία φαίνεται να δείχνει ότι η Στύμφαλος ήταν μία τοποθεσία ενός αξιοσέβαστου μέρος υπό την Βυζαντινή αυτοκρατορία»(13). Ο δε διαπρεπής Γερμανός ιστορικός και αρχαιολόγος Ernst Curtius (1814 – 1896) αναφέρει πως: «Η εκκλησία φαίνεται να έχει χτιστεί στους καλύτερους καιρούς της Βυζαντινής τέχνης», αφήνοντας να εννοηθεί ότι πρόκειται για Βυζαντινό ναό(14). Ο μοναδικός που κατάλαβε την δυτική προέλευση των εκκλησιαστικών κατάλοιπων του Ζαρακά, ήταν ο επίσης Γερμανός καθηγητής αρχαιολογίας και Ελληνιστής Ludwig Ross (1806 – 1859) που καταγράφει σχετικά λίγο πριν τα μέσα του 19ου αιώνα: «Τα ερείπια στα Κιόνια είναι ενός παλαιού ναού και θεωρώ ότι ανήκουν σε μία εκκλησία του Φράγκικου μεσαίωνα, μοιάζοντας με βασιλική με στοές (κλίτη). Μήπως η συνολική εγκατάσταση ήταν μία Φράγκικη μονή;»(15). Η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα του Ρος θα δίνονταν σχεδόν ένα αιώνα αργότερα.


Εικόνα 16: Απόληξη σταυροθολίου προσαρμοσμένη στην νότια πλευρά του καθολικού της μονής Ζαρακά, που έχει την μορφή ημικυλινδρικού κίονα – παραστάδας και έφερε στο κιονόκρανο έναν ανάγλυφο σταυρό εντός μεταλλίου.

Οι αρχικές ανασκαφές στην τοποθεσία του εκκλησιαστικού συγκροτήματος στα Κιόνια διενεργήθηκαν από τον διακεκριμένο αρχαιολόγο και αρχιτέκτονα Αναστάσιο Ορλάνδο στα 1928, ο οποίος ύστερα από μακροχρόνια έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για την Ρωμαιοκαθολική μονή Ζαρακά που ανεγέρθηκε από μοναχούς του θρησκευτικού τάγματος των Κιστερκιανών το πρώτο τέταρτο του 13ου αιώνα. Η ορθότητα της άποψης του δεν αμφισβητήθηκε από τους ακαδημαϊκούς κύκλους, πλην όμως η χρονολογική τοποθέτηση της ίδρυσης αποτέλεσε σημείο τριβής, καθόσον δεν δύναται να προσδιοριστεί με ασφάλεια, όπως αναλύθηκε παραπάνω στο παρόν ερευνητικό άρθρο. Ο Ορλάνδος προέβηκε και στην σχεδιαστική αναπαράσταση του καθολικού της μονής στα 1955, παρέχοντας μία πρώτη ενδιαφέρουσα εκτίμηση για τον γοτθικό αρχιτεκτονικό ρυθμό του καθολικού, ενώ η δημοσιευμένη επιστημονική εργασία του, αποτέλεσε την βάση δεδομένων για τους μελλοντικούς ερευνητές. Το μνημείο εξετάστηκε και στα 1962 από τον εξαίρετο αρχαιολόγο Ευστάθιο Στίκα, με καταγωγή από τον Δήμο Ξυλοκάστρου, αλλά ακόμα έχρηζε μίας πιο διεξοδικής μελέτης, προκειμένου να αποσαφηνιστούν οι κατασκευαστικές λεπτομέρειες του και να αποκτηθεί μία σφαιρική εικόνα για την μεσαιωνική μορφή του μοναστικού κτιριακού συμπλέγματος.


Εικόνα 17: Σχεδιαστική αναπαράσταση του καθολικού της μονής Ζαρακά από τον αρχαιολόγο και αρχιτέκτονα Αναστάσιο Ορλάνδο (πηγή σχεδίου: «The Frankish Church of Stymfalia», Anastasios Orlandos).

Οι συστηματικές ανασκαφές ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1993, όταν η Αρχαιολογική Εταιρεία των Αθηνών παραχώρησε την σχετική άδεια στο Καναδικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών και διάρκεσαν μέχρι τον Αύγουστο του 1997 (16). Το αρχαιολογικό έργο διεύθυνε η καθηγήτρια Sheila Campbell, του Pontifical Institute of Medieval Studies του Πανεπιστημίου του Τορόντο, με την χρηματοδότηση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων του Καναδά και σε συνεργασία με την 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Οι ανασκαφικές τομές γύρω από το ναό και τον πυλώνα απέφεραν σημαντικά ευρήματα, που διαφώτισαν κρυφές πτυχές της Κιστερκιανής μονής. Άλλη μία ερευνητική περίοδος πραγματοποιήθηκε το έτος 2007, υπό την διεύθυνση των καθηγητών ιστορίας της τέχνης, Κωστή Κουρελή του Clemson University (ΗΠΑ) και Joseph Alchermes του Connecticut College (ΗΠΑ), μαζί με τον Anthony Masinton, υπεύθυνο πληροφορικής – Η/Υ του York University (Βρετανία), υπό την αιγίδα και πάλι του Καναδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών. Αυτή την φορά η εξειδικευμένη εργασία επικεντρώνονταν στην συλλογή δομικών τεκμηρίων από το μεσαιωνικό μνημείο, με σκοπό την τρισδιάστατη ηλεκτρονική ανάπλαση του ναού, προκειμένου να αναθεωρηθεί η μονοδιάστατη αναπαράσταση του Ορλάνδου, που καταλογίζονταν ως προβληματική(17). Παρά την αποσπασματική και επιλεκτική δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων των νεότερων ερευνών, είναι δυνατόν να γίνει μία ενδεικτική περιγραφή του Κιστερκιανού αββαείου μέσα από τις παρεχόμενες πληροφορίες, σε συνδυασμό με την αναλυτική επισκόπηση των σωζόμενων οικοδομικών καταλοίπων.


Εικόνα 18: Άποψη των σωζόμενων ερειπίων του καθολικού. Οι νεότερες αρχαιολογικές έρευνες στον χώρο της μεσαιωνικής μονής Ζαρακά έφεραν στο φως σημαντικά ευρήματα και τεκμηρίωσαν τον δυτικότροπο αρχιτεκτονικό ρυθμό της εκκλησίας του.

Από το μοναστικό συγκρότημα του Ζαρακά διατηρούνται ελάχιστα ίχνη του περιβόλου του, με συνέπεια να μην μπορεί να καθοριστούν επακριβώς οι διαστάσεις και το σχήμα της περιμέτρου του, που πιθανόν σε γενικές γραμμές να ταυτίζονταν με το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής περίφραξης του χώρου. Η είσοδος στο προαύλιο του μοναστηριού γίνονταν μέσω ενός θολωτού διαβατικού, το οποίο ανοίγονταν στο ισόγειο ενός διώροφου πυργοειδούς πυλώνα στα νοτιοδυτικά, οριζόντιων διαστάσεων 7 Χ 7 μέτρα και με ύψος αψίδας περί τα 4 μέτρα. Στο μέσο του διαβατικού βρίσκονταν η ευμεγέθης τοξοειδής θύρα, ενδεχομένως ξύλινη με σιδερένια ελάσματα, που ασφαλίζονταν εσωτερικά από μία ή δύο ξύλινες δοκούς, όπως γίνεται αντιληπτό από τα διακρινόμενα τμήματα των πλευρικών παραστάδων και τις εσοχές υποδοχής στα τοιχώματα.


Εικόνα 19: Αριστερά άποψη του πυργοειδούς πυλώνα της μονής από τα ανατολικά και δεξιά παρουσιάζεται το βόρειο πλευρικό τοίχωμα του, όπου με βέλος επισημαίνεται τμήμα από την παραστάδα της θύρας και με κύκλο οι υποδοχές των δοκών ασφαλείας.

Ο πυργοειδής πυλώνας στην κανονική του μορφή πρέπει να έφτανε σε ύψος τα 8 με 10 μέτρα περίπου, χωρίς να αποκλείεται και η ύπαρξη οδοντωτών επάλξεων στην οροφή του. Είναι κατασκευασμένος κατά τα μεσαιωνικά πρότυπα από μερικώς κατεργασμένους λίθους μικρού μεγέθους, αρμολογημένους με κονίαμα και με την κάλυψη των κενών από κεραμικά θραύσματα, ενώ έχει γίνει ευρεία χρήση αρχαίου οικοδομικού υλικού στο διαμέρισμα της θύρας και στις γωνίες. Στο κατώφλι είναι συγκεντρωμένα αρκετά αρχιτεκτονικά μέλη κιόνων από την πόλη της αρχαίας Στυμφάλου, που εναποτέθηκαν εδώ μάλλον κατά την διάρκεια των ανασκαφών. Η πρόσβαση στον δεύτερο πάτωμα του πυλώνα υλοποιούνταν κατά πάσα πιθανότητα από την γωνία της βορειοανατολικής πλευράς, μέσω μίας ξύλινης αποσπώμενης σκάλας που στηρίζονταν σε ένα τετράγωνο λίθινο υπόβαθρο και μάλλον κατέληγε σε ένα μικρό ξύλινο εξώστη. Στην ανατολική πλευρά του ορόφου ανοίγονταν ένα παράθυρο, όπως υποδηλώνεται αχνά από το υφιστάμενο σχήμα της ερειπωμένης τοιχοποιίας. Ωστόσο, η κατάσταση των υπόλοιπων τοιχωμάτων δεν μας επιτρέπει να προβούμε σε καμία άλλη αξιολόγηση. Ο Ludwig Ross αναφέρει ότι ο πυλώνας διακοσμούνταν με ένα οξύκορφο τόξο στην εξωτερική πρόσοψη του, το οποίο πλέον δεν διασώζεται. Λίγο βορειότερα από το λίθινο υπόβαθρο, οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν δύο βαθμίδες από δύο αρχαίες μονολιθικές πλάκες, τις οποίες εκτίμησαν ως την αρχή ενός κλιμακοστασίου προς τον δεύτερο όροφο. Όμως, πάνω στο τοίχωμα της βόρειας πλευράς του πυλώνα δεν διακρίνεται καμία περαιτέρω δομική ένδειξη μίας πρόσθετης κατασκευής, που να προδίδει ένα μόνιμο κλιμακοστάσιο, που φυσιολογικά θα έπρεπε να είχαν απομείνει προσκολλημένα κάποια δομικά υπολείμματα του. Ίσως τα δύο εικαζόμενα σκαλοπάτια να εξυπηρετούσαν κάποιον άλλο σκοπό, με δεδομένο ότι η απόσταση τους από τον πυλώνα κρίνεται ως αρκετά μακρινή.


Εικόνα 20: Αρχιτεκτονικά μέλη κιόνων από την πόλη της αρχαίας Στυμφάλου, τοποθετημένα στο διαβατικό του πυργοειδούς πυλώνα της μονής.

Κατά τις ανασκαφικές εργασίες στον πυλώνα, μέσα σε ένα βαθύ αποθέτη στάχτης και άλλων απορριμμάτων, ανακαλύφθηκαν ένα ζεύγος από κέρατα ελαφιού, μεγάλος αριθμός μπρούτζινων τεμαχίων, που πιθανόν ήταν εξαρτήματα ενός κουτιού, ένα ζεύγος ψαλιδιών, μία λαβή μαχαιριού και προαναφερθέντα Βενετσιάνικα νομίσματα του Αντρέα Κονταρίνι. Ακόμα βρέθηκαν κεραμικά θραύσματα από διάφορα είδη αγγείων, όπως εφυαλωμένα δοχεία με εγχάρακτη ζωγραφική, βάζα, χειροποίητες κανάτες και μαγειρικά σκεύη με λαβές, που χρονολογούνται από τον 13ο έως και τον 15ο αιώνα, ενώ μερικά από αυτά φαίνεται να έχουν Ιταλική προέλευση. Τουλάχιστον δύο από αυτά διακοσμούνταν με την παράσταση πουλιού. Στο μέσο των εξωτερικών πλευρών και εκατέρωθεν του πυλώνα διακρίνονται τα μοναδικά σωζόμενα κατάλοιπα του περιτειχίσματος της μονής σε ικανό ύψος, που εκ πρώτης όψεως είχε πάχος γύρω στο 1 μέτρο.

Βορειοανατολικά του πυλώνα, υψώνονται τα επιβλητικά ερείπια από το καθολικό της Κιστερκιανής μονής. Η τοιχοποιία του συνίσταται από δύο παράλληλα τοιχώματα επάλληλων τετράγωνων ογκόλιθων, προσομοιάζοντας στο ισοδομικό σύστημα, με την τοποθέτηση κεραμικών τεμαχίων στα διάκενα των αρμών, εσωκλείοντας ενδιάμεσα ένα πυρήνα από φερτό υλικό συγκολλημένο με κονίαμα. Το μεγαλύτερο μέρος από τους επεξεργασμένους δόμους προέρχεται από τα οικοδομήματα της αρχαίας Στυμφάλου, που η οικιστική ζώνη της ξεκινούσε γύρω στα 200 με 300 μέτρα νοτιότερα. Η εκτεταμένη χρησιμοποίηση των αρχαίων δόμων στον ναό και στον πυλώνα, αλλά και η σποραδική παρουσία αρχιτεκτονικών σπολίων από κίονες στην λιθοδομή, οδήγησε ορισμένους ακαδημαϊκούς να ασπαστούν την εσφαλμένη άποψη ότι το αββαείο είχε ανεγερθεί στην ίδια τοποθεσία του ιερού της θεάς Αρτέμιδος Στυμφαλίας ή εντός της ευρύτερης περιοχής του. Το λυπηρό είναι πως η αντίληψη αυτή τείνει να παγιωθεί ανάμεσα στους νεότερους αρχαιοδίφες χωρίς να τεκμηριώνεται. Αντιθέτως, μία ανασκαφική τομή εσωτερικά του βόρειου τοίχου του ναού, καθώς και ένας βαθύς καθαρισμός στην κόγχη του ιερού, έδειξαν ότι το κτίσμα διέθετε μία ιδιαίτερα ρηχή θεμελίωση και δεν διαπιστώθηκε κανένα ίχνος προγενέστερης κατασκευής. Επιπρόσθετα, η θέση της Κιστερκιανής μονής είναι σαφέστατα εκτός των βορείων τειχών της αρχαίας πόλης, τα οποία σχημάτιζαν μία γωνιακή καμπή πολύ νοτιότερα, όπως συνάγεται από τις τοπογραφικές και γεωφυσικές έρευνες του Καναδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου. Ο δε αρχαίος περιηγητής Παυσανίας στην σχετική διήγηση του για την Στύμφαλο, αφήνει να εννοηθεί ότι το ιερό της Αρτέμιδος βρίσκονταν εντός του περιβόλου(18). Τα μόνα αρχαία ευρήματα που αποκομίστηκαν από την τοποθεσία ήταν μία ανάγλυφη επιτύμβια στήλη της Ελληνιστικής εποχής με την απεικόνιση ενός ιππέα και ένα νόμισμα του Ρωμαίου αυτοκράτορα Σέπτιμου Σέβηρου (146 – 211 μ. Χ.). Άρα λοιπόν, καταρρίπτεται η αίολη φημολογία περί της ιδρύσεως της μονής πάνω στα ερείπια του αρχαίου ιερού, εντούτοις πράγματι το αρχαίο οικοδομικό υλικό που χρησιμοποιήθηκε, λήφθηκε από τα επιφανειακά λείψανα του βόρειου πολεοδομικού τομέα και των εκείθεν αμυντικών τειχών της Στυμφάλου.


Εικόνα 21: Αρχαίο οικοδομικό υλικό σε δεύτερη χρήση στον βόρειο τοίχο καθολικού. Διακρίνεται το κυκλικό τύμπανο από ένα κίονα.

Συνήθως οι Κιστερκιανοί μοναχοί έχτιζαν οι ίδιοι τα αββαεία τους, καθώς στις τάξεις του τάγματος τους συγκαταλέγονταν έμπειροι οικοδόμοι(19). Στην προκειμένη περίπτωση του Ζαρακά, στην κατασκευή του ναού αλλά και ολόκληρου του μοναστικού συγκροτήματος, πρέπει να προσλήφθηκαν και Έλληνες τεχνίτες, επειδή η υφιστάμενη δόμηση των τοιχωμάτων εμφανίζει μία αναμφισβήτητη «Βυζαντινή» επίδραση, με χαρακτηριστικό γνώρισμα τις κεραμικές σφήνες. Απεναντίας, ο αρχιτεκτονικός ρυθμός και ο γλυπτός διάκοσμος της εκκλησίας είναι καθαρά Δυτικής τεχνοτροπίας. Όμως, εντοπίζεται και άλλη μία μορφολογική διαφορά. Αν και ο ναός στο σύνολο του αναγνωρίζεται ως πρώιμο Γοτθικό οικοδόμημα, τα λεπτοδουλεμένα ανάγλυφα μέλη με τα φυτικά θέματα, δημιουργούν την αίσθηση ότι προσεγγίζουν περισσότερο τον Ρωμανικό ρυθμό του 12ου αιώνα από τον Γοτθικό του 13ου αιώνα(20). Από αυτή την οπτική γωνία, μπορούμε να τον θεωρήσουμε σαν ένα μεταβατικό οικοδόμημα από τον ένα ρυθμό στον άλλο, γεγονός που αυξάνει κατακόρυφα την αρχιτεκτονική και ιστορική αξία του. Πάντως, ο εσωτερικός διάκοσμος του εκτιμάται πως ήταν εξαιρετικά λιτός και περιορίζονταν μόνο στα ανάγλυφα κιονόκρανα, στα επίκρανα των παραστάδων, στις ραβδώσεις και στα κλειδιά των θόλων, ακολουθώντας τους ασκητικούς κανόνες που είχε καθορίσει ο αναμορφωτής του Κιστερκιανού τάγματος Άγιος Βερνάρδος του Clairvaux από τις αρχές του 12ου αιώνα. Σύμφωνα με αυτές, η εκκλησία έπρεπε να είναι όσο το δυνατόν πιο απέριττη, με έμφαση στην χρηστική απλότητα, αποβάλλοντας κάθε περιττό καλλιτεχνικό στοιχείο, έτσι ώστε οι μοναχοί να παραμένουν προσηλωμένοι στην προσευχή κατά την διάρκεια των ακολουθιών. Η αγιογραφική διακόσμηση και η επιτηδευμένη γλυπτική επιβάλλονταν να αποκλειστούν, οι υαλοπίνακες των παραθύρων να μην φιλοτεχνούνται με σταυρούς και κοσμήματα, ενώ το τετράγωνο σχήμα του ιερού προκρίνονταν έναντι των πιο περίτεχνων ημικυκλικών ή πολυγωνικών κογχών. Οι μοναχοί του Ζαρακά φαίνεται ότι τήρησαν απαρέγκλιτα αυτές τις αρχές, αποφεύγοντας τα πολυτελή τεχνουργήματα στο καθολικό του αββαείου τους, σε αντίθεση με άλλες Κιστερκιανές αδελφότητες στην Γαλλία.


Εικόνα 22: Άποψη του νότιου τοίχου του καθολικού. Με κόκκινο βέλος επισημαίνεται το κατώφλι μίας εκ των πλευρικών θυρών.

Η ναοδομία του Ζαρακά αντικατοπτρίζει την Κιστερκιανή αρχιτεκτονική αντίληψη, που σημάδεψε τον Γοτθικό ρυθμό εμποτίζοντας τον με το αγνό ύφος της. Πρόκειται για μία επιμήκη τρίκλιτη βασιλική κατά το παλαιοχριστιανικό αρχέτυπο, διαστάσεων του κυρίως ναού 35,10 Χ 17,70 μέτρα και μέγιστο μήκος από την κεντρική θύρα έως το εξωτερικό τοίχωμα του τετράγωνου Ιερού Βήματος στα 39,20 μέτρα, Τα εκατέρωθεν πλάγια κλίτη είναι συμμετρικά, μισού μεγέθους σε σύγκριση με το μεσαίο, εκ του οποίου διαχωρίζονταν από δύο κιονοστοιχίες, σχηματίζοντας πλευρικές στοές με αψιδωτά ανοίγματα. Η κάθε κιονοστοιχία απαρτίζονταν από τρεις ογκώδεις σπονδυλωτούς κίονες, κυλινδρικής διατομής και από άλλους δύο πεσσούς στις άκρες, που ο ένας ενσωματώνονταν στο εσωτερικό τοίχωμα της πρόσοψης και ο έτερος ενώνονταν με την αρχή του κάθετου τοίχου του Ιερού Βήματος, του οποίου οι οριζόντιες διαστάσεις είναι 8 Χ 8,5 μέτρα, ενώ στο ανατολικό τέλος των πλευρικών κλιτών διαμορφώνονταν δύο μικρά παρεκκλήσια.


Εικόνα 23: Άποψη από το εσωτερικό του καθολικού. Με κόκκινο βέλος επισημαίνονται οι βάσεις τριών από τους ογκώδεις σπονδυλωτούς κίονες των δύο κιονοστοιχιών της εκκλησίας.

Το μεσαίο κλίτος του ναού ήταν υπερυψωμένο, δίνοντας την εντύπωση διώροφου κτίσματος και με δεδομένο ότι το ύψος των σωζόμενων περιμετρικών τοιχωμάτων αγγίζει τα 8 μέτρα, τότε το μέγιστο ύψος του στον κεντρικό κάθετο άξονα πρέπει να πλησίαζε αναλογικά τα 16 με 20 μέτρα μέχρι την κορυφή. Η δε στέγαση του κεντρικού κλίτους ήταν μάλλον δίρριχτη και στα άλλα δύο κλίτη επικλινής(21). Στην εξωτερική ανατολική γωνία μεταξύ του βόρειου κλίτους και του ιερού βήματος, ήταν προσκολλημένο ένα στενόχωρο κυλινδρικό κωδωνοστάσιο, διαμέτρου μόλις 3 μέτρων, που το ύψος του δεν μπορεί να εκτιμηθεί, αλλά φυσιολογικά θα πρέπει να ξεπερνούσε αρκετά την στέγη της εκκλησίας. Η πρόσβαση σε αυτό γίνονταν από τον χώρο του ιερού, μέσω μίας ελικοειδούς κλίμακας, ενώ από τα οικοδομικά κατάλοιπα του διακρίνονται το λίθινο κυκλικό κρηπίδωμα και τα τρία πρώτα σκαλοπάτια. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι Κιστερκιανοί απαγόρευαν τις καμπάνες στις μονές τους και τα κωδωνοστάσια περιορίζονταν αποκλειστικά σε ιδρύματα, από τα οποία απομακρύνονταν πολύ οι μοναχοί για να εργαστούν στους αγρούς και πρακτικά δυσκολεύονταν να ακούσουν το κάλεσμα για τις εκκλησιαστικές ακολουθίες. Η ύπαρξη του κωδωνοστασίου στον Ζαρακά, υποδηλώνει πως η Κιστερκιανή αδελφότητα κατείχε εκτεταμένες καλλιεργήσιμες εκτάσεις και ενδεχομένως να της ανήκε ως τιμάριο ολόκληρη η κοιλάδα της Στυμφαλίας. Μάλιστα, κατά τις ανασκαφές βρέθηκε ένα παχύ ένα παχύ μπρούτζινο τεμάχιο, που φαίνεται πως ήταν τμήμα μίας καμπάνας.


Εικόνα 24: Κάτοψη του καθολικού της μονής Ζαρακά. Η εκκλησία διαχωρίζονταν με δύο κιονοστοιχίες σε τρία κλίτη, εκ των οποίων το μεσαίο κατέληγε σε ένα τετράγωνο Ιερό Βήμα, ενώ στο ανατολικό τέλος των δύο πλευρικών διαμορφώνονταν δύο μικρά παρεκκλήσια (πηγή σχεδίου: «The Frankish Church of Stymfalia», Anastasios Orlandos).

Το σημαντικότερο Γοτθικό χαρακτηριστικό του καθολικού ήταν η θολωτή διάρθρωση της οροφής του, η οποία δυστυχώς έχει κατακρημνιστεί, αλλά στάθηκε δυνατόν να αναπλαστεί σχεδιαστικά από την μελέτη των διάσπαρτων δομικών καταλοίπων και των στατικών αρχιτεκτονικών μελών. Ο αψιδωτός σκελετός κάλυπτε όλο το εύρος της ανωδομής του ναού, συνιστώντας μία σπάνια ιδιαιτερότητα που δεν απαντάται στις άλλες δυτικότροπες εκκλησίες της Πελοποννήσου. Η συνολική κατασκευή αποτελούνταν από δεκαπέντε επιμέρους λίθινα σταυροθόλια με νευρώσεις, οι οποίες ενώνονταν με ανάγλυφους κυκλικούς θολίτες λίθους στο σημείο σύγκλισης τους. Τα σχηματιζόμενα τόξα στηρίζονταν στις έξι μεγάλες κολώνες των κιονοστοιχιών και στους τέσσερις πεσσούς του κυρίως ναού, καθώς και σε πλευρικούς ημικυλινδρικούς παραστάδες, ενσωματωμένους στα εσωτερικά τοιχώματα από τα κλίτη, με κιονόκρανα και επίκρανα που διανθίζονταν από ανάγλυφα φυτικά θέματα και σταυρούς. Η πολυπλοκότητα της αριστοτεχνικής εφαρμογής γίνεται αντιληπτή, αν αναλογιστούμε ότι το μεσαίο κλίτος ήταν πιο μεγαλύτερο και πιο υπερυψωμένο σε σχέση με τα άλλα δύο και εκ των πραγμάτων τα ισοκατανεμημένα σταυροθόλια δεν είχαν τις ίδιες διαστάσεις, όμως ήταν απαραίτητο να εκφράζουν μία αρμονική ενότητα. Παρόμοια διαρθρωτή διάταξη των σταυροθολίων, διαθέτει η οροφή του ιερού της καθεδρικής εκκλησίας της Αγίας Σοφίας στην Ανδραβίδα, η οποία ανεγέρθηκε πιθανότατα μετά το 1263 και ίσως είχε ως αρχιτεκτονικό πρότυπο την εκκλησία του Ζαρακά, ωστόσο το υπόλοιπο τριμερές τμήμα της καλύπτονταν από οροφή με ξυλοδεσιά.


Εικόνα 25: Σχεδιαστική απεικόνιση των σταυροθολίων του μεσαίου και του νότιου κλίτους της εκκλησίας της μονής Ζαρακά. (πηγή σχεδίου: Ιστότοπος του Καναδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών http://portal.cig-icg.gr).

Ο Αναστάσιος Ορλάνδος το 1928 είχε ανακαλύψει ένα περίτεχνο λίθινο θολίτη, με το ανάγλυφο της φανταστικής μορφής του «Πράσινου Άνδρα (Green Man)», ενός μυθικού όντος που απεικονίζεται σαν ένα ανθρώπινο πρόσωπο περιβαλλόμενο από μίσχους και φύλλα(22). Αυτή η ιδιαίτερη παράσταση απαντάται πολύ συχνά σε Ρωμαιοκαθολικές εκκλησίες. Στην θρησκευτική και λαογραφική παράδοση της Δυτικής Ευρώπης ερμηνεύεται ως σύμβολο της αναγέννησης, πρεσβεύοντας τον κύκλο της ανάπτυξης κάθε άνοιξη. Το παράξενο διακοσμητικό στέλεχος αγνοούνταν για δεκαετίες και ήταν γνωστό μόνο μέσα από την περιγραφή του στις σημειώσεις του Έλληνα ακαδημαϊκού και τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Το 1994 η Καναδική αρχαιολογική ομάδα αναζήτησε τον θολίτη λίθο και κατάφερε να τον εντοπίσει στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Σικυώνας. Το συγκεκριμένο αρχιτεκτονικό μέλος στόλιζε έναν από τους αψιδωτούς θόλους της οροφής του καθολικού στον Ζαρακά, όντας ένα από τα ωραιότερα καλλιτεχνικά δείγματα συνδετικού κλειδιού των νευροειδών τόξων ενός σταυροθολίου Γοτθικού ρυθμού και σήμερα εκτίθεται στο Μεσαιωνικό Μουσείο του κάστρου στο Χλεμούτσι. Επίσης, βρέθηκε άλλος ένας λίθινος θολίτης με μορφή φυτικού ρόδακα, ενώ πολλά καμπυλωτά τεμάχια των λίθινων νευρώσεων διακρίνονται ανάμεσα στους διασκορπισμένους δόμους στο δάπεδο του ερειπωμένου Κιστερκιανού ναού. Στον νότιο τοίχο διατηρούνται σε αρκετά καλή κατάσταση τα τμήματα από δύο παραστάδες – απολήξεις των σταυροθολίων, που είχαν το σχήμα ημικυλινδρικών κιόνων με ανάγλυφα επίκρανα και τα λείψανα άλλων δύο είναι ορατά στην απέναντι πλευρά, τα οποία φανερώνουν έστω και περιστασιακά την καλαίσθητη τεχνοτροπία του υπόλοιπου γλυπτού διακόσμου.


Εικόνα 26: Ο ανάγλυφος θολίτης λίθος με την ανθρωπόμορφη παράσταση του «Πράσινου Άνδρα (Green Man)», που κοσμούσε ένα από τα σταυροθόλια της του καθολικού της μονής Ζαρακά.

Το εσωτερικό του ναού φωτίζονταν από μία σειρά τεσσάρων μαρμάρινων παραθύρων σε κάθε πλευρικό κλίτος, που το αχνό περίγραμμα του κουφώματος τους φαίνεται ακόμα στα ερειπωμένα τοιχώματα. Επιπλέον, εκτιμάται ότι παράθυρα πρέπει να ανοίγονταν και στις τρεις πλευρές του ιερού βήματος, αν και κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί, καθώς έχει απομείνει ουσιαστικά μόνο η θεμελίωση. Όπως διαπιστώνεται από τα δομικά κατάλοιπα, είχαν το σχήμα δύο οξύληκτων λοβών διαθέτοντας άνωθεν ένα κυκλικό φεγγίτη με ακτινωτά διακοσμητικά υαλοθετήματα, εντός ενός οξύκορφου πλαισίου, ακολουθώντας την αντίστοιχη Γοτθική τάση που ξεκίνησε περί το 1220 στην Γαλλική ναοδομία και αναπτύχθηκε το δεύτερο τέταρτο του 13ου αιώνα. Εφόσον ασπαστούμε αυτή την εκδοχή, τότε καταλήγουμε στην υποθετικό συμπέρασμα ότι η κατασκευή του καθολικού του Κιστερκιανού αββαείου δεν είχε αρχίσει πριν από το 1225, κάτι το οποίο έχει λογική βάση όπως θα δούμε στην συνέχεια. Ακόμα έχει αμφισβητηθεί έντονα ο επιπρόσθετος φωτισμός του ναού μέσω μικρότερων φεγγιτών, κατά μήκος των πλευρών του υπερυψωμένου μέρους του μεσαίου κλίτους, αφού από την αρχιτεκτονική μελέτη του μνημείου το 2007 δεν προέκυψε καμία ανάλογη δομική ένδειξη.


Εικόνα 27: Άποψη του τετράγωνου ανατολικού τμήματος του καθολικού. Με κόκκινο βέλος επισημαίνεται το λίθινο κρηπίδωμα του κυλινδρικού κωδωνοστασίου, που βρίσκονταν προσκολλημένο στην εξωτερική ανατολική γωνία μεταξύ του βόρειου κλίτους και του Ιερού Βήματος.

Η είσοδος στο καθολικό πραγματοποιούνταν από μία κεντρική θύρα στην δυτική πρόσοψη. Σύμφωνα με την σχεδιαστική πρόταση του Ορλάνδου, σχηματίζονταν από ένα πυλαίο προστώο (porch) από τρία οξύκορφα τόξα, τα οποία επικάθονταν σε τρεις κιονίσκους σε κάθε γένεση τους, εναρμονισμένα με το πάχος των τοιχωμάτων και περιβάλλονταν από μία ογκώδη προεξέχουσα αψίδα με γωνιακή κορυφή, μια διαμόρφωση που εμφανίζεται συχνά σε μεσαιωνικές εκκλησίες Γοτθικού ρυθμού στην Ευρώπη. Εκατέρωθεν της εισόδου διαγράφονταν άλλες δύο μικρότερες τυφλές αψίδες προσκολλημένες πάνω στον τοίχο, που κατέληγαν επίσης σε κιονίσκους, από τους οποίους διασώζεται ένα εντοιχισμένο κιονόκρανο στην γωνία με την βορειοδυτική αντηρίδα. Ακριβώς πάνω από το αψιδωτό προστώο βρίσκονταν ένα οξύκορφο δίλοβο παράθυρο. Μερικοί από τους νεότερους μελετητές διατύπωσαν μία διαφορετική εκδοχή, αντιπροτείνοντας την ύπαρξη ενός στεγάστρου μπροστά από την πρόσοψη με Γοτθικά αψιδωτά ανοίγματα, αλλά από μία εδαφική τομή στον υπόψη χώρο δεν αποκαλύφθηκε κανένα ίχνος θεμελίωσης, που να υποδηλώνει μία τέτοια προέκταση.


Εικόνα 28: Σχεδιαστική αναπαράσταση της νότιας πλευράς του καθολικού της μονής Ζαρακά, όπου αποτυπώνεται το υπερκείμενο μέρος του μεσαίου κλίτους και η προτεινόμενη αλλά αμφιλεγόμενη διαμόρφωση του στεγάστρου μπροστά από την πρόσοψη (πηγή σχεδίου: Ιστότοπος του Καναδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών http://portal.cig-icg.gr).

Ακόμα δύο θύρες εντοπίζονται στην νότια πλευρά του Κιστερκιανού καθολικού και από τις οποίες διακρίνονται καθαρά τα λίθινα κατώφλια τους, ενώ από τις ανασκαφές διαπιστώθηκε ότι οδηγούσαν σε δύο παράπλευρα κτίσματα. Κατά την εκτίμηση της Καναδής αρχαιολόγου Sheila Campbell, μέσω της δυτικής εσωτερικής θύρας γίνονταν η πρόσβαση σε μία ευρύχωρη αίθουσα με ξύλινη οροφή, που χρησιμοποιούνταν σαν μοναστηριακή τραπεζαρία. Η δεύτερη θύρα στα ανατολικά ενδεχομένως να έβγαζε σε ένα στεγασμένο διάδρομο, που συνδέονταν με το αταύτιστο υπνωτήριο (dormitory) του αββαείου, δηλαδή ένα κοινόχρηστο κοιτώνα όπου εγκαταβίωναν όλοι μαζί οι Κιστερκιανοί μοναχοί και από εκεί προσέρχονταν στον εκκλησία για τις νυκτερινές ακολουθίες(23). Η δε τοιχοποιία στο νότιο τμήμα του ναού είναι σαφώς πιο ενισχυμένη και παχύτερη, καθώς οι υπόλοιπες πλευρές υποστηρίζονταν από προεξέχουσες αντηρίδες και ιδιαίτερα η βόρεια με το λεπτότερο τοίχωμα. Η αντιστήριξη του οικοδομήματος στα σημεία που ενώνονταν τα περιμετρικά σταυροθόλια ήταν επιτακτική, έτσι ώστε να συγκρατείται η εξασκούμενη πίεση των φορτίων από τα τόξα, εξασφαλίζοντας την απαιτούμενη κατασκευαστική στατικότητα.

Δίπλα από την νότια πλευρά του Ιερού Βήματος ανακαλύφθηκε ένας διαταραγμένος κιβωτιόσχημος τάφος, που θεωρείται με κάθε επιφύλαξη ότι ανήκε στον ηγούμενο ιδρυτή της μονής. Επίσης, κοντά στην είσοδο ήρθαν στο φως δύο μικρά κλειδιά πιθανόν από ένα χρηματοκιβώτιο ή από ένα απλό κουτί και ένα φαρμακευτικό βαρίδι(24). Στις ανασκαφές βρέθηκαν και τα απανθρακωμένα ξύλινα δοκάρια της οροφής της τραπεζαρίας, υποδεικνύοντας σαφώς μία καταστροφή από πυρκαγιά, ίσως από το Τουρκικό στράτευμα του Μωάμεθ Β’ τον Μάιο του 1458. Από την εξέταση της θραύσης των αρχιτεκτονικών μελών και των φθορών στην λιθοδομή, συνάγεται ότι πρέπει να προήλθαν από κάποιο σεισμό που συγκλόνισε τον Ζαρακά και επέφερε το τελειωτικό πλήγμα στο μοναστικό συγκρότημα, σε μία μάλλον μεταγενέστερη χρονολογία.


Εικόνα 29: Παραστάδα – απόληξη σταυροθολίου προσαρμοσμένη στην νότια πλευρά του καθολικού της μονής Ζαρακά, που έχει την μορφή ημικυλινδρικού κίονα με κιονόκρανο που φέρει ανάγλυφο σταυρό.

Η κατασκευαστική σύγκριση του καθολικού στον Ζαρακά με άλλους μεσαιωνικούς ναούς στην Γαλλία είναι πολύ ενδιαφέρουσα, καθώς παρατηρούνται έκδηλες ομοιότητες που δείχνουν να αποσαφηνίζουν δύο κρίσιμα διλήμματα. Τον τόπο καταγωγής των Κιστερκιανών μοναχών και την χρονολογία ίδρυσης της μονής. Εκτός την ανάγλυφη μορφή των επικράνων και κιονόκρανων, τα οποία εμφανίζουν παρεμφερή τεχνοτροπία με τα αντίστοιχα διαφόρων Ρωμαιοκαθολικών εκκλησιών στην Κεντρική Ευρώπη, στα τέλη του 12ου με αρχές 13ου αιώνα, διαπιστώνονται και ορισμένες πιο διακριτές τοπικές ταυτοσημίες. Ειδικότερα, ο ναός του Αγίου Αλπίνου (St Alpine) στο Baye της Καμπανίας, ιδρυμένος εκείνη την περίοδο, διαθέτει ένα κυλινδρικό κωδωνοστάσιο με εσωτερική κλίμακα ανάλογο με αυτό του Ζαρακά, ενώ το ίδιο ισχύει και για την εκκλησία της «Notre Dame» του 13ου αιώνα στο Bourdonne-les-Bains της Βόρειας Βουργουνδίας. Και στις δύο περιπτώσεις το κωδωνοστάσιο ευθυγραμμίζεται αρκετά κοντά με την υφιστάμενη χωροταξική θέση στο καθολικό της Κιστερκιανής μονής στην περιοχή της λίμνης Στυμφαλίας. Επιπλέον, στην είσοδο του ναού του Αγίου Αλπίνου διαμορφώνεται ένα αψιδωτό προστώο (porch) πανομοιότυπο με το εκτιμώμενο στον Ζαρακά, που συναντάται κατά κόρον στις αγροτικές ενοριακές εκκλησίες στην Καμπανία, που μπορεί να αποτέλεσαν το αρχιτεκτονικό υπόδειγμα για την παραπλήσια κατασκευή στον Ζαρακά. Η δε εκκλησία της «Notre Dame» αν και γεωγραφικά βρίσκεται στην Βουργουνδία, εντούτοις ανεγέρθηκε σύμφωνα με την οικοδομική παράδοση του καθολικού στο αββαείο του Morimont στην Καμπανία, φανερώνοντας την επέκταση και επίδραση της Κιστερκιανής τεχνοτροπίας στην ενοριακή ναοδομία. Τα παραπάνω συγκριτικά δεδομένα μετατρέπουν σε πιο βάσιμη την εκδοχή της προέλευσης της Κιστερκιανής αδελφότητας του Ζαρακά από το Morimont και όχι από το αββαείο του Hautecombe.


Εικόνα 30: Δορυφορική αποτύπωση της τοποθεσίας της μονής Ζαρακά. (1): Πυργοειδής πυλώνας, (2): Καθολικό, (3): Θεμελιώσεις βοηθητικών κτισμάτων.

Όπως προαναφέρθηκε, τα δίλοβα οξύκορφα παράθυρα του καθολικού εισήχθησαν στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική γύρω στο 1220, αποκλείοντας θεωρητικά την ανέγερση του πριν από αυτή την χρονολογία. Από μία ανασκαφική τομή στον χώρο του ναού ανασύρθηκε ένα Γαλλικό δηνάριο (denier tournois) του Αγίου Μαρτίνου της Τουρ(25), το οποίο κατά την γνώμη των Καναδών αρχαιολόγων πιστοποιεί την ίδρυση της μονής περί το 1225. Τα νομίσματα αυτού του είδους κυκλοφόρησαν ευρέως στο «πριγκιπάτο της Αχαΐας», ιδίως όταν σταθεροποιήθηκε πλήρως η Φράγκικη εξουσία στην Πελοπόννησο ύστερα από τον συμβιβασμό του ηγεμόνα Γοδεφρείδου Β’ Βιλλεαρδουίνου με τον Λατινικό κλήρο στα 1223, γεγονός που συνοδεύτηκε από ραγδαία οικονομική άνθηση. Αυτές οι συναφείς ενδείξεις σε συνδυασμό με την απόφαση της Γενικής Συνόδου του Κιστερκιανού τάγματος το 1225, να εξουσιοδοτήσει τον ηγούμενο του αββαείου του Morimont για την ανέγερση ενός μοναστηριού στην Ελλάδα, παραπέμπουν πασιφανώς στην μετέπειτα εγκατάσταση της αποσταλείσας αδελφότητας στην περιοχή της λίμνης Στυμφαλίας. Συνοψίζοντας και με κάθε επιφύλαξη, μπορούμε να προβούμε στην εκτίμηση ότι το μοναστικό συγκρότημα του Ζαρακά ήταν θυγατρικός οίκος του Morimont της Καμπανίας, ένα μέρος από όπου κατάγονταν οι Βιλλεαρδουίνοι και ιδρύθηκε περί το τέλος του 1225 ή τους πρώτους μήνες του 1226.

Η κεραμική που συλλέχθηκε από τον περιβάλλοντα χώρο του καθολικού είναι ανάλογη με εκείνη του πυλώνα, χρονολογούμενη μεταξύ των αρχών του 13ου και των μέσων του 15ου αιώνα, επιβεβαιώνοντας την πολυετή επανακατοίκηση της τοποθεσίας, αφού αποχώρησαν οι Κιστερκιανοί μοναχοί λίγο μετά το 1260. Εντός και πέριξ του ναού αποκαλύφθηκαν θραύσματα από εφυαλωμένα και χρωματισμένα αγγεία, τα τρία εκ των οποίων έφεραν σημάδια από τρίποδα, δοχεία με εγχάρακτη ζωγραφική, κανάτες, βαμμένα βάζα και πήλινα μαγειρικά σκεύη με επίπεδη βάση, που χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή βραστών φαγητών, φτιαγμένα με τροχό πιθανότατα σε επαγγελματικά εργαστήρια αγγειοπλαστικής. Σε δύο από τα εγχάρακτα δοχεία απεικονίζονταν από ένα πουλί, όπως και στα άλλα δύο που βρέθηκαν στον χώρο του πυλώνα, ενώ και τα τέσσερα πρέπει να φιλοτεχνήθηκαν από τον ίδιο τεχνίτη.


Εικόνα 31: Στο εσωτερικό του καθολικού της μονής Ζαρακά διακρίνονται διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη, όπως το συγκεκριμένο λίθινο πλαίσιο από ένα οξύκορφο δίλοβο παράθυρο, το διασώζεται σχεδόν ακέραιο και αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα του πρώιμου Γοτθικού ύφους σε αυτού του είδους τις κατασκευές.

Το επιστέγασμα των ανασκαφών και η εξάλειψη κάθε αμφιβολίας για την μεταμοναστική επαναχρησιμοποίηση του Ζαρακά, υπήρξε η απροσδόκητη ανακάλυψη ενταφιασμών, που ανάγονται στην υστεροβυζαντινή εποχή Οι ταφές δεν συνιστούσαν ένα οργανωμένο κοιμητήριο, αλλά βρίσκονταν διασκορπισμένες στον χώρο του καθολικού. Τα ανθρώπινα λείψανα άνηκαν σε εννέα άτομα διαφορετικής ηλικίας και φύλου. Μπροστά από τον νότιο τοίχο εντοπίστηκαν οι σκελετοί δύο ενήλικων ανδρών, από τους οποίους ο ένας είχε ηλικία 45 – 49 ετών ενώ ο άλλος ήταν ακέφαλος και στην θέση του κρανίου του είχε τοποθετηθεί μία μεγάλη κατεργασμένη πέτρα, αλλά στα εναπομείναντα οστά της σπονδυλικής στήλης δεν παρατηρήθηκαν κάποια σημάδια που να προσανατολίζουν σε μία πράξη βίαιου αποκεφαλισμού. Ένα μέτρο βορειότερα και δίπλα από την θεμελίωση του τοίχου, βρέθηκαν τα ανθρώπινα λείψανα δύο νηπίων, ηλικίας κάτω του ενός έτους. Γύρω από τους νεκρούς απλώνονταν ένα στρώμα στάχτης και κάρβουνων, υποδηλώνοντας εμμέσως μία καταστροφή της τοποθεσίας από πυρκαγιά, όπως και οι απανθρακωμένοι δοκοί από την οροφή της παρακείμενης αίθουσας, που θεωρείται ως τραπεζαρία της μονής. Περίπου μισό μέτρο νοτιότερα από τον αποκεφαλισμένο άνδρα, περισυλλέχθηκαν δύο μπρούτζινα κομβία, παρόμοια με ορισμένα που έχουν βρεθεί στην Κόρινθο και χρονολογούνται στην περίοδο του 15ου αιώνα. Σε κοντινή απόσταση αποκαλύφθηκε ένας διπλός τάφος μίας ενήλικης γυναίκας και ενός εφήβου ηλικίας 12 με 15 ετών, με την ιδιαιτερότητα ότι πρώτα είχε ενταφιαστεί η γυναίκα και μετά την αποσύνθεση του σώματος της, τα οστά μετακινήθηκαν για να τοποθετηθεί η σορός του νεαρού ατόμου. Τέλος, πλησίον της πρόσοψης του καθολικού βρέθηκαν τα σκελετικά κατάλοιπα δύο ακόμα βρεφών ηλικίας 6 – 9 μηνών και 1 – 2 ετών, θαμμένα μαζί με λεπτές γυάλινες χάντρες, καθώς και ενός παιδιού 3 – 4 ετών.


Εικόνα 32: Οι σκελετοί του ακέφαλου άνδρα και ενός από τα βρέφη, όπως ανακαλύφθηκαν στις ανασκαφές. (πηγή φωτογραφίας: Ιστότοπος του Καναδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών http://portal.cig-icg.gr).
Από τους εννέα σκελετούς διενεργήθηκε ανθρωπολογική εξέταση στους πέντε, λόγω χαμηλής χρηματοδότησης του ερευνητικού προγράμματος, παρέχοντας ενδιαφέρουσες πληροφορίες σχετικά με την ηλικία τους και την εντοπιότητα των θανόντων. Ειδικότερα, λήφθηκαν οστέινα και οδοντικά δείγματα από τον ακέραιο άνδρα, το έφηβο άτομο και τα τρία μικρά παιδιά των ταφών της πρόσοψης. Η διερευνητική μελέτη έδειξε ότι τέσσερις εκ των σκελετών παρουσίαζαν παραπλήσια συστατικά γνωρίσματα, που ταυτοποιούνταν ως γηγενή της περιοχής της λίμνης Στυμφαλίας και μόνο το νήπιο με ηλικία 1 – 2 ετών κρίθηκε ως ετερόχθων άτομο. Εκτός από τον άνδρα δεν κατέστη δυνατόν να διευκρινιστεί το φύλο των υπολοίπων, διότι εξαιτίας της πρώιμης ηλικίας τους, το σώμα τους δεν είχε διαφοροποιηθεί μορφολογικά.

Όμως, ποιοι ήταν αυτοί οι ένοικοι του Ζαρακά; Μία εισαγωγική απάντηση στο ερώτημα δίνεται μέσα από τον συνδυασμό των εξαχθέντων δεδομένων. Η παρουσία της γυναίκας και των παιδιών, όπως επίσης και η ακανόνιστη θέση των ενταφιασμών, αποκλείουν σαφέστατα την περίπτωση να έζησαν το διάστημα της λειτουργίας του Κιστερκιανού αββαείου, καθόσον η ανάμειξη των συγκεκριμένων εννέα ατόμων μαζί με μοναχούς θα ήταν μάλλον ανάρμοστη. Η Καναδή αρχαιολόγος Sheila Campbell πρότεινε το ενδεχόμενο οι νεκροί να ανήκαν σε κάποιες περιστασιακές ομάδες ταξιδιωτών, που πέθαναν κατά την διέλευση τους από την περιοχή της Στυμφαλίας και οι σύντροφοι τους προτίμησαν να τους θάψουν δίπλα στο καθολικό θεωρώντας το μοναστήρι ως ιδανικό μέρος ενταφιασμού, καθώς παρείχε ένα ευδιάκριτο ορόσημο έτσι ώστε να μπορέσουν να αναγνωρίσουν εύκολα τους τάφους σε μία κατοπινή επίσκεψη τους, είτε για να τιμήσουν την μνήμη των απολεσθέντων, είτε για να παραλάβουν τα λείψανα τους. Όμως, όπως έχει ήδη αναφερθεί, αυτή η αντίληψη θα πρέπει να αποκλειστεί, αφενός μεν λόγω της ανεύρεσης της πλούσιας κεραμικής αναγόμενης από τον 13ο έως τον 15ο αιώνα, φανερώνοντας την αναμφισβήτητη διαχρονικότητα της κατοίκησης του Ζαρακά και αφετέρου δε εξαιτίας του τρόπου της διπλής ταφής της γυναίκας και του έφηβου ατόμου, ο οποίος υποδεικνύει μία πιο σταθερή διαμονή.


Εικόνα 33: Επίκρανο ενσωματωμένο στην βορειοανατολική γωνία της πρόσοψης του καθολικού. Αποτελούσε ένα από τα σημεία στηρίγματος της μίας εκ των δύο τυφλών αψίδων εκατέρωθεν της κεντρικής θύρας.

Αρκετοί ερευνητές πιστεύουν ότι οι θανόντες αποτελούσαν μέλη μίας μικρής αγροτικής κοινότητας εγκατεστημένης στην εγγύτερη τοποθεσία, που χρησιμοποιούσε ως κοιμητήριο τον χώρο του εγκαταλειμμένου μοναστικού ιδρύματος. Αυτή ίσως είναι μία εν μέρει σωστή υπόθεση. Ωστόσο, δεν παρατίθεται καμία πληροφορία στις πηγές για κάποιο μεσαιωνικό οικισμό στην κοιλάδα της Στυμφαλίας στην υστεροβυζαντινή εποχή, από τον οποίο σήμερα έχει εξαφανιστεί κάθε οικοδομικό ίχνος. Επιπλέον, η διασπορά και ο τυχαίος προσανατολισμός των σκελετών, δεν θυμίζουν ένα τυπικό Χριστιανικό νεκροταφείο. Οι δε ταφές είναι μάλλον επιφανειακές και μοιάζουν πρόχειρες και βιαστικές, εκτός από τον κοινό τάφο της γυναίκας και του έφηβου.

Σύμφωνα με τις ανθρωπολογικές μελέτες, τα άτομα τοποθετούνται στο χρονικό πλαίσιο των 14ου – 15ου αιώνων, ενώ τα δύο μπρούτζινα κομβία συνιστούν μία συγκλίνουσα ένδειξη της ύπαρξης τους περισσότερο προς τον 15ο αιώνα. Αν υποθέσουμε ότι η περιτειχισμένη μονή Ζαρακά όντως χρησιμοποιήθηκε για στρατιωτικούς σκοπούς, μετά την εγκατάλειψη της από την Κιστερκιανή αδελφότητα, τότε είναι δυνατόν να παραθέσουμε μία ερμηνευτική πλοκή των πραγμάτων, που να αγγίζει τα όρια της αληθοφάνειας. Έτσι λοιπόν, είναι πολύ πιθανόν περί τα μέσα του 15ου αιώνα, εντός του περιβόλου στο κατοπινό φυλάκιο του Ζαρακά να διαβίωναν δύο πολύτεκνες οικογένειες υποτακτικών, ίσως μάλιστα συγγενικές, οι οποίες να είχαν αναλάβει τις εργασίες επιμελητείας της φρουράς, όπως την καθαριότητα και ευταξία του συγκροτήματος, το μαγείρεμα, την εστίαση και την παροχή αγροτικών προϊόντων, μέσω της καλλιέργειας των γύρω εκτάσεων. Κάποια στιγμή απεβίωσε η μία εκ των γυναικών και κηδεύτηκε κοντά στην εκκλησία, ως πλέον κατάλληλος τόπος ευλαβικής ταφής, λόγω της έλλειψης ενός οργανωμένου Χριστιανικού κοιμητηρίου. Λίγο αργότερα πέθανε και ένα από τα τέκνα της σε ηλικία 12-15 ετών και ενταφιάστηκε στον ίδιο τάφο, αφού μετακινήθηκαν τα οστά της μητέρας του για να δημιουργηθεί κατάλληλος χώρος. Φαίνεται ότι μία από τις οικογένειες είχε υιοθετήσει ένα νήπιο 1-2 ετών από άλλη περιοχή, που ενδεχομένως να είχαν πεθάνει οι γονείς του ή ο πραγματικός πατέρας του να ήταν ένας στρατιώτης, ο οποίος υπηρετούσε τότε στην φρουρά, έχοντας χάσει πρόσφατα την σύζυγο του και έτυχε να λείπει από τον Ζαρακά, όταν αυτός βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα.


Εικόνα 34: Τα δύο μικρά κλειδιά που βρέθηκαν στην είσοδο του καθολικού του Ζαρακά, και που προέρχονταν πιθανόν από ένα χρηματοκιβώτιο ή από ένα απλό κουτί. . (πηγή φωτογραφίας: Ιστότοπος του Καναδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών http://portal.cig-icg.gr).

Πριν από το τέλος του Μαϊου του 1458, ένα μαινόμενο Οθωμανικό στράτευμα υπό τον ίδιο τον Μωάμεθ’ Β’ προελαύνει ακάθεκτο στην Κορινθιακή ενδοχώρα, δηώνοντας απηνώς τα περιφερειακά κάστρα και χωριά. Η είδηση πως ο σουλτάνος κατευθύνονταν προς την κοιλάδα της Στυμφαλίας, συντάραξε τους άνδρες της ολιγάριθμης φρουράς, που επέλεξαν να αποσυρθούν παρά να εμπλακούν σε μία άνιση μάχη, γνωρίζοντας βέβαιο αφανισμό. Αντίθετα, οι οικογένειες των υποτακτικών ενδεχομένως να αποφάσισαν την παραμονή τους στον Ζαρακά, επειδή είχε γίνει ο μόνιμος τόπος κατοικίας τους και δεν διέθεταν ιδιόκτητη περιούσια κάπου αλλού. Ευελπιστούσαν αφελώς ότι οι επερχόμενοι Τούρκοι δεν θα τους πείραζαν, όταν θα διαπίστωναν πως επρόκειτο για άμαχους και φιλήσυχους αγρότες, που απλώς ζούσαν σε ένα καταφανές μοναστηριακό συγκρότημα. Ίσως πάλι να καθυστέρησαν να μαζέψουν τα υπάρχοντα τους, προκειμένου να ακολουθήσουν τον δρόμο της φρουράς και η εχθρική εμπροσθοφυλακή να τους πρόλαβε πάνω στην διαδικασία αποχώρησης. Πάντως, ο εγκλωβισμός τους στον Ζαρακά απέβη ολέθριος, ανεξάρτητα αν ήταν εθελούσιος ή όχι. Οι αλλόθρησκοι εισβολείς συνέλαβαν τις οικογένειες και κατόπιν φόνευσαν τους δύο άνδρες και τα παιδιά, κρατώντας πιθανότατα ως σκλάβα την σύζυγο του ενός(26), αφού πρώτα λεηλάτησαν, πυρπόλησαν και ερήμωσαν τις κτιριακές εγκαταστάσεις του πρώην Κιστερκιανού αββαείου.


Εικόνα 35: Άποψη του διατηρούμενου τμήματος της πρόσοψης του καθολικού. Μπροστά από την κεντρική θύρα διαμορφώνονταν ένα Γοτθικό αψιδωτό προστώο (porch), ανάλογο με άλλων μεσαιωνικών εκκλησιών της Δυτικής Ευρώπης.

Παρόλα αυτά, πως εξηγείται η απουσία σημαδιών βίας ή απανθράκωσης στους αποκαλυφθέντες σκελετούς; Είναι πολύ πιθανόν, οι Τούρκοι να θανάτωσαν τους δύσμοιρους ανθρώπους διατρυπώντας με σπαθί την κοιλιακή τους χώρα ή πιο αποτρόπαια κόβοντας τον λαιμό τους με μαχαίρι, μία άκρως δημοφιλή πρακτική εκτέλεσης των μουσουλμάνων πολεμιστών. Με αυτό την μέθοδο δεν προξενήθηκαν ίχνη από πλήγματα στα οστά των φονευθέντων. Η δε πυρπόληση του κτίσματος νότια του καθολικού δεν στάθηκε ικανή να απανθρακώσει ολοσχερώς τις σορούς των δύο ανδρών και των δύο παιδιών, καθώς τα ξύλινα δομικά μέρη περιορίζονταν στην κατασκευή της στέγης, ενώ μπορεί να σφαγιάστηκαν μετά την κατάρρευση της. Όσον αφορά τον ακέφαλο άνδρα ίσως ένας φανατισμένος Οθωμανός να απέκοψε με σαδιστική επιτηδειότητα το κεφάλι του, χωρίς να προκαλέσει θραύση της σπονδυλικής στήλης και να το πήρε μαζί του ως τρόπαιο ή να το πέταξε κάπου μακριά. Μόλις αποχώρησαν οι Τούρκοι από τον Ζαρακά, κάποιος ευσεβής άνθρωπος έθαψε πρόχειρα επιτόπου τα άταφα σώματα, στις θέσεις όπου ήταν αφημένα, βάζοντας την πέτρα στην θέση του κεφαλιού του αποκεφαλισμένου άνδρα, θέλοντας να του προσδώσει έστω και μία πλασματική αρτιμέλεια(27). Ενδεχομένως, αυτός να ήταν ο στρατιώτης της φρουράς και πατέρας του μη γηγενούς νηπίου ηλικίας 1 – 2 ετών, που απουσίαζε από την τοποθεσία κατά δραματικά συμβάντα για υπηρεσιακούς λόγους και επέστρεψε πίσω με την μάταιη προσδοκία να βρει ζωντανό το παιδί του. Έτσι γίνεται κατανοητός ο ακατάστατος τρόπος των ενταφιασμών. Ακόμα και αν δεχτούμε ότι το Κιστερκιανό αββαείο δεν μετατράπηκε σε στρατιωτικό φυλάκιο και πως τα εννέα ενταφιασθέντα άτομα άνηκαν σε οικογένειες χωρικών, που χρησιμοποιούσαν το πρώην μοναστικό συγκρότημα σαν αγροτική κατοικία, δεν διαφοροποιείται στο παραμικρό η πιθανολογούμενη εξέλιξη της θανάτωσης τους από τους Τούρκους. Η ολοκληρωτική καταστροφή του Ζαρακά ίσως να επήλθε τον Αύγουστο του 1458, όταν ο Μωάμεθ Β’ διέταξε να κατεδαφιστούν όσα από φρούρια της Κορινθίας δεν ήταν αναγκαίο να διατηρηθούν και ένας μεταγενέστερος σεισμός να αποτελείωσε την ερήμωση. Όσο τολμηρή και να φαντάζει μία τέτοια μυθιστορία, εντούτοις είναι εξίσου εύλογη σαν συνάρτηση της τοποθέτησης των ερευνητικών δεδομένων επί του ιστορικού πλέγματος στα μέσα του 15ου αιώνα, χωρίς να αποσπάται από την σφαίρα της εικοτολογίας ελλείψει ακράδαντων επιστημονικών τεκμηρίων.


Εικόνα 36: Λεπτομέρεια από την κατασκευαστική διαμόρφωση της οροφής από το διαβατικό του πυργοειδούς πυλώνα, η οποία αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα μεσαιωνικής θολοδομίας.

Εν κατακλείδι, οι αρχαιολόγοι διαχωρίζουν γενικότερα την κατοίκηση στον Ζαρακά σε τρεις φάσεις. Η πρώτη είναι η σαφέστερη χρονικά και ξεκινά από την ίδρυση της Κιστερκιανής μονής περί το 1225 έως την εγκατάλειψη της περί τα 1260. Στο καθολικό πάλλονταν η καρδιά της μοναστικής ζωής, αν και δεν γνωρίζουμε σε ποιόν Άγιο ή σε ποια Χριστιανική εορτή ήταν αφιερωμένο. Σίγουρα υπήρξε ένα μοναδικό εκκλησιαστικό στολίδι του Γοτθικού ρυθμού, που η συγκρατημένη αρχιτεκτονική του λιτότητα απέπνεε μία φυσική μεγαλοπρέπεια. Εντός του περιβόλου πρέπει να διατάσσονταν και τα υπόλοιπα βασικά κτιριακά εξαρτήματα ενός αββαείου του Κιστερκιανού τάγματος, όπως το υπνωτήριο (dormitory), η τραπεζαρία πλησίον της νότιας πλευράς του ναού, το μαγειρείο, το θεραπευτήριο – φαρμακείο, το αναγνωστήριο – βιβλιοθήκη, οι αποθήκες και οι ξενώνες για τους προσκυνητές και τους οδοιπόρους. Από αυτά κτίσματα διακρίνονται αρκετά οικοδομικά ίχνη στον προαύλιο χώρο και μία προσδοκώμενη μελλοντική ανασκαφή σε ευρεία κλίμακα θα μας δώσει περισσότερες πληροφορίες. Οι μοναχοί εγκαταβίωναν στον Ζαρακά με ταπεινότητα, τηρώντας πιστά τους αυστηρούς κανόνες που είχε θεσπίσει ο Άγιος Βερνάρδος του Clairvaux, επιβάλλοντας την απλότητα, την σκληρή χειρωνακτική εργασία και την επαφή με την φύση. Εκτός από τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, η κύρια ασχολία τους ήταν η γεωργία, ενώ εξασκούσαν και την μεταλλουργία κατά την άποψη της Sheila Campbell η οποία στηρίζεται στις μεγάλες ποσότητες στάχτης που αποκαλύφθηκαν πλησίον του πυλώνα και είχαν εναποτεθεί εκεί έπειτα από την αναχώρηση της Κιστερκιανής αδελφότητας.


Εικόνα 37: Άποψη από το εσωτερικό του καθολικού. Διακρίνονται δύο από τις παραστάδες – απολήξεις των σταυροθολίων ενσωματωμένες στον νότιο τοίχο, έχοντας σχήμα ημικυλινδρικών κιόνων με ανάγλυφα κιονόκρανα, καθώς και η ογκώδης βάση από έναν κίονα την νότιας κιονοστοιχίας, που επισημαίνεται με κόκκινο βέλος.

Η δεύτερη φάση της επαναχρησιμοποίησης του μοναστικού συγκροτήματος, προσδιορίζεται από την ευρεθείσα κεραμική κοινόχρηστων και μαγειρικών σκευών, που στην πλειονότητα τους ανάγονται στον 14ο αιώνα, καθώς και τα από μικρά κινητά ευρήματα στον πυλώνα, τα οποία φαινομενικά εντάσσονται στο ίδιο χρονικό πλαίσιο. Ιδιαίτερα δε η ανακάλυψη των Βενετσιάνικων νομισμάτων του δόγη Αντρέα Κονταρίνι, μας παρέχει μία ασφαλή ένδειξη για την κατοίκηση του χώρου τουλάχιστον ανάμεσα στα έτη 1368 και 1382, δηλαδή στο μεσουράνημα της κυριαρχίας των Ατζαγιόλι στην καστελανία της Κορίνθου, δίχως να αποκλείεται η επαύξηση αυτού του διαστήματος σχεδόν σε ολόκληρο το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Άλλωστε, η Κόρινθος είχε περιέλθει στα χέρια του Νικολό Ατζαγιόλι από το 1358 και ο Φλωρεντίνος τραπεζίτης είχε επιδείξει εξαιρετικό ενδιαφέρον για την αμυντική οργάνωση της επικράτειας του. Ίσως τότε λοιπόν, η εγκαταλειμμένη αλλά περιτειχισμένη Κιστερκιανή μονή να επανδρώνεται και να μεταβάλλεται σε στρατιωτικό φυλάκιο, λαμβάνοντας υπόψη ότι βρίσκονταν στο νοτιοδυτικό σύνορο της καστελανίας και έλεγχε τους ορεινή οδική δίοδο από την Αρκαδία και την Αργολίδα προς την Σικυώνα.

Η τρίτη και τελευταία φάση κατοίκησης του Ζαρακά εντοπίζεται κάπως αόριστα μέχρι τα μέσα του 15ου αιώνα. Η Καναδική αρχαιολογική ομάδα έχει διατυπώσει την άποψη ότι στην διάρκεια εκείνης της περιόδου, πραγματοποιήθηκε ένας γενικός καθαρισμός του μοναστηριού και τα περισυλλεγέντα φερτά υλικά μαζί με τις ποσότητες της στάχτης από το μεταλλουργείο απορρίφθηκαν δίπλα από τον πυλώνα, έτσι ώστε ενδεχομένως να προετοιμαστεί το έδαφος γύρω από το καθολικό για ταφές. Ωστόσο, οι ανακαλυφθέντες ενταφιασμοί που χρονολογούνται με κάθε επιφύλαξη εντός του 15ου αιώνα, είναι διεσπαρμένοι σε ακανόνιστο προσανατολισμό και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως οργανωμένο κοιμητήριο. Ο δε καθαρισμός του χώρου ίσως να έγινε τον προηγούμενο αιώνα, όταν η μονή χρησιμοποιήθηκε πιθανώς για στρατιωτικούς σκοπούς. Οι ηλικίες των νεκρών του Ζαρακά και ο κοινός τάφος της γυναίκας και του έφηβου ατόμου, υποδηλώνουν ότι στον περιβάλλοντα χώρο ζούσαν οικογένειες. Είναι πολύ αμφίβολο να υπήρξαν μέλη ενός άγνωστου μεσαιωνικού οικισμού στην κοιλάδα της Στυμφαλίας ή να πέθαναν στο πέρασμα τους από εδώ στην διάρκεια ενός ταξιδιού. Κατά την γνώμη του γράφοντος, ανήκαν σε τουλάχιστον δύο αγροτικές οικογένειες, που είτε διέθεταν την εδαφική χρησικτησία του μοναστικού συγκροτήματος, είτε πιο ορθολογικά είχαν αναλάβει την επιμελητεία της φρουράς, αποκτώντας παράλληλα μία μόνιμη κατοικία. Οι πρόχειροι και τυχαίοι ενταφιασμοί, σε συνδυασμό με τον ακέφαλο ανδρικό σκελετό, δίνουν την εντύπωση ότι τα άτομα αυτά δεν απεβίωσαν από φυσικά αίτια. Μέσω ενός ιστορικού συσχετισμού, παρατέθηκε η πιθανότητα να σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους περί τα τέλη Μαΐου του 1458, όταν ο Μωάμεθ Β’ διήλθε επιβεβαιωμένα από την Στυμφαλία για να επιτεθεί στην Ταρσό. Σε αυτή την χρονολογία θα πρέπει να τοποθετήσουμε και την πλήρη ερήμωση του Κιστερκιανού αββαείου, στην οποία συνέβαλε και ένας κατοπινός σεισμός, μεταβάλλοντας το οριστικά σε ερειπιώνα.


Εικόνα 38: Η Κιστερκιανή μονή Ζαρακά στον οικισμό Κιόνια της Στυμφαλίας είναι ένα σπουδαίο μεσαιωνικό μνημείο της Κορινθίας, καθώς η ναοδομία του καθολικού της εμφανίζει μια αυθεντική δυτικότροπη αρχιτεκτονική των αρχών του 13ου αιώνα.

Η μονή Ζαρακά αποτελεί ένα απαράμιλλο μεσαιωνικό μνημείο της Κορινθίας. Πολλοί ιστοριοδίφες χαρακτηρίζουν τα άκρως εντυπωσιακά χαλάσματα ως Βυζαντινά οικοδομήματα, σε μία προσπάθεια να επικαλύψουν την Φράγκικη προέλευση τους, η οποία δεν στέκεται εμπόδιο στο να θεωρούνται ως αναπόσπαστο μέρος της Ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Το καθολικό του Κιστερκιανού αββαείου είναι ένα εξαίσιο και σπανιότατο παράδειγμα δυτικότροπης ναοδομίας του 13ου αιώνα, αντανακλώντας μία μεταβατική περίοδο στην Ρωμαιοκαθολική αρχιτεκτονική, καθώς εμφανίζει γλυπτική Ρωμανικού ρυθμού και την Γοτθική επιστέγαση των αψιδωτών σταυροθολίων. Δυστυχώς, ένας τόσο σπουδαίος αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται σήμερα εντελώς παραμελημένος, γνωρίζοντας την απαξίωση των αρμόδιων πολιτειακών φορέων. Διάφορα καλλιτεχνικά ανάγλυφα μέλη από επίκρανα, κιονόκρανα, νευρώσεις των σταυροθολίων και τμήματα πλαισίων από τα οξύκορφα παράθυρα είναι διασκορπισμένα στο δάπεδο της εκκλησίας, ενώ θα μπορούσαν κάλλιστα να συντηρηθούν με μικρό κόστος και να μεταφερθούν στο Μουσείο στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σικυώνας ή ακόμα και να εκτεθούν στο οικείο Μουσείο Περιβάλλοντος της λίμνης Στυμφαλίας. Ας ελπίσουμε ότι κάποτε να διενεργηθεί μία μελλοντική ανασκαφική έρευνα, η οποία θα αποκαλύψει και τα υπόλοιπα κτιριακά εξαρτήματα του Κιστερκιανού αββαείου, διαφωτίζοντας περισσότερο την χρησιμοποίηση του κατά τους 14ο και 15ο αιώνες.

Κείμενο – Φωτογραφίες:
Συνταγματάρχης (ΤΘ) ε. α.
Γεώργιος Λόης/Facebook.com
e-mail: georgioslois1969@gmail.com
31 Οκτωβρίου 2016

Υπόμνημα του γράφοντος: Ορισμένες σχεδιαστικές αναπαραστάσεις του καθολικού της μονής Ζαρακά και οι ενδεικτικές φωτογραφίες των ευρημάτων από τις ανασκαφές, λήφθηκαν από την σχετική θεματική ενότητα του ιστότοπου του Καναδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών http://portal.cig-icg.gr, με γνώμονα την απόκτηση μίας πληρέστερης εικόνας για την αρχιτεκτονική διαμόρφωση της εκκλησίας και για την ενοποίηση των ιστορικών δεδομένων.

Θερμές ευχαριστίες στον ιατρό – παθολόγο Αλέξανδρο Μακαρώνα από την Χαλκίδα, για το ενδιαφέρον που έδειξε σχετικά με το παρόν ερευνητικό εγχείρημα του γράφοντος, με την αποστολή της εργασίας του Νικόλαου Μουτσόπουλου σχετικά με τις Φράγκικες εκκλησίες στην Ελλάδα, η οποία συμπεριλαμβάνεται στην βιβλιογραφία.


Εικόνα 39: Ο κιβωτιόσχημος τάφος δίπλα από το τετράγωνο Ιερό Βήμα του καθολικού, που κατά την εκτίμηση των Καναδών αρχαιολόγων πιθανόν να ανήκει στον ηγούμενο της αποσταλείσας αδελφότητας Κιστερκιανών μοναχών και ιδρυτή της Ρωμαιοκαθολικής μονής του Ζαρακά.

Επεξηγηματικές Σημειώσεις

1. Ο όρος «Κιστερκιανός» (Αγγλικά: Cistercian, Γαλλικά: Cistercien) προέρχεται από την λέξη «Cistercium», που είναι το Λατινικό όνομα του χωριού Cîteaux, κοντά στην πόλη Dijon της ανατολικής Γαλλίας. Σε αυτή την τοποθεσία, ο αββάς Ροβέρτος ορμώμενος από το μοναστήρι του Molesme και επικεφαλής μίας ομάδας Βενεδικτινών μοναχών, ίδρυσε το ομώνυμο αββαείο του Cîteaux γύρω στα 1098, συγκροτώντας το μοναστικό τάγμα των Κιστερκιανών. Στις τάξεις τους εντάχθηκε ο Άγιος Βερνάρδος του Clairvaux στις αρχές του 1113, ο οποίος αναμόρφωσε το τάγμα συνδράμοντας καίρια στην εξάπλωση του σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι Κιστερκιανοί διακρίνονταν για την ταπεινή και απλή συμπεριφορά τους και επεδίωκαν την πραγματοποίηση του ιδεώδους μιας κοινοβιακής ζωής μέσα στη φύση. Τηρούσαν περιόδους σιωπής, αυστηρή νηστεία, ασχολούνταν με τα εκκλησιαστική μόρφωση, ενώ έδιναν μεγάλη έμφαση στην χειρωνακτική εργασία και κυρίως στις αγροτικές ασχολίες. Επιπλέον, δραστηριοποιήθηκαν στην ζυθοποιία, υδραυλική μηχανική και μεταλλουργία. Στον δε τομέα της αρχιτεκτονικής, εισήγαγαν τον Κιστερκιανό ρυθμό που διακρίνεται για την απλότητα και την λιτότητα του, χωρίς να υπολείπεται σε καλλιτεχνική ωραιότητα, συντελώντας στην δημιουργία του νέου Γοτθικού ύφους στους μεσαιωνικούς χρόνους. Ο δε ηγούμενος κάθε μονής ήταν υποχρεωμένος να μεταβαίνει περί τα μέσα κάθε μηνός Σεπτεμβρίου στο Cîteaux, για συμμετάσχει στην ετήσια Γενική Τακτική Σύνοδο, δηλαδή το επίσημο διοικητικό σώμα του τάγματος. Από το 1240 η περιοδικότητα της προσέλευσης τροποποιήθηκε και ορίσθηκε ανά πενταετία. Οι Κιστερκιανοί μοναχοί διατηρήθηκαν και στην σύγχρονη εποχή, αν και με το πέρασμα των αιώνων παρουσιάστηκαν σχίσματα στις κατά τόπους μοναστικές κοινότητες, σχηματίζοντας ξεχωριστές αδελφότητες, με κυριότερη αυτή των λεγόμενων Τραπιστών (Trappist), επιφέροντας την διαίρεση του τάγματος σε δύο μεγάλους κλάδους, ενώ υφίσταται και γυναικείο Κιστερκιανό τάγμα.

2. Μία λιγότερο αποδεκτή εκδοχή θέλει τους Κιστερκιανούς μοναχούς να έχουν ιδρύσει 17 με 19 μονές στον ευρύτερο Ελληνικό χώρο, όμως μάλλον σε αυτές προσμετρούνται και τα αββαεία του συγγενικού τάγματος των Βενεδικτινών.

3. Με τον όρο «αββαείο» προσδιορίζονται οι Ρωμαιοκαθολικές μονές και προέρχεται από την λέξη αββάς, που σημαίνει ηγούμενος.

4. Η Ραβέννικα ήταν μία μεσαιωνική πόλη που βρίσκονταν στην κοιλάδα του ποταμού Σπερχειού, κοντά στην Λαμία, πλην όμως η ακριβής θέση της παραμένει ακόμα αταύτιστη και μυστηριώδης.

5. Στα μεταγενέστερα χρόνια δημιουργήθηκε στην Πάτρα ένα νοσοκομείο, το οποίο περιήλθε προφανώς στην επίβλεψη των Κιστερκιανών μοναχών. Αυτό προκύπτει από την Γενική Σύνοδο του τάγματος το 1273, όπου έγινε σεβαστή η παράκληση του Αρχιεπισκόπου της Πάτρας και αποφασίστηκε η αποστολή δύο μοναχών και δύο δόκιμων στην πόλη για να λειτουργήσουν το νοσοκομείο, που είχε ανεγείρει πρόσφατα ο ιεράρχης. Σημειώνεται ότι αυτή την χρονολογία οι περισσότερες Κιστερκιανές μονές στην Ελλάδα είχαν εγκαταλειφθεί.

6. Ο έγκριτος Άγγλος μεσαιωνολόγος William Miller (1864 – 1945) παραθέτει σαφώς ότι ο Γοδεφρείδος Α’ πέθανε περί το 1218, λαμβάνοντας υπόψη ότι η χήρα σύζυγος του παντρεύτηκε ξανά εκείνο το έτος, ενώ σύμφωνα με μία κάπως ελεγχόμενη εκδοχή ο θάνατος του χρονολογείται ανάμεσα στα 1225/27 και 1229/31. Αν ισχύει η δεύτερη περίπτωση, τότε όσα αναφέρονται παρακάτω στο κείμενο του άρθρου, σχετικά με τον διάδοχο και γιό του Γοδεφρείδο Β’ και την αποστολή της Κιστερκιανής αδελφότητας στην Πελοπόννησο, θα πρέπει να αποδοθούν στον πατέρα του.

7. Οι Κιστερκιανοί μοναχοί προτιμούσαν να ιδρύουν τα αββαεία τους σε απομονωμένες τοποθεσίες μακριά από αστικά κέντρα, επιζητώντας την αποκλειστική αφοσίωση στα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Άλλωστε, μία από τις κύριες αρχές του μοναστικού τάγματος ήταν η εξής: «In civitatibus, castellis, villis nulla nostra costruenda sunt coenobia (να μην κατασκευάζονται καθόλου δικά μας κοινόβια σε κατοικημένα κάστρα και χωριά)». Η δε απόσταση μεταξύ των αββαείων δεν επιτρέπονταν να είναι μικρότερη των 10 μιλίων. Όμως, κατά την εγκατάσταση τους στις Λατινικές ηγεμονίες της Ελλάδας δεν τηρήθηκαν αυτοί οι κανόνες, καθώς οικειοποιήθηκαν προϋπάρχοντα Ορθόδοξα μοναστήρια, τα οποία βρίσκονταν εντός ή πλησίον κατοικημένων περιοχών, εκτός από την περίπτωση του απόμερου αββαείου του Ζαρακά (και ενδεχομένως της Ίσοβας). Αυτή η παρέκκλιση και η αδυναμία της προσέλκυσης νέων δόκιμων μοναχών από τις τοπικές Ορθόδοξες κοινωνίες, σε συνδυασμό με την δυσκολία της μετάβασης των ηγουμένων κάθε Σεπτέμβριο στην Γενική Σύνοδο στο Cîteaux, οδήγησαν στην σταδιακή αλλοτρίωση τους και αποτέλεσαν δύο από τις βασικές αιτίες της αποτυχίας τους να εδραιωθούν στον Ελληνικό χώρο.

8. Ο Ορλάνδος υπέθεσε ότι η ονομασία έλκει την προέλευση της από την αρχαιότητα, καθώς το τοπωνύμιο Ζαρακάς αναφέρεται σε ένα σχόλιο σε χειρόγραφα αντίγραφα από το έργο «Γεωγραφική Υφήγησις (κεφάλαιο ΙΙΙ, 14, 40)» του φιλόσοφου Κλαύδιου Πτολεμαίου (π. 90 – 168 μ. Χ.), που όμως η συγγραφή τους χρονολογείται από τον 14ο έως τον 16ο αιώνα. Η σχετική υπόμνηση μάλλον είναι προσθήκη του μεσαιωνικού σχολιαστή και δεν ανήκει στο πρωτότυπο αρχαίο κείμενο.

9. Μερικοί ερευνητές διατείνονται ότι, η Κιστερκιανή Γενική Σύνοδος, παραχώρησε στον ηγούμενο του Ζαρακά το προνόμιο να παρευρίσκεται στην θρησκευτική συνέλευση του τάγματος στο Cîteaux κάθε επτά χρόνια. Ωστόσο, η εκδοχή αυτή δεν φαίνεται να ευσταθεί, καθόσον δεν διασταυρώνεται από τις πηγές, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός της αυστηρής επίπληξης του ηγουμένου από την Γενική Σύνοδο στα 1257 για την μακροχρόνια απουσία του από τις συνελεύσεις στο Cîteaux.

10. Το Κιστερκιανό αββαείο του Ρουφινιάνο ιδρύθηκε σε προγενέστερη Ελληνική μονή της Βιθυνίας περί το 1225, αλλά περιήλθε ξανά στην κατοχή των Ορθόδοξων μοναχών το 1236. Ο δε επίτιμος τίτλος του «ηγουμένου του Ρουφινιάνο» εξακολουθεί να εμφανίζεται στα εκκλησιαστικά έγγραφα έως το 1260.

11. Αξιοσημείωτο είναι ότι, σύμφωνα με μία λαϊκή παράδοση και τα ερείπια του ναού «Notre Dame» του Ρωμαιοκαθολικού αββαείου της Ίσοβας στην Τρυπητή Ηλείας, θεωρούνταν σαν το «παλάτι» μιας φανταστικής πριγκίπισσας.

12. «A classical and topographical tour through Greece, during the years1801, 1805 and 1806», Edward Dodwell, in two volumes, printed for Rodwell and Martin, New Bond Street, London, 1819.

13. «Travels in Morea», William Martin Leake, t. III, ed. John Murray, London, 1830.

14. «Peloponnesos, eine historisch-geographische Beschreibung der Halbinsel», - Ernst Curtius, v. Justus Perthes, Gotha, 1851 – 1852.

15. «Reisen und Reiserouten Durch Griechenland, Reisen im Peloponnes, Ludwig Ross, v. Bei G. Reimer, Berlin, 1841.

16. Είχαν προηγηθεί εργασίες καθαρισμού του χώρου και γεωφυσικές μελέτες από το Καναδικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο και την Αρχαιολογική Εταιρεία Αθηνών το έτος 1984.

17. Η σχεδιαστική αναπαράσταση του Αναστάσιου Ορλάνδου δεν είναι τόσο προβληματική όσο θεωρήθηκε από τους Καναδούς αρχαιολόγους. Πρόκειται για μία προκαταρτική απεικόνιση της βορειοδυτικής εξωτερικής όψης του ναού μαζί με το κυλινδρικό κωδωνοστάσιο, με βάση τα μέχρι τότε ερευνητικά δεδομένα, η οποία προσεγγίζει σε μεγάλο βαθμό τον αρχιτεκτονικό ρυθμό του και καταδεικνύει τα διαπιστωμένα Γοτθικά στοιχεία του, όπως τα δίλοβα παράθυρα και η διαμόρφωση της κεντρικής δυτικής θύρας.

18. Παυσανία, «Ελλάδος Περιήγησις», «Αρκαδικά», κεφάλαιο XXIΙ, εδάφια 3, 7, 8 και 9.

19. Εικάζεται πως στην ανέγερση της εκκλησίας στο Κιστερκιανό αββαείο του Ζαρακά, ίσως να εργάστηκαν και πεπειραμένοι τεχνίτες μετακληθέντες από την Γαλλία, όπως αναγράφεται στην πληροφοριακή πινακίδα του αρχαιολογικού χώρου.

20. Ο Ρωμανικός ρυθμός αναπτύχθηκε στην Ευρώπη κυρίως κατά τον 11ο και 12ο αιώνα και συνδύαζε αρχαία Ρωμαϊκά στοιχεία με νεότερα. Στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική διατηρήθηκε εν γένει ο τύπος της επιμήκους τρίκλιτης βασιλικής, αλλά η επίπεδη οροφή αντικαταστάθηκε από θολωτές ή σταυρόμορφες καμάρες και εφαρμόστηκε η χρήση του στρογγυλού τόξου, που επίστεφε τον θόλο, τα παράθυρα και τις κολώνες μεταξύ τους. Στην δε γλυπτική ο συγκεκριμένος ρυθμός παρουσιάζει ανάμειξη αρχαίων καλλιτεχνικών στοιχείων με τις επικρατούσες αισθητικές αντιλήψεις εκείνης της εποχής, οι οποίες εμπνέονταν πολύ από την επίδραση της φύσης.

Η Γοτθική αρχιτεκτονική αρχίζει από τον 13ο αιώνα και το ρεύμα της στην Ευρώπη διαρκεί έως τις αρχές του 16ου αιώνα. Αποκαλείται και «αψιδωτή» λόγω της μετάλλαξης του προγενέστερου Ρωμανικού ημικυκλικού τόξου σε οξύκορφο. Οι θόλοι δεν κατασκευάζονται πλέον με συμπαγή τοιχοποιία, αλλά αναπτύσσονται σε ένα σκελετό εξεχουσών νευρώσεων, δημιουργώντας επιμέρους σταυροθόλια, με αποτέλεσμα οι εξασκούμενες πιέσεις να συγκεντρώνονται σε ορισμένα σημεία και καθιστούν αναγκαία την ενίσχυση του κτίσματος με στενές εξέχουσες αντηρίδες. Στον τομέα της γλυπτικής, η Γοτθική τέχνη επεξεργάζεται τα θέματα της με σαφέστερη τάση πραγματισμού, προδίδοντας σε αυτά μία καθηλωτική βλοσυρότητα.

21. Η άποψη ορισμένων ερευνητών πως ο ναός ίσως να διέθετε τριφόριο «triforium», δηλαδή ένα στενό διάδρομο πάνω από την θολοδομία του ενός ή και των δύο πλευρικών κλιτών, δεν επιβεβαιώνεται από τις νεότερες αρχιτεκτονικές μελέτες και ως εκ τούτου εκλαμβάνεται απλώς ως μία εικασία.

22. Η θεματική μορφή του «Πράσινου Άνδρα» έχει διάφορες παραλλαγές, όπως να δημιουργείται εξολοκλήρου από φυλλώματα ή να διαθέτει μία φυλλώδη γενειάδα, είτε ως ανάγλυφο, είτε σε άλλου είδους αναπαράσταση. Παρουσιάζεται σε πολλούς πολιτισμούς ανά τον κόσμο από την αρχαιότητα και φέρεται να προέρχεται από την παγανιστική λατρεία, αντιπροσωπεύοντας την γονιμότητα ή ένα πνεύμα της φύσης. Ο «Πράσινος Άνδρας» υιοθετήθηκε ως διακοσμητικό στοιχείο από πολύ νωρίς και στην Χριστιανική καλλιτεχνική θεματολογία και αρχιτεκτονική, κυρίως της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας. Η απεικόνιση του «Πράσινου Άνδρα» σε οποιαδήποτε αποτύπωση της είναι εξαιρετικά δυσεύρετη στον Ελληνικό χώρο, ενώ υφίσταται ένα ανάλογο ανάγλυφο σε μία απόληξη σταυροθολίου του 13ου αιώνα, στο νοτιοανατολικό παρεκκλήσι της Γοτθικής εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής στην Χαλκίδα.

23. Σύμφωνα με τους αυστηρούς μοναστικούς κανόνες του Κιστερκιανού τάγματος, οι μοναχοί αναπαύονταν σε ένα κοινό θάλαμο δίπλα από την εκκλησία, όπου ο καθένας είχε την θέση του, ξαπλώνοντας απ’ ευθείας στο δάπεδο ντυμένοι με τα ράσα τους, προκειμένου να προσέρχονται γρήγορα και ταυτόχρονα για την νυκτερινή προσευχή.

24. Ένα παρόμοιο βαρίδι βρέθηκε στην αρχαία Κόρινθο, κατά τις έρευνες σε εδαφικά στρώματα της περιόδου της Φραγκοκρατίας.

25. Αυτό το είδος αργυρών ή επάργυρων νομισμάτων κόβονταν στο αββαείο που ίδρυσε ο Άγιος Μαρτίνος στην Γαλλική πόλη Τουρ και αποκαλούνταν deniers tournois, (δηνάρια της Τουρ). Στον εμπροσθότυπο έφεραν συμβολική παράσταση του ναού του αββαείου και στον οπισθότυπο διαγράφονταν σταυρός εντός μεταλλίου. Στην Ιταλία είχαν την ονομασία «Τορνέζε», από την οποία προέκυψε η Ελληνική παραφθορά τους ως «Τορνέσια» ή «Τορνέζια». Την εποχή των σταυροφοριών ήταν ένα από τα πιο διαδεδομένα νομίσματα μέσης αξίας και χρησιμοποιούνταν διεθνώς στις εμπορικές συναλλαγές. Περί το 1250, ο «πρίγκιπας της Αχαΐας» Γουλιέλμος Β’ Βιλλεαρδουίνος έλαβε από τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Θ’ (1226 – 1270) την άδεια κοπής τορνέσιων με δικό του λογότυπο, αλλά με τα ίδια πλευρικά σύμβολα των νομισμάτων της Τουρ, ιδρύοντας και λειτουργώντας το νομισματοκοπείο στην Γλαρέντζα.

26. Ο άλλος άνδρας πρέπει να ήταν χήρος, αν θεωρήσουμε την ενταφιασμένη γυναίκα μαζί με το έφηβο άτομο σαν σύζυγο του.

27. Εκφράζονται αρκετές επιφυλάξεις από τους αρχαιολόγους σχετικά με το αν η πέτρα προορίζονταν να πάρει την θέση του κεφαλιού.


Εικόνα 40: Ο κυκλικός λίθινος φεγγίτης από ένα οξύκορφο δίλοβο παράθυρο από το καθολικό της μονής Ζαρακά. Τα διασκορπισμένα ανάγλυφα αρχιτεκτονικά μέλη στο εσωτερικό της εκκλησίας θα μπορούσαν συγκεντρωθούν και εκτεθούν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σικυώνας ή στο Μουσείο Περιβάλλοντος της λίμνης Στυμφαλίας.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία – Πηγές Διαδικτύου

1. «Ανασκαφές εν Στυμφάλω», Αναστάσιος Κ. Ορλάνδος, Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας των Αθηνών, σελ. 131 – 139, Αθήνα, 1929.

2. «The Frankish Church of Stymfalia», Anastasios K. Orlandos, «Melagnes offerts a Octave et Melpo Merlier a l’ occasion du 25e anniversaire de leur arrivee en Greece», vol. 3, Collection de I’ Institut Francais d’ Athenes, p. 99 – 116, Institute Francais d’ Athenes, Athenes, 1957.

3. «The Cistercians in the Latin Empire of Constantinople and Greece, 1204-1276 (p. 63 – 120)», E. A. R. Brown, Traditio vol.14, 1958.

4. «Φράγκικες εκκλησίες στην Ελλάδα (Η Φράγκικη εκκλησία της Στυμφαλίας)», Νικόλαος Μουτσόπουλος, Τεχνικά Χρονικά, σελίδες 20 - 24, Αθήνα, Ιαν – Φεβ 1960 (τεύχος 1).

5. «Cistercian and Mendicant Monasteries in Medieval Greece», B. Kitsiki-Panagopoulos, University of Chicago Press, Chicago, 1979.

6. «Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα, 1204 – 1566», Ουίλλιαμ Μίλλερ, μετάφραση Άγγελος Φουριώτης, Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», Αθήνα, 1990.

7. «The Cistercian Monastery of Zaraka», Campbell Sheila, Échos du Monde Classique/Classical Views 41/16, p. 177 – 196, (1997).

8. «The Cistercians in the Early Middle Ages, 1098 – 1348», D. H. Williams, Gracewing, 1998.

9. «Gatehouses and Mother Houses: A Study of the Cistercian Abbey of Zaraka», Salzer Kathryn, Medieval Studies 61, p. 297 – 324, 1999.

10. «The Cistercian Abbey of Zaraka: The Fieldwork of the Canadian Institute in Greece, 2007», author: Rupp David, Mouseion: Journal of the Classical Association of Canada, volume 8, number 2, p. 262 – 264, 2008.

11. «The Western Religious Orders in Medieval Greece (p. 62 – 129)», Nickiphoros I. Tsougarakis, University of Leeds, Institute for Medieval Studies, 2008.

12. «Residential Mobility in the Rural Greek Past: A Strontium Isotope Investigation (concern burials from ancient city of Stymphalos and the monastery of Zaraka)», Brian George Leslie, University of Alberta, Department of Anthropology, Edmonton, Alberta, 2012.

13. «The Pottery from Zaraka (Stymphalos, Greece)», Camilla MacKay, Library Staff Research and Scholarship, paper 10, Bryn Mawr College, 2014.

14. http://kourelis.blogspot.gr/The Cistercian Abbey of Zaraka in Ancient Stymphalia: 2007 Architectural Study.

15. http://portal.cig-icg.gr/Cisterian Monastery of Zaraka Excavation.

16. http://en.wikipedia.org/wiki/Zaraka Monastery.

17. http://openbuildings.com/buildings/zarakas monastery.

18. http://www.katholikoskosmos.gr/Η Κιστερκιανή Μονή Ζαρακά.

19. http://e-stymfalia.gr/index.php/el/tourism/Η Μονή Ζαρακά.

20. http://www.stymfalia.info/Μονή Ζαρακά.

21. http://odysseus.culture.gr/Μονή Ζαρακά.
Δημοσίευση: Οκτωβρίου 31, 2016

0 Σχόλια για την ανάρτηση: "ΜΟΝΗ ΖΑΡΑΚΑ: ΕΝΑ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΟ ΑΒΒΑΕΙΟ ΤΩΝ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΣΤΗΝ ΣΤΥΜΦΑΛΙΑ"

Όποιος πιστεύει ότι θίγεται από κάποια ανάρτηση ή θέλει να απαντήσει αρκεί ένα απλό mail στο parakato.blog@gmail.com να μας στείλει την άποψή του για δημοσίευση ή επανόρθωση. Οι αναρτήσεις αφορούν αποκλειστικά πρόσωπα και καταστάσεις με δημόσιο χαρακτήρα και δεν αναφέρονται στην προσωπική ζωή κανενός που σεβόμαστε απολύτως. Δεν έχουμε προηγούμενα με κανέναν, δεν κρατάμε επόμενα για κανέναν.

Τα θέματα των αναρτήσεων δεν εκφράζουν απαραίτητα και τις απόψεις των διαχειριστών και των συντακτών του ιστολογίου μας. Τα σχόλια εκφράζουν τις απόψεις των σχολιαστών και μόνο αυτών.

Σχόλια που περιέχουν ύβρεις ή απρεπείς χαρακτηρισμούς διαγράφονται κατά τον έλεγχο από την ομάδα διαχείρισης. Ευχαριστούμε.

 
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ Copyright © 2010 | ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ | Converted by: Parakato administrator