• Αρχική
  • Τοπικά
    • ΤΟΠΙΚΑ ΜΜΕ-ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
      • ΤΟΠΙΚΑ ΜΜΕ
        • ---
        • ---
        • ---
      • PARA5
      • PARAλίγο
      • PARAμένων
      • PARAτηρητής
      • PARAσκηνιακός
    • ΚΟΡΙΝΘΟΣ
    • ΚΙΑΤΟ
    • ΞΥΛΟΚΑΣΤΡΟ
    • ΛΟΥΤΡΑΚΙ
    • ΒΕΛΟ
    • ΝΕΜΕΑ
    • ΚΟΡΙΝΘΙΑ
    • ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ
  • Αφιέρωμα
    • ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΩΚΟΣ
    • ΠΑΠΑ-ΓΡΗΓΟΡΗΣ
    • ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΥΓΟΥΣΤΗ
    • ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΓΚΑΦΑΣ
    • ΑΥΓΟΥΣΤΗΣ
    • ΒΛΑΣΗΣ ΛΙΝΑΡΔΟΣ (ΠΙΛΑΛΑΣ)
    • ΣΠΥΡΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ξυγκάς)
    • ΒΛΑΣΗΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ
    • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
    • ΝΙΚΟΣ ΓΙΑΚΟΥΜΑΚΗΣ
  • Αρχείο Νίκου Καρνασιώτη
  • Όροι χρήσης
  • Επικοινωνία
  • LIVE
  • ΑναρτήσειςΣχόλια
  • Ελλάδα
  • Κόσμος
  • Απόψεις
  • VIDEO
  • Μουσική
  • Συναυλίες
  • Πρόσωπα
  • Επιστήμη
  • Π.Ρέππας
  • Γ.Λόης
  • Εργασία
  • WebTV
  • Ο Καιρός
Είσαστε εδώ: » ΑΡΧΙΚΗ » ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΕΤΙΚΕΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Κύπρος, 50 χρόνια μετά – Το ματωμένο καλοκαίρι του 1974

0



Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Κορινθίων η “Τερψιχόρη” πραγματοποίησε, στις 13/07 και ώρα 7.30 μμ στο Επιμελητήριο Κορινθίας, την εκδήλωση “Κύπρος, 50 χρόνια μετά – Το ματωμένο καλοκαίρι του 1974”.



Μια αναφορά στην Ιστορική Αλήθεια με ταυτόχρονη Αναγνώριση και Τιμή στους αγωνισθέντες και πεσόντες αυτής της περιόδου.
Συντονιστής της εκδήλωσης, ήταν ο έγκριτος δημοσιογράφος της ΕΡΤ, και ;βαθύς γνώστης του θέματος, Γιάννης Φασουλάς.



Προσκλήθηκαν και παρέστησαν:

1. Εκπρόσωποι του συλλόγου ΚΟΜΑΝΤΟΣ 74 (Σύλλογος των βετεράνων ΚΎΠΡΟΥ 1974, της Α΄ (35) Μοίρας Καταδρομών (Μάλεμε Κρήτης) και της 354 Μοίρας Τακτικών Μεταφορών) “Επιχείρηση ΝΙΚΗ”, με τον αντιπρόεδρο Νικόλαο Γατσούλη.



2. Εκπρόσωποι του Πανελληνίου Συνδέσμου Πολεμιστών Ελληνικής Δύναμης Κύπρου (ΕΛΔΥΚ 74), με τον πρόεδρο κο Δημήτριο Σπανογιάννη.



3. Εκπρόσωποι του Πανελληνίου Συλλόγου Εθνικής Φρουράς Πολεμιστών Κύπρου 1974, με τον πρόεδρο Λάμπρο Πετρέλλη.
4. Εκπρόσωπος της Κυπριακής πρεσβείας, ο κος Λουκάς Ξενοφώντος, μορφωτικός σύμβουλος της πρεσβείας.



Παρέστησαν επίσης:
Η βουλευτής Κορινθίας, κα Μαριλένα Σούκουλη
Ο Δήμαρχος Κορινθίων, Νικόλαος Σταυρέλλης



Η θεματική Αντιπεριφερειάρχης Πελοποννήσου, κα Αθηνά Κόρκα
Ο Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Κορινθίας, Παναγιώτης Λουζιώτης.
Ο πρώην Δήμαρχος Κορινθίων Βασίλειος Νανόπουλος
Ο Υποδιοικητής της Σχολής Μηχανικού Λουτρακίου, Σχης Σπαρτιώτης.
Ο Πρόεδρος της ΕΑΑΣ (Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού), κος Ιωάννης Δεβούρος, με τον Πρόεδρο του παραρτήματος Κορίνθου κο Αχιλλέα Σαραντινό.

Πρόεδροι συλλόγων νομού Κορινθίας
Πολεμιστές από όμορους νομούς.

Οι περισσότεροι πολεμιστές συναντήθηκαν δια ζώσης, για πρώτη φορά, μετά από 50 χρόνια.
Οι επώδυνες μνήμες ζωντάνεψαν για άλλη μια φορά και πυροδότησαν το θυμικό.
Αγκαλιές, ασπασμοί, συγκίνηση, βουρκωμένα μάτια.
Μιλούσαν για μνήμες που θα τους κατατρέχουν για πάντα.
Για εικόνες αβάσταχτες.
Για την φρίκη του πολέμου.
Μίλησαν για άφθαρτα όνειρα και ανεκπλήρωτα χρέη.
Για ένα αγώνα ηρωικό και για μια θυσία προδομένη.
Για τα παράπονά τους από την Ελληνική Πολιτεία, που καθυστέρησε αρκετές δεκαετίες να αναγνωρίσει τον αγώνα τους. Να στηρίξει τους ίδιους και να βοηθήσει τις χήρες των πολεμιστών. Για την Πολιτεία που θα έπρεπε να στέκεται σταθερά δίπλα τους.
Για την Κύπρο, που περιμένουν να την δουν πάλι Ελεύθερη και Ενωμένη.

Χαιρετισμούς, που έκαναν ιδιαίτερη αίσθηση, απηύθυναν η θεματική αντιπεριφερειάρχης Πελοποννήσου κα Αθηνά Κόρκα, ο εκπρόσωπος της κυπριακής πρεσβείας κος Λουκάς Ξενοφώντος και οι εκπρόσωποι των εφεδροπολεμιστικών σωματείων, κ.κ. Δημήτριος Σπανογιάννης και Λάμπρος Πετρέλλης.
Ο κεντρικός ομιλητής της εκδήλωσης Υπτγος (ΥΙ) ε.α. Θεόδωρος Στεφανόπουλος, συγκίνησε το ακροατήριο με τον μεστό και δηκτικό του λόγο.



Στο τέλος της εκδήλωσης, απονεμήθηκε τιμητική πλακέτα στους Κορίνθιους συμμετέχοντες πολεμιστές εκείνης της περιόδου.
Συγκεκριμένα, τιμήθηκαν:
Από την Α’ Μοίρα Καταδρομών
Θεόδωρος Στεφανόπουλος Υπτγος (ΥΙ) ε.α. (Λέχαιο)
Βασιλείου Βασιλείου (Λουτράκι)
Βασίλειος Σαϊσανάς (Καλέντζι)

Από την 354 Μοίρα Τακτικών Μεταφορών
Νικόλαος Αδαμόπουλος, Σμήναρχος (Ι) ε.α. (Νεμέα)

Από την ΕΛΔΥΚ

Χρήστος Ζάρκος, πεσών (Κρυονέρι)

Σπυρίδων Γεροντής, αγνοούμενος (Κρήνες)
Γεώργιος Καϊτσας (Σαρανταπηχιώτικα)

Πέτρος Καλαντζής (Αηδόνια)
Αλκιβιάδης Κωστάκης (Βοχαϊκό)

Ιωάννης Μάλλιος (Βραχάτι)

Παναγιώτης Μαρινός (Κλένια)
Ηλίας Μούζος (Κόρινθος)
Χρήστος Παπαδόπουλος (Κόρινθος)
Στέργιος Ποντικός (Κόρινθος)

Από την Εθνική Φρουρά
Κωνσταντίνος Δρόσος (Περιγιάλι)
Ανδρέας Γεωργούλιας (Λουτράκι)

Βασίλειος Χρυσούλας (Λουτράκι)




















Ευχαριστούμε θερμά το Επιμελητήριο Κορινθίας και τον Πρόεδρο κο Παναγιώτη Λουζιώτη για την φιλοξενία της εκδήλωσης.
Την Περιφέρεια Πελοποννήσου και τον Δήμο Κορινθίων υπό την αιγίδα των οποίων ετέλεσε η εκδήλωση.

Τέλος, ευχαριστούμε όσους, με καθ’ οιονδήποτε τρόπο, συνέβαλαν στην άρτια οργάνωση και παρουσίαση της εκδήλωσης, καθώς επίσης και όλους τους παρευρισκόμενους.

ΠΗΓΗ
Κατηγορία: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ, ΚΟΡΙΝΘΙΑ, ΚΟΡΙΝΘΟΣ, ΤΟΠΙΚΑ

Ο Κυβερνήτης του θρυλικού Υποβρυχίου ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ Μίλτωνας Ιατρίδης

0


*Του Δρ. Αν. Λυμπερίου

Στις ιστορίες των λαών υπάρχουν κάποια πρόσωπα που προβάλλουν σεβαστά ορόσημα στο πέρασμα των χρόνων. Ένα τέτοιο πρόσωπο είναι και ο Κυβερνήτης του θρυλικού Υποβρυχίου Παπανικολής Πλοίαρχος του Π.Ν Μίλτωνας Ιατρίδης.

Ο Μίλτωνας Ιατρίδης κατάφερε να συμπυκνώσει με την δράση του αιώνες Ελληνικής ιστορίας. Ενσάρκωσε ένα έθνος που βρέθηκε πολλές φορές σε μειονεκτική θέση, γνώρισε ήττες, έδωσε όμως τον αγώνα με γενναιότητα, αξιοπρέπεια και στο τέλος δικαιώθηκε. Ένας σπουδαίος άνθρωπος, ένας σπουδαίος αξιωματικός. Το όνομα του, παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένο με τις πιο ένδοξες στιγμές του υποβρύχιου Παπανικολής.

Πόσοι όμως γνωρίζουν τη καταγωγή, την ιστορία της οικογενείας του, τα παιδικά χρόνια του Κυβερνήτη έως και την εισαγωγή του στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων; Ποια είναι η πορεία του αξιωματικού Ιατρίδη και ποια είναι η ιστορία και η δράση του θρυλικού υποβρυχίου;

Ο συγγραφέας και ανιψιός του Πλοιάρχου Βασίλειος Ιατρίδης κατόρθωσε μετά από αρκετή προσπάθεια να εκδώσει τη βιογραφία του με τίτλο «Από το Βυθό στον Ουρανό» φέρνοντας στο φως άγνωστες και γνώστες πτυχές για τον άνθρωπο και τον αξιωματικό Ιατρίδη, αφήνοντας μια σημαντική παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Τα σημαντικότερα από τη πλούσια βιογραφία του τα παραθέτουμε παρακάτω:

Η καταγωγή της οικογένειας Ιατρίδη από το Σοφικό Κορινθίας, η γέννηση και τα πρώτα χρόνια του Πλοιάρχου


Η προτομή του Μ. Ιατρίδη στο Σοφικό Κορινθίας στο προαύλιο του Ναού της Αγίας Τριάδας.


Ο παππούς του πλοιάρχου, Πέτρος Ιατρού, ήταν Πρακτικός γιατρός. Εγκατεστημένος στην Πιάδα – Νέα Επίδαυρο, από όπου προσέφερε τις ιατρικές του υπηρεσίες σε πολλές πόλεις και χωριά της Κορινθίας και της Αργολίδας. Είχε γεννηθεί στο Ναύπλιο περίπου το 1822-23, στη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα, εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο πατέρας του, Ανδρέας Ιατρού, γιατρός και αυτός συμμετείχε στον Αγώνα και λέγεται ότι θεράπευσε πολλούς από τους αγωνιστές .

Ο Μιχαήλ Σταματίου Μάρκελλος το 1850, εκ των προυχόντων της περιοχής της Σολυγείας του Νομού Κορινθίας, κάλεσε στο Σοφικό Κορινθίας τον Πέτρο Ιατρού, για να τον θεραπεύσει από ατύχημα που είχε στον αυχένα. Παρέμεινε δυο εβδομάδες, όπου και ερωτεύτηκε την κόρη του Μάρκελλου, με το όνομα Άννα. Την οποία και παντρεύτηκε. Μετά σύντομη αναχώρηση στο σπίτι του στην Πιάδα, επέστρεψαν οικογενειακώς και εγκαταστάθηκαν στο Σοφικό, από το 1860. Η Αννα Μάρκελου – Ιατρού γέννησε δέκα παιδιά, από τα οποία επέζησαν μόνον πέντε. Λόγω των συνθηκών της εποχής.

Η οικογένεια Ιατρού – Ιατρίδη έζησε στο Σοφικό από το 1862 μέχρι το 1927, όταν πέθανε ο μεγαλύτερος αδερφός του Βασιλείου Ιατρίδη, - Ιωάννης -στο Γαλατάκι Κορίνθιας. Απόγονοι του είναι η οικογένεια Πέτρου Ιατρίδη - φαρμακοποιού – οινολόγου στο Ζευγολατιό.

Ο Πέτρος Ιατρού, πατέρας του Βασιλείου Ιατρίδη, πέθανε περί το 1845 στην Επίδαυρο, ή στο Λυγουριό.

Ο γιός του Βασίλης Ιατρίδης ,πατέρας του πλοιάρχου, τελείωσε το Δημοτικό σχολείο στο Σοφικό, το 1879.

Επί δημαρχίας Ιωάννου Αναγνωστοπούλου, το 1875, καταρτίστηκαν τα δημοτολόγια Σοφικού – δήμου Σολυγείας, όπου για πρώτη φορά δηλώθηκε και ο παππούς μου Βασίλης σαν Ιατρίδης και όχι Ιατρού, στο μητρώο αρρένων του Δήμου, ως γεννηθείς το 1863 ενώ η σωστή ημερομηνία είναι 1862, όπως γράφει ο ίδιος. Είχε δασκάλους στο δημοτικό τον Δημήτριον Ρώταν και τον Δημήτριο Παπαψωμά, οι οποίοι ,όπως αναφέρει τον βοήθησαν πολύ, ώστε να αριστεύσει.

Ο Βασίλης Ιατρίδης επειδή ήταν καλός στα γράμματα, κατά έκφραση της εποχής, υποστηρίχτηκε οικονομικά από τη μητέρα και την μεγαλύτερη αδερφή του και συνεχίζει στο Ελληνικό – Γυμνάσιο της Κορίνθου, απ’ όπου αποφοίτησε με τον βαθμό άριστα.

Και περιγράφει μετά, στα απομνημονεύματά του ολόκληρη περιπέτεια, μέχρι που κατέληξε φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στα μαθηματικά και την φιλοσοφία. Εργαζόμενος συγχρόνως σε δημοσιογραφικές εργασίες. Απ’ όπου αποφοίτησε με διδακτορικό δίπλωμα της φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Μετά παρέμεινε στην Αθήνα, ως καθηγητής ελληνικών του πρώτου γραμματέως της Βρετανικής Πρεσβείας. Εζούσε μεταξύ Αθήνας και Σοφικού, έως τον χρόνο που, μετά από αίτησή, του διορίσθηκε ως καθηγητής μαθηματικών αρχικά στο Υπουργείο Παιδείας και μετά προαχθείς σε επιθεωρητή δημοτικής εκπαιδεύσεως υπηρέτησε σε τουλάχιστον τριάντα νομούς και επαρχίες της Χώρας.

Το 1900 ευρισκόμενος σε υπηρεσία, καθηγητής μαθηματικών στο Γυμνάσιο του Πύργου Ηλείας, παντρεύτηκε την Ελένη Παπακροντηροπούλου, εκ Πύργου Ηλείας. Γέννησαν τρία παιδιά από το 1905 μέχρι το 1908: την Άννα – Δεσποτοπούλου και δύο αγόρια τον Μιλτιάδη και τον Αντρέα.

Ο Μιλτιάδης επρόκειτο να αναδειχθεί στον ήρωα του Β Παγκοσμίου πολέμου το 1940.

Οι τοποθετήσεις του Βασίλη Ιατρίδη πατέρα τους, σχεδόν σε 40 πόλεις, κωμοπόλεις χωριά και σε διαφορετικούς νομούς της Χώρας, παρ’ ότι λόγω επαγγέλματος του πατέρα τους, εξασφάλιζε την καλύτερη δυνατή παιδεία επηρέασαν αρκετά τους χαρακτήρες τους.

Τελικά οι συνεχείς μεταθέσεις του φαίνεται να λήγουν, για λίγο, με την τοποθέτησή του στην Κέρκυρα το 1916, που είχε επιζητήσει, ώστε να μάθουν τα παιδιά ξένες γλώσσες.

Και παρ΄όλη τη δυσμενή μετάθεσή του που ακολούθησε, από την Κέρκυρα στην Παραμυθιά Θεσπρωτίας, η οικογένεια παρέμεινε στην Κέρκυρα, όπου την επισκεπτόταν μέσω Ηγουμενίτσας, ή Πάργας τα σαββατοκύριακα.

Φαίνεται ότι από τότε είχε εμπνεύσει στον μεγαλύτερο γιό του την αγάπη και την περιπέτεια της θάλασσας. Αποφασίζει λοιπόν, κατ’ αρχήν, να εγκατασταθεί στην Κόρινθο. Το 1921, βρίσκεται με μετάθεση από την Παραμυθιά στην Σπάρτη. Καλεί τότε όλη την οικογένεια σε συγγενείς στην Κόρινθο, για να περάσουν το Πάσχα στην ιδιοκτησία που θεωρούσε δική του. Δυστυχώς, και παρά την επίσκεψη όλης της οικογένειας τότε στο Σοφικό, ώστε τα παιδιά να γνωρίσουν για πρώτη φορά τον τόπο της καταγωγής τους, προέκυψαν πολλές και ποικίλες ενδοοικογενειακές διαφορές, με συνέπεια να μην γίνει δυνατή η εγκατάσταση που επιζητούσε, στην Κόρινθο, ή στο Σοφικό και άρχισε η αναζήτηση σπιτιού με νοίκι στην Αθήνα.

Εκεί αφού φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του συμπατριώτη του Κώστα Μανιαδάκη, που απουσίαζε στη Μικρά Ασία λόγω του πολέμου, τελικά, βρήκαν σπίτι στην Αθήνα όπου τα αγόρια γράφτηκαν στο 14ο Γυμνάσιο Αθηνών. Στο σπίτι, στην Αθήνα, ο Βασίλης Ιατρίδης ασχολήθηκε με την προετοιμασία του Μιλτιάδη, για τις εισαγωγικές εξετάσεις στην Σχολή Δοκίμων. Το 1921 επί πλέον είχε προετοιμάσει και προχώρησε στην επίσημη μεταδημότευση και εγγραφή του Μιλτιάδη Ιατρίδη στο Μητρώο αρρένων του Δήμου στο Σοφικό.

Τότε ο μέλλων πλοίαρχος - γιός του, ήταν 14- 15 ετών, όπου εκτός από το πιστοποιητικό του Δήμου Σολυγείας, υπέβαλε και το σχετικό απολυτήριο της τετάρτης τάξης του 14ου Γυμνασίου Αθηνών, και έγινε δεκτός μετά από εξετάσεις στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων.


Σχολή Ναυτικών Δοκίμων 1922




Ο πλοίαρχος Μιλτιάδης (Μίλτος ) Ιατρίδης.

Αποφοίτησε το 1925 σημαιοφόρος του τότε Πολεμικού Ναυτικού. Υπηρέτησε σε πολλές υπηρεσίες – θωρηκτά, ανεφοδιαστικά φάρων,και αντιτορπιλικά, μέχρι το 1923, όταν έγινε δεκτός στην υπηρεσία υποβρυχίων με το βαθμό του ανθυποπλοιάρχου. Η πρώτη του αίτηση είχε απορριφθεί και η δεύτερη έγινε δεκτή στο όριο, διότι αν προήγετο σε υποπλοίαρχο, δεν θα γινόταν δεκτός λόγω βαθμού.

Εκπαιδεύεται από τον αρχαιότερο, πλωτάρχη τότε, και μελλοντικό ήρωα των υποβρυχίων του πολέμου, Βασίλη Λάσκο. Μετά υπηρετεί ύπαρχος στο υποβρύχιο ΠΡΩΤΕΥΣ, κυβερνών ύπαρχος στο υποβρύχιο ΤΡΙΤΩΝ, και από τα τέλη του 1938 κυβερνήτης στον ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗ.

Τα υποβρύχια ο ΚΑΤΣΩΝΗΣ και ο ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ ήταν τα αρχαιότερα και ελαφρώς μικρότερα από τα υπόλοιπα τέσσερα του στόλου. Επίσης ότι όπως είχε δηλώσει ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου υποναύαρχος τότε Αλ. Σακελλαρίου: «Σε άλλο κράτος τα υποβρύχιά μας θα είχαν παροπλισθεί, λόγω παρελεύσεως πολλών ετών από τη ναυπήγησή τους τα έτη 1927 έως 1929. Αυτά όμως είχαμε και με αυτά θα πολεμούσαμε».

Στις εντατικές ασκήσεις που προηγήθηκαν του πολέμου ο ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ είχε διακριθεί ιδιαίτερα στις 22 Μάϊου του 1940, είχε πάρει το πρώτο βραβείο (επαμειβόμενο κύπελλο) στην αιφνιδιαστική εξόρμηση και βολή με το πυροβόλο. Σε 19 δευτερόλεπτα από τη στιγμή που αναδύθηκε από τα 20 μέτρα βάθος, κατόρθωσε να ρίξει την πρώτη βολή επί του στόχου. Ο πυροβολητής του υποβρυχίου έλαβε και άλλο βραβείο. Εξ ίσου προετοιμασμένο ήταν και το πλήρωμα διότι μέχρι τη κήρυξη του πολέμου είχαν εκσφενδονίσει 56 τορπίλες επί στόχων.

Ολόκληρη η ιστορία του πλοιάρχου περιλαμβάνεται στο βιβλίο που έχει συγγράψει ο συγγραφέας και ανιψιός του κ. Βασίλειος Ιατρίδης , με τίτλο ΑΠΟ ΤΟ ΒΥΘΟ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ.


Οι ένδοξες στιγμές του Ιατρίδη με το Υποβρύχιο ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ το χειμώνα του 1940


Το θρυλικό υποβρύχιο «Παπανικολής» που ναυπηγήθηκε στα γαλλικά ναυπηγεία της Νάντης το 1925 και αποπερατώθηκε στις 3 Νοεμβρίου 1927, μαζί με το υποβρύχιο «Κατσώνης». Οι κωδικοί τους ήταν «Υ-2» για τον «Παπανικολή» και «Υ-1» για τον «Κατσώνη».

Χειμώνας 1940. Η Ελλάδα πλέον εμπλέκεται ουσιαστικά στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο με μάχες να μαίνονται με τους Ιταλούς τόσο στα βουνά της Ηπείρου όσο και στη θάλασσα της Μεσογείου. Οι στρατιωτικές δυνάμεις των δύο χωρών είναι άνισες, με το ιταλικό ναυτικό να διαθέτει τον μεγαλύτερο στόλο των εμπόλεμων χωρών και το ελληνικό μόλις 5 υποβρύχια.

Παρά τη διαφορά ισχύος το ελληνικό υποβρύχιο «Παπανικολής» (το πρώτο που απέπλευσε την 28η Οκτωβρίου 1940) επιτίθεται Παραμονή Χριστουγέννων στην ιταλική νηοπομπή στην Αδριατική θάλασσα, κατορθώνοντας να βυθίσει τρία ιταλικά οπλιταγωγικά που μετέφεραν όπλα και πολεμοφόδια για τον ανεφοδιασμό των ιταλικών δυνάμεων.

Ας δούμε όμως τα γεγονότα όπως ο ίδιος ο Πλοίαρχος Ιατρίδης τα διηγήθηκε ένα βράδυ σχετικά με την αρχή του θρύλου του ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗ σε μια οικογενειακή συγκέντρωση τα Χριστούγεννα του 1959 και η οποία περιλαμβάνεται στην βιογραφία του ο συγγραφέας Βασίλης Ιατρίδης :

«Μια τέτοια νύχτα σαν απόψε βρισκόμουν στη δεύτερη πολεμική περιπολία. ΄Αποπλεύσαμε στις 22 προς 23 Δεκεμβρίου του 1940. Η πάντα παράξενη διαβίωση στο υποβρύχιο είχε γίνει ακόμα πιο αλλόκοτη στον πόλεμο, καθώς βρισκόμαστε μέσα σε εχθροκρατούμενα νερά. Σχεδόν πάντα σε κατάδυση. Πάντα στο σκοτάδι. Τα όρια της ημέρας και της νύχτας, κάτω κοντά στο βυθό είχαν καταργηθεί. Αναγκαζόμαστε να γυρίζουμε τα ρολόγια μας πότε 12 ώρες πίσω, πότε 6 ώρες μπρος, για να μπορούμε κατά κάποιο τρόπο να συνεχίζουμε το πρόγραμμα της εσωτερικής υπηρεσίας. Ώστε η πρωϊνή έγερσις γινόταν στις έξι το απόγεμα. Ρυθμίζαμε αντίστοιχα τις βάρδιες, για να μπορούν όλοι να πλυθούν, ν’ αλλάξουν, και να φάνε στις 9, όπως έλεγε το πρόγραμμα. Γενική επιθεώρηση προσωπικού και πλοίου, γυμνάσια και γυμνάσιο πες το της καθημερινής προετοιμασίας για τη μάχη.

Ο υποβρύχιος πόλεμος όπως και όλοι οι άλλοι πόλεμοι χωριζόταν σε μάχες τακτικές οι περισσότερες, μερικές στρατηγικές, που και πού μόνο, καμιά ‘’ρηκτική’’ μάχη, ώστε να κάναμε τον εχθρό να συλλογιστεί στ’ αλήθεια, πόσο καλύτερη θα ήταν η αποφυγή του πολέμου. Όσο για τις τακτικές μάχες, ετούτες ήταν οι καθημερινές με ό,τι χαλούσε τη γεύση και μας έκανε να βρίσκουμε ανούσια τα προγονικά μας φαγητά με βάση την παστή σαρδέλα, το σκουράντζο, τη γαλέτα…ψυγεία δεν είχαμε και τα μαρινάτα ψάρια, ή το σύγκλινο απαγορεύονταν γιατί ο μπελτές, το ξύγκι και ότι λίπος, ή αλάτι, χαλάγανε στην κατάδυση από τη μολυσμένη ατμόσφαιρα. Είχαμε συνέχεια και άλλη μάχη προς υπεράσπιση της όσφρησής μας από την ανθρωπίλα, που κυριαρχούσε μέσα στο σκάφος, όπου ζούσαμε στεγανά κλεισμένοι. Επόμενη μάχη δίναμε με την αφή που διαμαρτυρόταν με το γλύτσιασμα των χιτώνων, των λαδομπογιατισμένων τοιχομάτων και των μπρούτζινων σωλήνων. Πλήθος οι σωλήνες! Λες και ήταν μια κοιλιά γίγαντα που το κάθε της εντόσθιο έπρεπε να καλοκαθαριστεί και να’ ναι έτοιμο. Και όταν τέλειωναν αυτές οι μάχες άρχιζε η άλλη, η τακτική της ακροάσεως: - Όλα κράτει. Νεκρική σιγή τάφου! Μέχρι που ακούς το νερό να στενάζει γιατί το διαπερνά ετούτο το σιδερικό, που εμείς επιμέναμε να θεωρούμε υποβρύχιο.

Όταν δεν ακουγόταν τίποτα από μέσα τα καλά ακονισμένα αυτιά μας άκουγαν ότι άλλο τίποτα δεν ακουγόταν απ’ έξω, τέλειωνε και τούτο το βουβό κακό, για ν’ αρχίσει η άλλη μάχη με τα μάτια μας:

Εκ της ακροάσεως ουδέν

-Περισκοπικόν…

-Δώδεκα μοίρες…

-Αίρε περισκόπιον…

-Ορατότης μηδέν….

Και πως να μην είναι μηδέν αφού ήταν νύχτα, που τόσο επιζητούσαμε και με τόση λαχτάρα περιμέναμε για να μπορέσουμε να αναδυθούμε στην επιφάνεια χωρίς να μας δει ο εχθρός, ώστε να πετύχει το καρτέρι του θανάτου που σχεδιάζαμε.

Ανάδυση – Επιφάνεια. Επί τέλους στον καθαρό αέρα της Αδριατικής. Ξαφνικά φωτίζεται η θάλασσα από το προδοτικό φεγγάρι που ανατέλλει. Εμφανίζεται η επιφάνεια σαν ασημένιος δίσκος και ήρεμη αρυτίδωτη, σαν τοπίο ναπολιτάνικης βαρκαρόλας. Βρισκόμαστε λίγο πιο έξω από το Μπάρι. Τελευταία ελπίδα η φωτοθολούρα από υδρατμούς, που αναδύεται από την επιφάνεια καθώς ανεβαίνει το φεγγάρι. Δίκοπο μαχαίρι όμως, διότι ούτε εκείνοι θα μας έβλεπαν ούτε και εμείς. Και σαν να μην έφτανε έχουμε και το μονότονο τακ-τοκ-μπουμ της ρυθμικής ντήζελ του υποβρυχίου, που με τη βοήθεια της, στην επιφάνεια, τώρα, φορτίζουμε τους συσσωρευτές μας. Κι αν δεν μας δουν θα μας ακούσουν με αυτό τον θόρυβο.

Ακολουθούν διαταγές από τον πυργίσκο του υποβρυχίου:

Συνεχίσατε: Ο οπτήρας διακόπτει ξαφνικά: Πράσινον δέκα…ύποπτον αντικείμενον

Ο πυργίσκος: Κράτει η φόρτιση. Κράτει …είπα! Που να πάρει ο διάολος είπα ΚΡΑΤΕΙ!

Απάντηση εκ των ένδον: Φόρτιση κρατείται. Αθόρυβη πρόωση δια ηλεκτροκινητήρων.

Κράτει ΟΛΑ! Ο πυργίσκος.

Τίποτα όμως πάλι το τακ-τοκ- μπουμ ακούγεται πιο έντονα. Και να κάτι σαν σκιάχτρο μαύρο με απλωμένα πανιά σαν πελώριες φτερούγες νυχτερίδας εμφανίζεται μια καϊκάρα τουλάχιστον 250 τόννων, μας ζυγώνει, ξεφυσώντας με εκείνο το θόρυβο τοκ- τακ- μπουμ.

Ο πυργίσκος: Κράτει δέκα μοίρες δεξιότερα. Πρόσω ένα και δύο. Ο πηδαλιούχος του ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗ πάνω στον πυργίσκο τώρα κρατά στο πλευρό του καικιού, το πυροβόλο οπλισμένο και έτοιμο. Καθώς όμως πλησιάζουμε αφήνω κατά μέρος την ανωφελή τακτική του πολέμου και προτιμώ να χρησιμοποιήσω τα ιταλικά του Κερκυραίου ναύτη μας.

Sei di barco, qui controlο!


Πλήρωμα Υ/Β Παπανικολής 1940

Μας πήραν για δικούς τους. Μπήκανε στην βάρκα που σέρνανε πίσω τους και ήρθαν στο υποβρύχιο όπου προς μεγάλη κατάπληξή τους βρέθηκαν αιχμάλωτοι.

Η ΑΝΤΟΝΙΕΤΤΑ (και όχι Αντουανέττα όπως εσφαλμένα αναφέρεται σε πολλά βιβλία) 250 τόννων επίτακτο πετρελαιοκίνητο, κουβαλούσε σανό και τροφές για άλογα, πετρελαιο-αντλίες για αποξήρανση των χαρακωμάτων στην Αλβανία και πολλά άλλα που με τον καιρό μάθαμε τι ήταν.

Πολεμικό υλικό μετέφερε το εχθρικό καράβι και …Ω της δικής μας κατάπληξης και αγνοίας, πλήρωμα φιλειρηνικώτατο, από έξι ναυτικούς, που εν ονόματι του πολέμου επιτηρούσαν δυο μελανοχίτωνες- φασίστες.

Με το καλό, την πονηριά, την πειθώ πήραμε ότι μας αρκούσε: Πληροφορίες για την μεραρχία που ετοιμαζόταν να μπαρκάρει και να ξεκινήσει νηοπομπή από το Μπρίντιζι για Αυλώνα. Σχεδιαγράμματα του πλου των επομένων νηοπομπών, από διάφορα ιταλικά λιμάνια της Αδριατικής προς Δυρράχιο και Αυλώνα στην Αλβανία. Και πλήθος άλλων εμπιστευτικών εγγράφων. Πήραμε και μια μπρούτζινη καμπάνα με το όνομα Antonietta χαραγμένο σαν πολεμικό τρόπαιο και ανάμνηση που χαρίστηκαν στο καταδρομικό ΕΛΛΗ και που ξαναδωρήθηκε σε ανάξια χέρια που την κατέχουν ακόμα σήμερα.

Δοκιμάσαμε να βυθίσουμε την ΑΝΤΟΝΙΕΤΤΑ με εμβολισμό. Μπατάρισε λίγο μόνο. Τότε για να μην γίνει ζημιά στο υποβρύχιο βάλαμε φωτιά. Ποτίσαμε τις τροφές των αλόγων με όσο πετρέλαιο είχε το καίκι, ρυμουλκήσαμε τη βάρκα λίγο πιο πέρα και μετά την βυθίσαμε ώστε να φανεί ότι το πετρελαιοκίνητο βυθίστηκε και το πλήρωμα την χρησιμοποίησε για να διασωθεί.

Μάρτυρας της φωτιάς το υποβρύχιο ΤΡΙΤΩΝ ,που επέστρεφε από περιπολία στην Αδριατική. Και αργότερα από περισκοπική παρατήρηση δυο εχθρικά τορπιλοβόλα που έκοβαν βόλτες γύρω από το φλεγόμενο καίκι, σαν να απορούσαν από την μάχη του νερού με τη φωτιά, που τους παρουσίαζε αυτός ο πόλεμος.

Μα κι΄εμείς, απορούσαμε για το πόσο εύκολα κάναμε κάτι. Σαν άντρες γεννήσαμε ένα παιδί, ένα θρύλο, με ένα πυροτέχνημα».

Εδώ τελειώνει η διήγηση του πλοιάρχου.

Η αναφορά του κυβερνήτη αναφέρει ότι εκ της ακροάσεως βεβαιώθηκαν τρεις εκρήξεις. Αμφισβήτείται η βύθιση τριών πλοίων. Σύμφωνα με ποικίλα στοιχεία επιβεβαιώνεται μόνο η βύθιση του μεταγωγικού FIRENZE 3.256 τόννων, που μετέφερε τμήμα μιας μεραρχίας στην Αλβανία. Το θέμα αποτελεί αντικείμενο μελέτης από ειδικούς για να διαπιστωθεί αν οι υπόλοιπες τρεις εκρήξεις προήλθαν από βυθίσεις πλοίων, ή από εκρήξεις, που ακολούθησαν την βύθιση του FIRENZE. Ερευνάται επίσης η αναφορά σε άλλες εκρήξεις που ακολούθησαν τις τρεις πρώτες.

Το Αριστείον Ανδρείας και η μετέπειτα δράση του ΙΑΤΡΙΔΗ και του Υ/Β ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ

Η πατρίδα του απένειμε το Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας, που ήταν και το πρώτο που απονεμήθηκε σε αξιωματικό του Ναυτικού στον ΒΠΠ.

Η επ’ ανδραγαθία προαγωγή στον επόμενο βαθμό μάλλον αντίθετα του επιδιωκομένου σκοπού προκάλεσε, παρά τις αντιλήψεις των τότε Αρχηγών του Ναυτικού και της Κυβέρνησης, που όλοι ευθύνονται για το αποτέλεσμα. Και μάλιστα διαφωνούντος και του πλοιάρχου για τις διακρίσεις αυτές σύμφωνα και με τον συγγραφέα.

Στις 22 Ιανουαρίου του 1941 ακολούθησε τορπιλισμός μεγάλου φορτηγού που δεν έχει επιβεβαιωθεί, παρά την ευνοϊκότατη έκθεση του Βρετανού εκπαιδευτού των πληρωμάτων των ελληνικών υποβρυχίων, αντιπλοιάρχου Henry Baker, του βασιλικού βρετανικού Ναυτικού. Και αυτός ο τορπιλισμός ερευνάται πρόσφατα.

Τέλος σε αντίστοιχα ιστολόγια του διαδικτύου αναφέρεται σαν βυθισθέν από τον ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗ ένα άλλο ιστιοφόρο με το όνομα SAN ROCO, που παραμένει ανεπιβεβαίωτο

Εν συντομία ο ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ συνεχίζοντας τη δράση του το πρώτο εξάμηνο του 1941, βοήθησε το αντιτορπιλικό Β. ΟΛΓΑ όπου επέβαινε ο Αρχηγός του Στόλου, να απεμπλακεί από τα ανθυποβρυχιακά δίκτυα του λιμανιού στη Σούδα, κατά τη διάρκεια γερμανικών βομβαρδισμών, όταν ο στόλος έπλεε προς την Αλεξάνδρεια.

Η τελευταία περιπολία του ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗ με κυβερνήτη τον Μίλτο Ιατρίδη πραγματοποιήθηκε από την Αλεξάνδρεια τον Ιούλιο του 1941 προς τα Δωδεκάνησα, Καστελόριζο και τα Τουρκικά παράλια, η διάρκεια της ήταν η μεγαλύτερη ποτέ, 18 ημέρες.

Ακολούθησαν οι τοποθετήσεις του στην Βάση του Ναυτικού στο Σουέζ, στην Ναυτική Βάση στην Βηρυτό. Μετά τοποθετείται Κυβερνήτης του νέου αντιτορπιλικού ΜΙΑΟΥΛΗΣ με μετεκπαίδευση στην Βρετανία, στον νέο τύπο αυτών των αντιτορπιλικών συνοδείας. Ο ΜΙΑΟΥΛΗΣ ήταν το πρώτο ελληνικό πολεμικό, που πέρασε την βομβαρδιζόμενη από γερμανικά στούκας Μεσόγειο και το στενό της Μεσσήνης το 1942. Δράση για την οποία δέχθηκε την ευαρέσκεια του Βρετανού Ναύαρχου Διοικητού της Δυτικής Μεσογείου.

Ακολούθως διορίσθηκε και πάλι ως διοικητής της Βάσεως της Βηρυτού για να μετατεθεί στην Μάλτα το 1944 ως αρχιεπιστολέας, του Διοικητού της Βάσης των ελληνικών υποβρυχίων εκεί.

Αμέσως μετά το 1944 επί κεφαλής μοίρας με το αντιτορπιλικό ΑΕΤΟΣ εγκαταστάθηκε στην Μυτιλήνη, καθώς συμμετείχε στην απελευθέρωση των νησιών του ΒΑ Αιγαίου, διοικητής της Ναυτικής Βάσης στην Μυτιλήνη.

Από τη Μυτιλήνη μετατέθηκε ως Διοικητής της Σχολής Τορπιλών και Ανθυποβρυχιακής Αμύνης στον Σκαραμαγκά.

Από εκεί τοποθετείται Αρχηγός μοίρας αντιτορπιλικών από το 1946 και το 1947.Τότε στα τέλη Νοεμβρίου του 1947, τοποθετείται διοικητής της Ναυτικής Σχολής Πολέμου για να καταλήξει από τα τέλη Φεβρουαρίου του 1949, στην Ιταλία, ως πλοίαρχος ειδικός ακόλουθος της Ελληνικής Πρεσβείας στη Ρώμη με έργο και καθήκοντα την επισκευή και παραλαβή του καταδρομικού ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΤΗΣ ΣΑΒΟΙΑΣ, που θα μετονομαζόταν ΕΛΛΗ, όταν θα μας το παρέδιδαν οι Ιταλοί, στο πλαίσιο των αποζημιώσεων του πολέμου που μας όφειλαν. Από τη θέση αυτή αποστρατεύτηκε το Δεκέμβριο του 1952.

Στα τελευταία εφτά χρόνια της ζωής του 1953 – 1960 υπηρετεί στο Εμπορικό Ναυτικό, οπού άρχισε σαν δεύτερος στα επιβατικά πλοία και μετά κυβερνήτης στα ΛΙΜΠΕΡΤΥ, τελειώνοντας το 1959 στα πρώτα μεγάλα τάνκερ του ΩΝΑΣΗ. Τότε δεν παραλείπει να αναζητήσει από τον Κόρφο επίνειο του Σοφικού, ειδικευμένους με ναυτικό φυλλάδιο για να τους χρησιμοποιήσει στα εμπορικά πλοία που κυβερνούσε.

Το τέλος του Πλοίαρχου Ιατρίδη

Από ότι είχε εξοικονομήσει από το Εμπορικό Ναυτικό ο πλοίαρχος Ιατρίδης είχε σχεδιάσει να ζήσει στο κτήμα του στο 62ο χιλιόμετρο της παλαιά εθνικής οδού Αθηνών – Κορίνθου. Το σπίτι του τελείωνε και εκείνος συνήθως βρισκόταν εκεί. Εκτός από διάφορες υποχρεώσεις που είχε στην Αθήνα.

Ας δούμε τα γεγονότα όπως τα διηγείται ο ίδιος ο ανιψιός του και συγγραφέας της βιογραφίας του κ. Βασίλης Ιατρίδης:

«Ήταν 12 Φεβρουαρίου του 1960, αργά, όταν γύρισα αργά στο πατρικό μου διαμέρισμα στην Αθήνα. Είδα φώτα στο καθιστικό και ανοίγοντας την πόρτα αντικρίζω τον πατέρα μου (αδερφό του) στο τηλέφωνο και τον ακούω να λέει: «Ναι στο Τζάνειο… πότε; Καλύτερα να ειδοποιήσω τους δικούς του και να έρθω στο Ναυτικό Νοσοκομείο αφού θα τον μεταφέρετε τώρα… καλά γιατρέ έρχομαι…

«Τί τρέχει; Τι έγινε;» ρωτάω

«Ο Μίλτος τρακάρισε στον Πειραιά και τον μεταφέρουν στο Τζάνειο. Ειδοποιήσα όμως το Ναυτικό Νοσοκομείο ασπ’ όπου έστειλαν ασθενοφόρο να τον πάρει. Ο πλοίαρχος γιατρός – διευθυντής -είναι φίλος του και θα κάνει το καλύτερο. Πάμε.»

Φτάσαμε σε μισή ώρα και ο Μίλτος ήταν στο χειρουργείο. Στις εφτά το πρωί βγήκε ναρκωμένος ακόμη και από κάτι μισόλογα που μας είπε ο Πλοίαρχος – γιατρός, η κατάσταση δεν φαινόταν αισιόδοξη και θα έπρεπε να περιμένουμε τουλάχιστον 48 ώρες να δούμε πως θα αντιδρούσε ο οργανισμός του.

Δεν υπάρχει λόγος να αναφερθούν λεπτομερειακά όλες οι ώρες την αγωνίας της οικογένειας αλλά και δεκάδων φίλων του, που άρχισαν να συρρέουν στο Ναυτικό νοσοκομείο κοντά δέκα μέρες.

Την τελευταία φορά που τον είδα ξαπλωμένο στο κρεβάτι μου έδειξε το ταβάνι με τον αντίχειρά του και μου λέει:

«Πάω εκεί ψηλά..»

«Μα τί είναι αυτά που λές» του απάντησα ταραγμένος

«Δεν βλέπεις;» απαντάει, «Τα δάχτυλά μου είναι μελιτζανί και μωβ, αυτό σημαίνει ότι στερούνται οξυγόνου και έτσι σιγά, σιγά θα …φουσκώσω και θα ανέβω…

«Καλά, απάντησα, θα σε δω αύριο. Πρέπει να φύγω τώρα γιατί περιμένουν να σε δουν τρεις ναύαρχοι.»

«Πες τους , μου λέει, να βιαστούν να με δουν διότι θα με χάσουν…»

Μια τσακισμένη ορθωμένη ράγια του τραμ, έξω από το σταθμό του ηλεκτρικού προς το λιμάνι, υπόλειμμα ενός οδοφράγματος των Δεκεμβριανών στον Πειραιά ,είχε παραμείνει στη θέση εκείνη έως το 1960. Σ’ αυτήν, αόρατη μέσα στο σκοτάδι, προσέκρουσε το Hilman Hunter που οδηγούσε ο πλοίαρχος, καθώς πήγαινε προς το Σχιστό, για να βγεί στην Αθηνών Κορίνθου, από τον Σκαραμαγκά.

Το 1960 ούτε τα αυτοκίνητα ήταν εξοπλισμένα από πλευράς ασφάλειας όπως τα σημερινά, ούτε και η ιατρική είχε φτάσει στη σημερινή της εξέλιξη και οι δυο αυτοί παράγοντες συνέβαλαν στην αναχώρηση του Μίλτου από τα εγκόσμια στην ηλικία των 54 ετών».

Τα βάθη της Αδριατικής, η Μεσόγειος, η Βόρεια θάλασσα του Ατλαντικού στη διάρκεια του πολέμου, η Θάλασσα της Κίνας, ο Νότιος Ατλαντικός, ο Ειρηνικός και ο Ινδικός ωκεανοί στη διάρκεια της ειρήνης, δεν είχαν καταφέρει να τον σταματήσουν και πάντα προχωρούσε πάνω ή κάτω από την επιφάνειά τους. Ήταν αρκετή όμως μια τσαλακωμένη ράγα του τραμ στον Πειραιά για να σταματήσει την πορεία του ενώ είχε ακόμα πάμπολλα να δώσει.

Πέθανε στις 18 Φεβρουαρίου και η κηδεία του έγινε στις 19 Φεβρουαρίου 1960 στο Α΄Νεκροταφείο Αθηνών.

Αποδόθηκαν οι δέουσες τιμές από εκπρόσωπο του Βασιλιά, σαν αρχηγό κράτους και από το σύνολο σχεδόν του Ναυτικού παντός βαθμού και αξιώματος .

Αναμφισβήτητα από την εποχή του μέχρι σήμερα η Ελλάδα άλλαξε πολύ, προόδευσε, γνώρισε την μεγαλύτερη περίοδο ειρήνης στην σύγχρονη ιστορία της. Καθήκον όμως μας είναι να μεταλαμπαδεύσουμε στις νεότερες γενιές, και στις γενιές που έρχονται, τα ιδανικά και τις αξίες που μας άφησε παρακαταθήκη ο Πλοίαρχος Μίλτων Ιατρίδης.

Παρά τις αλλαγές των καιρών το μήνυμα του, ένα μήνυμα προσφοράς και θάρρους παραμένει ζωντανό. Μας δείχνει πώς με δύναμη ψυχής και καθαρότητα μυαλού μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις δικές μας προκλήσεις. Να δώσουμε τους δικούς μας αγώνες. Αιωνία του η μνήμη.

«Όλβιος όστις ιστορίης έσχεν μάθησιν». Ευριπίδης

*Ευχαριστούμε θερμά τον κ. Βασίλειο Ιατρίδη για το πραγματολογικό υλικό που ευγενώς μας παραχώρησε και για την άδεια του να δημοσιεύσουμε μέρος της βιογραφίας του Πλοιάρχου Μίλτωνα Ιατρίδη.

*Ο κ. Αναστάσιος Λυμπερίου είναι Οικονομολόγος, Διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου
Κατηγορία: ΙΣΤΟΡΙΚΑ, ΚΟΡΙΝΘΟΣ, ΠΡΟΣΩΠΑ, ΤΟΠΙΚΑ

Οι Κορίνθιοι Οπλαρχηγοί και Καπεταναίοι του 1821

0



*του Δρ. Αν. Λυμπερίου

Το 1821, η σπίθα της Ελληνικής Επανάστασης έχει ήδη ανάψει. Από τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην Πελοπόννησο, δεν θα μπορούσε να εκλείψει η ειδική αναφορά στην πολύ σημαντική συμβολή των Κορίνθιων Οπλαρχηγών και Καπεταναίων στην αποτίναξη του Τουρκικού ζυγού. Ήδη, από τις πρώτες κιόλας ημέρες με άφταστη αγωνιστική διάθεση και πάρα τις επιφυλάξεις των προυχόντων έως και το Ιστορικό Πρωτόκολλο του Λονδίνου στις 22 Ιανουαρίου του 1830 και την Ανεξαρτησία της Ελλάδας, χιλιάδες Κορίνθιοι οπλαρχηγοί, καπεταναίοι και στρατιώτες αγωνίστηκαν και πολλοί έπεσαν με ηρωισμό και γενναιότητα στο Βωμό της Ελευθέριας για την Πίστη και για την Πατρίδα.

Μέσα από αυτή την μικρή ιστορική Έρευνα θελήσαμε ως ελάχιστο φόρο τιμής να αναδείξουμε τον Αγώνα και τη θυσία των συμπατριωτών μας δημιουργώντας το παρακάτω ονομαστικό κατάλογο των στρατηγών, οπλαρχηγών, καπεταναίων και μικροκαπεταναίων της Κορινθίας και της ευρύτερης περιοχής:

1. Ιωάννης Νοταράς

2. Παναγιώτης Νοταράς

3. Γεωργάκης Λύκος Χελιώτης

4. Νικόλαος Οικονόμου-Γκούρας

5. Χατζηγιάννης Μερτζέλλος Σοφικίτης

6. Παπανίκας Γεώργιος

7. Παπα-Πιτσούνης Θανάσης

8. Χρήστος Ζαχολίτης

9. Παναγιωτάκης Γεραρής

10. Γιώργης Δανόπουλος

11. Γεωργάκης Δασκαλόπουλος

12. Γιαννάκης Γιουρούκος

13. Φίλης Γιούρούκος

14. Χρήστος Γκίνης

15. Βασίλης Γκουριώτης

16. Νικολής Γκουριώτης

17. Παναγής Φιλιωτης-Δανόπουλος

18. Αποστόλης Διαμαντόπουλος

19. Βασίλης Ειρήνης Αγγελοκαστρίτης

20. Θανάσης Ζάβας

21. Γιάννης Κορδής-Κορδογιαννόπουλος

22. Σπύρος Κοτζάνας

23. Αναγνώστης Κονταργύρης

24. Κωνσταντής Κλημεντίτης

25. Γιώργος Καραχάλιος

26. Γιώργης Κουρής

27. Σταύρος Κόντος

28. Παναγιωτάκης Λιναρδόπουλος

29. Γιωργης Λογοθέτης

30. Γιάννης Μαμωνάς

31. Μήτρος Μάρας

32. Γιάννης Μακρής

33. Μούλος Παναγιώτης

34. Ανάστασης και Θανάσης

35. Αναγνώστης Μπελίτσης

36. Αντώνης Μωσαίτης

37. Γιώργης Ντεντόπουλος

38. Παναγής Ξαρχούλης

39. Αναστάσης Ξύγκας

40. Γεωργής Παπαδόπουλος

41. Ασημάκης Πλατής

42. Θανάσης Σακελλάριος

43. Γιάννης Σπανός

44. Γιάννακης Σωτηρόπουλος Τρικαλίτης

45. Δημήτρης Τσεπετζής( Κεπέτζης)

46. Γιαννάκης Τρικαλίτης

47. Κωνσταντής Τσολακόπουλος

48. Μήτρος Φάμας

49. Γιώργης Φεναίτης

50. Κοντογιάννης

51. Ζαφείρης Χατζη Ζαχαρίας

52. Δήμος Αντωνίου Καπετάνιος

53. Χατζηβασιλειου

54. Χατζή Μελέτης Ράτης

55. Αναγνώστης Στέφας

56.Μιχαήλ Ανάργυρος Σοφικίτης

57. Αθανάσιος Μουλέ Καστανιώτης

58.Παναγιώτης Ντούκε Κορίνθιος

59. Δημήτριος Γεωργόπουλος Καρυώτης

60. Αναγνώστης Παπαργύρης Πιαδίτης

61.Γιάννης Κοντόθανασης Αγινορίτης

62. Αναστάση Δελεβέζη Λιμνιάτης

63.Αναγνώστης Μπελίκης Ντουσαίτης

64,. Χρίστος Παναγιώτου Ζαχολίτης

65.Στάθης Βασιλείου Γκουριώτης

66. Γιάννης Γκότζης Σοφικίτης

67. Γιαννάκης Καρνεσιώτης




Από το Αρχείο της Ελληνικής Παλιγγενεσίας. Βουλή των Ελλήνων.
Η επικύρωση των στρατιωτικών προαγωγών της επαρχίας Κορινθίας την 9η Απριλίου 1823.

Σημειώνουμε ωστόσο ότι τα στοιχεία των αγωνιστών τελούν υπό διόρθωση - επικαιροποίηση που ανανεώνονται συνεχώς.
Παρακαλούμε για την κατανόησή σας για τυχόν λάθη αλλά και παραλείψεις αγωνιστών που δυστυχώς δεν έχουν καταγράφει. Σημαντικός και καθοριστικός ήταν ο ρόλος τόσο κατά τη προετοιμασία όσο και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης των Κορίνθιων κληρικών αρχιερέων, ηγουμένων Μοναστηριών και καλογέρων για το όποιο θα αφιερώσουμε ειδική αρθογραφία για το θέμα.

“Ο ιερός τη πατρίδος έρως εμφωλεύει εις την καρδίαν, και η καρδία δεν γηράσκει ποτέ.”

*Ο κ. Αναστάσιος Λυμπερίου είναι Οικονομολόγος, Διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου. Στην έρευνα με βοήθησε και ο υιός μου Δημήτρης Λυμπερίου.
Κατηγορία: ΙΣΤΟΡΙΚΑ, ΛΥΜΠΕΡΙΟΥ Α.

Η τραγωδία των Καλαβρύτων: Έγκλημα αντιποίνων για τη δολοφονία Γερμανών αιχμαλώτων από τον ΕΛΑΣ

0



"Η Τραγωδία των Καλαβρύτων: Έγκλημα Αντιποίνων για τη Δολοφονία των Γερμανών Αιχμαλώτων από τον ΕΛΑΣ, χωρίς Συμμετοχή Οργανωμένων Ελλήνων".

Ιωάννης Κ. Μπουγάς*

[Η χρονολογική εξέλιξη των γεγονότων, οι διαταγές του Γερμανού στρατηγού στρατιωτικού διοικητή Πελοποννήσου, και η αλλαγή δράσης των Γερμανών αξιωματικών διοικητών επί μέρους τομέων, σαφώς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η μαζική δολοφονία στα Καλάβρυτα και στα άλλα χωριά της επαρχίας, αποφασίσθηκε μετά την δολοφονία των Γερμανών αιχμαλώτων από τον ΕΛΑΣ στις 7 Δεκεμβρίου 1943. Στην Τραγωδία των Καλαβρύτων δεν συμμετείχαν οργανωμένοι Έλληνες από μονάδες Ταγμάτων Ασφαλείας. Οι ισχυρισμοί περι συμμετοχής είναι προπαγάνδα και δεν ανταποκρίνονται στην ιστορική πραγματικότητα]. 

Τα γεγονότα που κατέληξαν στη μαζική δολοφονία εκατοντάδων Καλαβρυτινών και κατοίκων χωριών της Επαρχίας Καλαβρύτων, την καταστροφή 3 ιστορικών Μονών, δεκάδων οικισμών και τη λεηλασία και εμπρησμό τουλάχιστον 1000 οικιών, ξεκίνησαν στις 16-17 Οκτωβρίου 1943. Ένα Γερμανικό απόσπασμα 97 ανδρών υπό τον λοχαγό Otto Hans Schober που ξεκίνησε στις 16 Οκτωβρίου από το Αίγιο, έπεσε σε ενέδρα του ΕΛΑΣ μεταξύ Κερπινής και Ρωγών. Την επομένη, 17 Οκτωβρίου, ο λοχαγός και 81 στρατιώτες, μεταξύ των οποίων ήταν και 4 βαριά τραυματίες, παραδόθηκαν. Στη μάχη είχαν σκοτωθεί 4 Γερμανοί και 11 είχαν διαφύγει. Ο ένας τραυματίας έμεινε στο σπίτι του ιατρού της Κερπινής και επέζησε.

Οι άνδρες του ΕΛΑΣ οδήγησαν τους 81 αιχμαλώτους στα Καλάβρυτα όπου έμειναν μιά νύχτα. Την επομένη, αφού άφησαν τους 3 τραυματίες στο εκεί πρόχειρο νοσοκομείο του ΕΛΑΣ, πήγαν τους υπόλοιπους 78 στο χωριό Μαζέϊκα, όπου κρατήθηκαν μέχρι τις 5 Δεκεμβρίου 1943.

Τους 3 τραυματίες, τους πήραν άνδρες της ΟΠΛΑ Καλαβρύτων και τους πήγαν έξω από την πόλη, όπου τους βασάνισαν και στο τέλος τους δολοφόνησαν «με κτυπήματα στο κεφάλι με αμβλύ όργανο, πιθανώς με κασμά1». Οι νεκροί ρίχτηκαν σε ένα ξεροπήγαδο των λιγνιτωρυχείων «Ξυδιάς». Τις επόμενες ημέρες ο ιερέας των Καλαβρύτων τους ανέσυρε και τους έθαψε στο νεκροταφείο της πόλεως.
Όταν έγινε η ενέδρα στην Κερπινή, ο σκληρός Γερμανός στρατηγός Πελοποννήσου Carl Von Le Souir έλειπε με άδεια στη Γερμανία. Στις 22-23 Οκτωβρίου, ο προϊστάμενός του Γερμανός στρατηγός Felmy διέταξε ως αντίποινα τη σύλληψη 3.000 ομήρων , ανδρών 15-60 ετών. Οι όμηροι συνελήφθησαν στις πόλεις Σπάρτη (270), Καλαμάτα (1100), Πάτρα (1500), Τρίπολη (120) και Μεγαλόπολη (50). Επί πλέον, μεταξύ 25 Οκτωβρίου και 20 Νοεμβρίου περίπου, έγιναν πολλές απόπειρες διαπραγματεύσεων μεταξύ των Γερμανών και του ΕΛΑΣ με ενδιαμέσους τον μητροπολίτη Αιγιαλείας & Καλαβρύτων Θεόκλητο και τον αρχιμανδρίτη Κωνστάντιο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. 

Ο στρατηγός Carl Von Le Souir επέστρεψε στην Πελοπόννησο στις 21 Νοεμβρίου και τα γεγονότα άρχισαν να τρέχουν. Στις 25 Νοεμβρίου ξεκίνησε την «ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ» (UNTERNEHMEN KALAWRITA) με τους παρακάτω στόχους:

• «Εξόντωση των συμμοριών πού βρίσκονται στην περιοχή Πατρών-Μαζέϊκων-Καλαβρύτων-Τρυπών»,
• «Έρευνα των χωρίων για την ανακάλυψη κομμουνιστών, όπλων και υλικών προπαγάνδας» και
• «Αναζήτηση των αιχμαλώτων στρατιωτών του 5ου λόχου του 749 συντάγματος καταδρομών πού αιχμαλωτίστηκαν κοντά στους Ρωγούς στις 18 Οκτωβρίου, και επιβολή αντίστοιχων αντιποίνων».
Εδώ γίνεται η πρώτη σαφής αναφορά σε αντίποινα. Σύμφωνα με την πολιτική του στρατηγού Le Souir προβλεπόταν «εκτέλεση ενόπλων ανταρτών και καταστροφή οικιών ή άλλων κτισμάτων στα οποία ανευρίσκονταν αντάρτες, όπλα ή προκηρύξεις». Εκτελέσεις αμάχων προβλέπονταν μόνον αν οι Γερμανοί δέχονταν πυρά από κάποιο χωριό. Τότε, «το χωριό θα επυρπολείτο και οι άνδρες του θα εκτελούνταν». Αυτό ακριβώς συνέβη στο χωριό Παγκράτι στις 5 Δεκεμβρίου. Γερμανική μονάδα δέχτηκε πυροβολισμούς από το χωριό και ένας στρατιώτης έπεσε νεκρός. Σε αντίποινα, οι Γερμανοί δολοφόνησαν 7 αμάχους και έκαψαν όσα σπίτια του χωριού δεν είχαν κάψει νωρίτερα οι Ιταλοί για άλλη ενέδρα.

Ενώ Γερμανικές μονάδες, που συμμετείχαν στην επιχείρηση «ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ», από Πάτρα, Αίγιο, Πύργο, Μεγαλόπολη, Τρίπολη και Κόρινθο, είχαν αρχίσει να κινούνται προς την Επαρχία Καλαβρύτων, οι υπεύθυνοι του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΚΚΕ Πελοποννήσου αποφάσισαν τη δολοφονία των Γερμανών αιχμαλώτων. Βέβαια, στη διαταγή για την εκτέλεση αναφέρουν ότι έγινε ως αντίποινα για την δολοφονία των 118 στο Μονοδένδρι από τους Γερμανούς, που έγινε στις 25 Νοεμβρίου με διαταγή του στρατηγού Carl Von Le Souir ως αντίποινα για νεκρούς Γερμανούς σε ενέδρες του ΕΛΑΣ στον δρόμο Τρίπολης –Σπάρτης-Γυθείου.
Ἡ διαταγή για την εκτέλεση των Γερμανών2.

ΕΛΑΣ, ΙΙΙ Μεραρχία Πελ/νήσου Σ.Δ., Ι Ἐπιτελικόν Γραφεῖον, 04.12.1943,
Προς το Φρουραρχείο Μαζέϊκων, Αριθ.. Πρωτ. 11784
Εις απάντησιν των υπό των Γερμανών εκτελεσθέντων αθώων πολιτών (σ.σ. Εδώ υπονοείται η εκτέλεση τῶν 118 αμάχων πατριωτών στο Μονοδένδρι τήν 25η Νοεμβρίου 1943),
Εντελλόμεθα
Όπως εκ του στρατοπέδου αιχμαλώτων [Μαζέϊκων] [δια]χωρίσετε άπαντας τούς Γερμανούς, [αξιωματικούς], υπαξιωματικούς και στρατιώτες, από τούς τοιούτους των άλλων εθνικοτήτων και εκτελέσετε αυτούς. Φροντίσατε ίνα μη γίνη αντιληπτή η ενέργειά σας αύτη αφ ̓ ενός μεν εκ μέρους των υπολοίπων κρατουμένων στρατιωτών, εις τούς οποίους πρέπει να μείνει η εντύπωσις ότι οι υπό εκτέλεσιν πρόκειται να μεταφερθούν εις άλλο μέρος, όσο και εκ μέρους των πολιτών. 

Αναφέρατε εκτέλεσιν παρούσης.
Αλέξανδρος (σ.σ. Κασσάνδρας) – Μίχος -Αχιλλέας (σ.σ. Μπλάνας)
Ακριβές Αντίγραφο, Τ.Δ. Πότης (σ.σ. Ματζουράνης)

Η διαταγή δημοσιεύθηκε πρώτη φορά το 1975 και δεν διαψεύσθηκε ποτέ. Είτε αυτός ήταν ο λόγος, δηλαδή αντίποινα για το Μονοδένδρι, ή επειδή είχαν πληροφορηθεί την «ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ» των Γερμανών, οι ηγέτες του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ ΚΚΕ αποφάσισαν να δολοφονήσουν τους Γερμανούς αιχμαλώτους χωρίς να υπολογίζουν τις συνέπειες στον τοπικό πληθυσμό!
Εν τω μεταξύ οι Γερμανοί αιχμάλωτοι είχαν μεταφερθεί από τα Μαζέικα στο χωριό Μάζι του Χελμού. Από εκεί, το απόγευμα της 7ης Δεκεμβρίου 1943, μια Διμοιρία του ΕΛΑΣ Αρκαδίας υπό τον Κώστα Σταυρόπουλο (καπετάν Καλαμάτα) από τη Μεσσηνία, τους οδήγησε ανατολικά από το Μάζι στις πλαγιές του Χελμού. Φεύγοντας από το Μάζι, οι Αλσατοί ήταν οι μόνοι ελεύθεροι, ἐνω όλοι οἱ άλλοι ήταν δεμένοι ανά δύο στά χέρια καί πολλοί καί στά πόδια. Η ομάδα των Αλσατών προχωρούσαν τελευταίοι. Αυτά, σύμφωνα μέ τόν επιζήσαντα Αλσατό Walter.
Μετά από πορεία 2-3 ωρών καί ενώ είχε αρχίσει νά σκοτεινιάζει, είχαν φθάσει στήν τοποθεσία Μαγέρου, στήν πλαγιά του Χελμού. Εκεί υπήρχε ένα μικρό πλάτωμα, επάνω από ένα γκρεμό βάθους γύρω στά 80-100 μέτρα. Καθώς έφθαναν μία-μία οι ομάδες των αιχμαλώτων, όπως ήταν δεμένοι, οι αντάρτες τούς έσπρωχναν καί τούς έριχναν στόν γκρεμό. Όταν ακούστηκαν κραυγές καί οι αιχμάλωτοι άρχισαν νά αντιδρούν, οι αντάρτες άνοιξαν πυρ καί δολοφόνησαν τούς υπόλοιπους. Στή συνέχεια πέταξαν καί αυτούς στόν γκρεμό, όπου καί παρέμειναν όλοι οι σοροί μέχρι πού τους ανέσυρε ο Γερμανικός στρατός. 

Ένας ἀπό τούς φρουρούς των αιχμαλώτων στά Μαζέϊκα πού έλαβε μέρος στή δολοφονία, ονόματι Ασημακόπουλος, σε συνέντευξή του τό 1986, μίλησε καί γιά τόν τρόπο εκτέλεσης των Γερμανών: «Ορισμένοι από τούς άνδρες ζούσαν ακόμη μετά τόν καταιγισμό των πυροβολισμών», λέει. «Κάποιος απ ̓ αυτούς μας παρακάλεσε νά του δώσουμε τή χαριστική βολή. Αλλά καθώς τά πυρομαχικά μας ήταν ιδιαίτερα πολύτιμα, τόν μαχαίρωσαν οι Ρώσοι (σ.σ. Τουρκομάνοι λιποτάκτες των Γερμανών ) μέ τή βοήθεια των ανταρτών». Ο Ασημακόπουλος επίσης επιβεβαίωσε ότι οι Αλσατοί δέν ήταν δεμένοι όπως όλοι οι άλλοι αιχμάλωτοι. Έτσι εξελίχθηκε τό έγκλημα της εκτέλεσης των Γερμανών αιχμαλώτων στόν Χελμό από τόν «Καλαμάτα» καί τήν ομάδα του των ανταρτών του ΕΛΑΣ.

Τουλάχιστον 3 ἀπό τούς αιχμαλώτους επέζησαν της εκτέλεσης. Ο ένας έπεσε την επομένη επάνω σε αντάρτες του ΕΛΑΣ και τον δολοφόνησαν. Οἱ άλλοι δύο ἦταν πολύ τυχεροί. Παρότι βαριά τραυματισμένοι, βγήκαν ἀπό τή χαράδρα καί περιπλανώμενοι στήν περιοχή, χωριστά ὁ καθένας, έπεσαν πάνω σέ Γερμανούς στρατιώτες καί σώθηκαν. Ο ένας, ο Johan Donner, Αυστριακής καταγωγής, συνάντησε πολύ πρωίι τήν 8η Δεκεμβρίου κοντά στό χωριό Πλανητέρου Γερμανούς στρατιώτες οι ὁποίοι μέ μοτοποδήλατα ἀκολουθούσαν τό δρομολόγιο των αιχμαλώτων. Ο δεύτερος (γνωστός) διασωθείς, ο Αλσατός Roger Walter, έφθασε στό χωριό Μάζι τρικλίζοντας γύρω στίς 7 τό βράδυ της 8ης Δεκεμβρίου. Ήταν κι αυτός τυχερός, γιατί εκεί βρήκε Γερμανούς στρατιώτες και μαζί με αυτούς επέστρεψε στά Μαζέϊκα τήν ίδια νύχτα.

Ο Γερμανός λοχαγός Gnass, επικεφαλής της μονάδος την οποίαν συνάντησε το πρωί της 8ης Δεκεμβρίου ο πρώτος διασωθείς, ο Johan Donner, ανέφερε άμεσα στόν στρατηγό Le Souir τήν εκτέλεση των αιχμαλώτων. Τότε, ο Γερμανός στρατηγός τροποποίησε τήν προηγουμένη διαταγή του της 25ης Νοεμβρίου. Μέσω ασυρμάτου διέταξε τους επικεφαλής των 4 μονάδων της «ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ», τον συνταγματάρχη Wolfinger, τον ταγματάρχη Ebersberger καί τους λοχαγούς Gnass καί Kockert, ως ακολούθως:

«Ως άμεσο αντίποινο διατάσσεται η εκτέλεση του ανδρικού πληθυσμού και η πυρπόληση των χωριών3».
Εκείνος που άρχισε άμεσα να εφαρμόζει την εγκληματική διαταγή του στρατηγού Le Souir ήταν ο ταγματάρχης Ebersberger, στη μονάδα του οποίου ανήκαν οι νεκροί στρατιώτες. Δολοφόνησε στις 8 Δεκεμβρίου, 58 ανθρώπους στους Ρωγούς, 37 στην Κερπινή, 8 στην Άνω Ζαχλωρού, 13 στην Κάτω Ζαχλωρού, 22 στο Μέγα Σπήλαιο, και 5 στη Μαμουσιά. 

Την επομένη, 9 Δεκεμβρίου, συνέβει και άλλο γεγονός που έμελλε να παίξει σημαντικό ρόλο στην Τραγωδία. Τραυματίσθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα ο επικεφαλής της επιχείρησης «ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ», ο μετριοπαθής συν/ρχης Wolfinger, και τη θέση του πήρε ο Ebersberger. Στα Μαζέικα έφθασε από την Τρίπολη ο στρατηγός Le Souir και συνάντησε τους 2 αιχμαλώτους που είχαν επιζήσει. Την επομένη ημέρα, 10 Δεκεμβρίου, έκανε πιό συγκεκριμένη τη «διαταγή αντιποίνων» της 8ης Δεκεμβρίου, που είχε μεταβιβάσει δια ασυρματου,.
«Σε αντίποινα για την εκτέλεση των μελών του 1ου και του 5ου λόχου του 749ου συντάγματος καταδρομών θα ισοπεδωθούν οι τοποθεσίες Μαζέϊκα και Καλάβρυτα. Επίσης τα χωριά στις περιοχές όπου έγιναν έρευνες και στα οποία αποδεδειγμένα στεγάστηκαν συμμορίες ή υπήρξε αντίσταση κατά τη διάρκεια της έρευνας ή βρέθηκαν όπλα και πυρομαχικά. Όλα τα ζώα στις περιοχές όπου έγινε έρευνα αλλά και κατά μήκος του δρόμου επιστροφής θα πρέπει να μεταφερθούν από τις μονάδες στις βάσεις4». 

Οι Γερμανοί που ανέβηκαν από την Πάτρα και το Αίγιο, υπό τον ταγματάρχη Ebersberger, μπήκαν στα Καλάβρυτα στις 10 Δεκεμβρίου και έμαθαν για τους 3 Γερμανούς στρατιώτες που ήταν θαμμένοι στο νεκροταφείο. Την επομένη, 11η Δεκεμβρίου, έγινε η εκταφή τους και νεκροψία στην οποίαν συμμετείχαν εκτός των στρατιωτικών Γερμανών ιατρών και δυο Καλαβρυτινοί. Οι Γερμανοί στρατιώτες βρέθηκαν με σπασμένα κρανία. Η ατμόσφαιρα βάρυνε πολύ στα Καλάβρυτα.
Την ίδια ημέρα, 11 Δεκεμβρίου, ένας λόχος Γερμανών με αναγκαστικά στρατολογημένους Έλληνες χωρικούς έφθασε στη χαράδρα του Χελμού και βρήκε 70 πτώματα Γερμανών στρατιωτών σε «παραμορφωμένα και ακρωτηριασμένα σε μεγάλο βαθμό». Μετά τη ταφή τους σε 4 πρόχειρους τάφους, οι Γερμανοί εκτέλεσαν 11 από τους 12 Έλληνες οδηγούς τους!

Πίσω στα Καλάβρυτα, στις 12 Δεκεμβρίου έγινε η εκ νέου ταφή των 3 Γερμανών στρατιωτών και άρχισε το πλιάτσικο των Γερμανών στρατιωτών στην πόλη, καθώς και η συγκέντρωση κοπαδιών και μεγάλων ζώων για τη μεταφορά τους στο Αίγιο και στην Πάτρα. Ακολούθησε την επομένη, 13 Δεκεμβρίου, το φριχτό, απάνθρωπο μαζικό έγκλημα της δολοφονίας 488 αθώων αμάχων Καλαβρυτινών. Τα γεγονότα εκείνης της τραγικής ημέρας εντός της πόλεως και στο λόφο του Καπή είναι ευρέως γνωστά.

Συνολικά, σε ΑΝΤΙΠΟΙΝΑ για τη δολοφονία των Γερμανών αιχμαλώτων από τον ΕΛΑΣ, οι Γερμανοί μεταξύ 8 και 15 Δεκεμβρίου 1943, δολοφόνησαν 696 Έλληνες και κατέστρεψαν 3 μοναστήρια και 1000 τουλάχιστον σπίτια, αφού πρώτα τα λεηλάτησαν! 

Σε αυτό το συμπέρασμα, ότι το έγκλημα των Γερμανών ήταν αντίποινα στις πράξεις του ΕΛΑΣ, καταλήγει και ο καθηγητής κ. Σπύρος Θεδωρόπουλος, ο οποίος γράφει: «...Πρόκειται, καθαρά και ξάστερα, περί αντιποίνων. Ακραίων, βαρβάρων, κτηνωδών, απανθρώπων, φρικωδών αντιποίνων. Αλλά σαφώς αντιποίνων...» [....] «... καταλύτης για τη Μεγάλη εκείνη Σφαγή υπήρξε η (στην καλύτερη περίπτωση) ασύνετη και αλόγιστη εκτέλεση των εβδομήντα τόσων Γερμανών αιχμαλώτων στου Μαγέρου, συνέχεια της εξίσου αλόγιστης, άνανδρης και σαδιστικής εκτέλεσης των τριών τραυματισμένων Γερμανών αιχμαλώτων στο λιγνιτωρυχείο των Καλαβρύτων..». 

Τελειώνοντας αυτή την αναφορά των γεγονότων της επιχείρησης «ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ» των Γερμανών , με συνέπεια στην αλληλουχία τους σε τόπο και χρόνο, προσθέτω μια διευκρίνηση που είναι σημαντική για την Ιστορία και την εθνική ομόνοια. Στην επιχείρηση «ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ» δεν συμμετείχαν οργανωμένα Ελληνικά τμήματα. Για παράδειγμα, αυτό που αναφέρεται στο τέλος του άρθρου “ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 1943: Το μεγάλο έγκλημα των ναζί και οι “Έλληνες” προδότες που συμμετείχαν στη σφαγή5!”, ότι «1800 προδότες συμμετείχαν στη σφαγή των Καλαβρύτων» δεν προκύπτει από καμία σοβαρή, σύγχρονη των γεγονότων πηγή, ενώ όπως εξηγώ στη συνέχεια πολλά από τα αναφερόμενα είναι αντικειμενικώς ανύπαρκτα.

Γράφει, ο συγγραφέας του άρθρου: «Δυστυχώς στη σφαγή των Καλαβρύτων συμμετείχαν και Έλληνες προδότες. Σύμφωνα με τις ιστορικές πληροφορίες Έλληνες ταγματασφαλίτες με γερμανικές στολές. Αυτοί οι προδότες προέρχονταν από τα τάγματα «Λεωνίδας» από τη Λακωνία, ομάδες από την Ηλεία και την Κόρινθο, ενώ μεταφέρθηκαν και ομάδες ταγματασφαλιτών από τη Θήβα και τα Μέγαρα. Ακόμη 300 ταγματασφαλίτες είχαν ακολουθήσει τη μονάδα AA 116 των ποδηλατιστών από τη Μεγαλόπολη. Στους Έλληνες ταγματασφαλίτες δόθηκε ρουχισμός και οπλισμός από τις αποθήκες της Βέρμαχτ στο Αίγιο και την Πάτρα. Δεν τους δόθηκαν όμως κράνη, παρά μόνο τζόκεϊ, ώστε να ξεχωρίζουν από τους Γερμανούς στρατιώτες».

Το «σύμφωνα με τις ιστορικές πληροφορίες» δεν έχει νόημα, όταν λείπει αναφορά σε συγκεκριμένη, σοβαρή και αξιόπιστη πηγή. Αυτά που αναφέρει ο συγγραφέας του ανωτέρω άρθρου για ταγματασφαλίτες από την Πελοπόννησο, δεν έχουν ουδεμία σχέση με την Ιστορική πραγματικότητα, καθώς δεν υπήρχαν Τάγματα Ασφαλείας στην Πελοπόννησο. Η πρώτη τους εμφάνιση έγινε στις 18 Ιανουαρίου 1944 στην Πάτρα, όταν μεταφέρθηκε ένα τάγμα Τσολιάδων από την Αθήνα.
Το τάγμα «Λεωνίδας» της Σπάρτης ήταν ακόμη υπό οργάνωση τον Δεκέμβριο του 1943. Όλη η δράση του «Λεωνίδα» από την ίδρυσή του είναι καταγεγραμμένη από πολλούς συγγραφείς αλλά και τουλάχιστον 3 μέλη της ηγετικής του ομάδος. Τον ιδρυτή του Τάγματος, τον Λεωνίδα Βρεττάκο, τον στρατιωτικό σύμβουλό του, ταγματάρχη Κωνσταντίνο Κωστόπουλο και τον πρώτο διοικητή του τάγματος, τον ταγματάρχη Παναγιώτη Δεμέστιχα. Οι Εκθέσεις και των τριών είχαν υποβληθεί προς το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης. Κανείς δεν αναφέρει αποστολή οπλιτών του Τάγματος στα Καλάβρυτα τον Δεκέμβριο του 1943 ή πουθενά αλλού εκτός Λακωνίας πλην μιάς εξόρμησης στην Καλαμάτα τον Ιανουάριο του 1944, η οποία είναι καταγεγραμμένη εκτενώς στη σχετική βιβλιογραφία. Να επισημανθεί ακόμη εδώ ότι το τάγμα «Λεωνίδας» μέχρι την 25η Μαρτίου 1944 ήταν ανεξάρτητος τοπικός οργανισμός και όχι Τάγμα Ασφαλείας.

Το αναφερόμενο για «ομάδες από την Ηλεία και την Κόρινθο»,κρίνεται ως εκτός πραγματικότητας γιατί απλά δεν υπήρχαν ακόμη παρόμοιες ομάδες. Όσον αφορά δε το «Ακόμη 300 ταγματασφαλίτες είχαν ακολουθήσει τη μονάδα AA 116 των ποδηλατιστών από τη Μεγαλόπολη», ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας! Τον Δεκέμβριο του 1943 δεν υπήρχε ούτε ένας ταγματασφαλίτης στη Μεγαλόπολη, αλλά και μετά τον Απρίλιο του 1944, όταν δημιουργήθηκε το Τάγμα Ασφαλείας της Τριπόλεως, δεν κατετάγη σ ’αυτό ένας τόσο μεγάλος αριθμός ταγματασφαλιτών από τη Μεγαλόπολη.
Ότι ανεφέρθη για την Πελοπόννησο ισχύει και για τη Θήβα και τα Μέγαρα. Δεν υπήρχαν εκεί Τάγματα Ασφαλείας.

Τέλος, να σημειωθεί ότι όταν αργότερα το 1944 πράγματι συμμετείχαν συχνά Έλληνες ταγματασφαλίτες σε επιχειρήσεις των Γερμανών, αυτοί πάντοτε αναφέρονταν στις Ημερήσιες Διαταγές των Γερμανικών μονάδων. Δεν περνούσαν απαρατήρητοι, ούτε το κρατούσαν μυστικό οι Γερμανοί. Τα Τάγματα Ασφαλείας, όπως και ο ΕΛΑΣ, προέβησαν σε πράξεις για τις οποίες έχουν υποστεί σκληρή κριτική και κατηγορίες. Δεν πρέπει όμως να κατηγορούνται και για πράξεις και γεγονότα στα οποία δεν είχαν ανάμειξη. Συνειδητά ψέμματα δεν πρέπει να έχουν θέση στην Ιστορία! 

1. «Οι Σφαγές των Καλαβρύτων», Κ. Καλατζής, Αθήνα, 1945
2. «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα», Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 353
3. Ό.π., σελ. 365 (αναφέρει ως πηγή τα Γερμανικά Αρχεία)
4. Ό.π., σελ. 398 (αναφέρεται η συγκεκριμένη πηγή στα Γερμανικά Αρχεία)
5. Militaire.gr, 13/12/2018
Γενικές Πηγές:
1. «ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ. Αντίποινα (για την εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων) ή προσχεδιασμένο έγκλημα;», Σπύρος Θεοδωρόπουλος
2. «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα», Χέρμαν Φ. Μάγερ
3. «ΑΘΩΩΝ ΑΙΜΑ, «Ελεύθερος Μωριάς» 1943-44, Τόμος Α΄, Ιωάννης Κ. Μπουγάς

(*) Ο Ιωάννης Κ. Μπουγάς είναι στατιστικός και συγγραφέας. Ζει στο Μόντρεαλ.
Κατηγορία: ΙΣΤΟΡΙΚΑ, ΜΠΟΥΓΑΣ Ι.

«Καρέ Ιστορίας. Αγώνες των Ελλήνων 1821-1923» Φωτογραφικό Πανόραμα Ιστορίας από την Επανάσταση του 1821 έως την Συνθήκη της Λωζάννης

0






«Καρέ Ιστορίας. Αγώνες των Ελλήνων 1821-1923»

Στοιχεία επικοινωνίας συγγραφέως

Δρ Δήμητρα Καμαρινού

kamarinou@gmail.com

Π Ε Ρ Ι Γ Ρ Α Φ Η

Φωτογραφικό Πανόραμα Ιστορίας από την Επανάσταση του 1821 έως την Συνθήκη της Λωζάννης

«Όσο οι διεκδικήσεις των γειτόνων μας γιγαντώνονται, τόσο χρειάζεται να φροντίσουμε τα θεμέλια που έκτισαν οι πρόγονοί μας. Πρώτα απ’ όλα να τα γνωρίσουμε.»*

Ένα πανόραμα ιστορίας -επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε- της βραβευμένης από την Ακαδημία Αθηνών Δρ Δήμητρας Καμαρινού αναδεικνύει τις ρίζες των σημερινών αντιπαραθέσεων στα Βαλκάνια και το Αιγαίο και διηγείται καρέ καρέ μέσα από αρχειακά φωτογραφικά ντοκουμέντα πώς οι απελευθερωτικοί αγώνες των Ελλήνων, η Επανάσταση του 1821, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-13 και ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος μέχρι την Συνθήκη της Λωζάννης, κατοχύρωσαν την εδαφική ολοκλήρωση της Ελλάδας. Γραμμένο το 2020, 200 χρόνια από το 1821, κυκλοφορεί σε μια εποχή αμφισβητήσεων κυριαρχικών δικαιωμάτων μας και απαντάει σε εύλογα σημερινά ερωτήματα με τον πλέον παραστατικό τρόπο. Όπως θαμμένοι θησαυροί αναμένουν το πλήρωμα του χρόνου για να έρθουν στο φως και να αποκαλύψουν πολύτιμα στιγμιότυπα του παρελθόντος, έτσι ένα σκονισμένο άλμπουμ με ιστορικές φωτογραφίες αποτέλεσε το πλούσιο αρχειακό υλικό ενός βιβλίου επίκαιρου όσο ποτέ άλλοτε. Η Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Πατρών Δήμητρα Καμαρινού, αναλαμβάνοντας μία αρχειακή ανασκαφή στην συλλογή ιστορικών καρτ ποστάλ και φωτογραφιών του προγόνου της, Σωτηρίου Καμαρινού (1875-1963), Γυμνασιάρχη Α’ Γυμνασίου Αθηνών, φιλολόγου, δημιούργησε το βιβλίο-λεύκωμα «Καρέ Ιστορίας. Αγώνες των Ελλήνων 1821-1923».

Μέσα από την διαδοχή 150 ιστορικών φωτογραφιών, πινάκων ζωγραφικής και χαρτών η συγγραφέας διηγείται πώς και πότε απελευθερώθηκαν οι πόλεις και κάθε γωνιά της χώρας μας και πώς κατοχυρώθηκαν στην Ελλάδα βήμα βήμα τα σημερινά σύνορά της. Με βάση ποια πολεμικά γεγονότα, διεθνείς συγκυρίες και διπλωματικούς αγώνες κέρδιζε και έχανε εδάφη; Τι ορίζει η Συνθήκη της Λωζάνης; Αφήνει περιθώρια για γκρίζες ζώνες;

Το βιβλίο δεν είναι μόνο οπτικοποιημένη Ιστορία (Visual History). Στόχος είναι ο αναγνώστης να κατανοήσει όχι μόνο πώς απελευθερώθηκε η Ελλάδα από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και τα γειτονικά μας εθνικά κράτη (Αλβανία, Σερβία, Βουλγαρία, Ρουμανία). Ποιες ιδέες όπλισαν τα χέρια σε πολέμους και πότε βρεθήκαμε σύμμαχοι; Με ποια επιχειρήματα και τι διεκδικούσαν από τα εδάφη μας κι εμείς από τα σημερινά δικά τους; «Διότι το παρελθόν είναι παρόν. Στην σημερινή πολιτική ζωή. Έκδηλη είναι η συνέχεια και πολλές οι ομοιότητες και οι επαναλήψεις. Πολύτιμες γνώσεις, αν μπορούσαμε να πάρουμε μαθήματα.»*

Έχοντας 20/ετή εμπειρία στην βιωματική προσέγγιση η συγγραφέας δεν περιορίζεται στην διήγηση των ιστορικών γεγονότων. Δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να ανιχνεύσει και τα βιώματα του λαού. Κάθε φωτογραφία αποκαλύπτει έναν κόσμο ολόκληρο: τους ανθρώπους της εποχής όχι μόνο στο μέτωπο και στον ηρωισμό, αλλά και στις επινίκιες γιορτές, στην κηδεία, στις πλατείες των μόλις απελευθερωμένων πόλεων, στην επιστροφή από τον πόλεμο, στις σχέσεις τους. Τους τραυματίες, τους ηγέτες και τους προδότες. Λόγια οπλαρχηγών και αντιπροσωπευτικές αφηγήσεις παππούδων αποκαλύπτουν εμπειρίες αυτών που πολέμησαν. Χαρακτηριστικοί στίχοι από το έργο 13 ποιητών και λογοτεχνών της εποχής απηχούν το συναίσθημα του λαού. Ο αναγνώστης μπορεί να κατανοήσει καλύτερα πού ακουμπάει η προφορική ιστορία από το στόμα του παππού στην εθνική ιστορία μας.

Το βιβλίο καταλήγει στο πώς επιλέξαμε και ποιο είναι το νόημα της εθνικής μας ταυτότητας. Η ειρήνη -από εξωτερικούς εχθρούς αλλά και εμφύλιες διαμάχες- κτίζεται και πάνω στην γνώση της Ιστορίας. Φωτογραφία, ζωγραφική, ποίηση και λογοτεχνία συνδυάζονται σε ένα συνοπτικό και πολυδιάστατο, ευανάγνωστο και καλαίσθητο βιβλίο-λεύκωμα Ιστορίας, βοήθημα αυτογνωσίας και παιδείας. «Είναι φορές που χρειαζόμαστε ρίζες, για να ψηλώσουμε. Και τις έχουμε.»*

*από τον Πρόλογο του βιβλίου.


Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Ε Σ

«Το οικογενειακό αρχείο μνήμης ανασύρεται και συναντιέται με την επίσημη ιστορία σε ένα απλό και πρωτότυπο βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί από οποιονδήποτε αγαπά την Ιστορία.» Κώστας Αγγελάκος, Καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας, Αναπληρωτής Πρύτανης του Ιονίου Πανεπιστημίου

«Συναρπάζει με την παραστατικότητα και το βάθος του προβάλλοντας έναν καινοτόμο τρόπο παρουσίασης της ελληνικής ιστορίας. Εξαιρετικά χρήσιμο για την ελληνική εκπαίδευση.» Δρ Βασιλική Μπρίνια, Διδάσκουσα στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

«Ένα πανόραμα ιστορίας, ευανάγνωστο και εύληπτο, εικονογραφεί έναν κόσμο μέσα από πορείες ανθρώπων και ιστορικών γεγονότων.» Κατερίνα Τζαμαλή, Δρ Ιστορίας École des hautes études en sciences sociales | EHESS, Παρίσι


ΣΥΝΤΟΜΟ Β Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Κ Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Η Δρ Δήμητρα Καμαρινού είναι απόφοιτος του Πειραματικού Λυκείου Πανεπιστημίου Πατρών και πτυχιούχος του τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Πατρών στην Εκπαίδευση για την Πολιτιστική Κληρονομιά, με μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία (Πανεπιστήμια Wurzburg και Bochum) και μεταδιδακτορική έρευνα στη Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών ως υπότροφος του ΙΚΥ. Έχει αξιόλογο ερευνητικό και συγγραφικό έργο, ώστε έχει τιμηθεί με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών στην Αρχαιολογία (2006) και με βραβείο του Διεθνούς Λογοτεχνικού Διαγωνισμού «Τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Η ιστορία μιας κλοπής ή η κλοπή της Ιστορίας.» (2011). Έχει συνεργαστεί σε ντοκιμαντέρ ιστορικού-οικολογικού περιεχομένου (ΕΤ1 «Μήτρα Γη» και «Υδάτινος Ορίζοντας», «Ολυμπία οδός» κ.ά).


Τ Α Υ Τ Ο Τ Η Τ Α ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ «Καρέ Ιστορίας. Αγώνες των Ελλήνων 1821-1923»

Εκδοτικός Οίκος: Αυτοέκδοση

ISBN: 978-960-92928-5

Λιανική τιμή (με ΦΠΑ): 25 ευρώ

Έτος έκδοσης: 07/2020

Είδος: Βιβλίο-λεύκωμα #Visualhistory

Εξώφυλλο: Μαλακό ειδικό χαρτί (Mulken) με κουβερτούρα

Σελίδες: 144

Διαστάσεις: 27Χ21


Π Ρ Ο Β Ο Λ Η (ενδεικτικά)

Βίντεο παρουσίασης του βιβλίου:

https://www.facebook.com/SpartaGaia/videos/765120440887302/UzpfSTEwMDAwMzc5NDk1NzkzNToyMDE2ODEwMjAxNzg4Nzky/

Τηλεοπτική παρουσίαση του βιβλίου (Εκπομπή Γιώργου Κουβαρά):

https://www.facebook.com/gasthaus.griechenlandpeloponnes/videos/2023696877766791/UzpfSTEwMDAwMzc5NDk1NzkzNToyMDIzNzg2MTE3NzU3ODY3/

Στο Ναύπλιον ήταν η πρώτη παρουσίαση βιβλίου για τα 200 χρόνια από το 1821, στο Φουγάρο Art Center.

https://www.youtube.com/watch?v=fFTp-7DYttA


Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΟ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Το «Όχι», ο Μεταξάς και οι Εβραίοι

0



Γράφει ο Αριέλ Λεκαδίτης

«Το παν είναι να είναι κανείς προσωπικότης. Όλα τα άλλα, εξουσία, πλούτη, επιρροή, τιμές και δόξα, δεν είναι τίποτε απέναντι αυτού».

Ιωάννης Μεταξάς


Δεν είναι η πρώτη φορά που γράφω για την 28η Οκτωβρίου. Είναι όμως η πρώτη φορά που καλούμαι να παρουσιάσω ένα κομμάτι του έπους του 1940 για το οποίο δεν λέγονται και δεν γράφονται πολλά.

Τον περασμένο μήνα δέχτηκα ένα ηλεκτρονικό μήνυμα στον υπολογιστή μου από έναν άνθρωπο ο οποίος με διαβάζει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και με πολύ ευγενικό τρόπο μου ζήτησε να γράψω ένα κείμενο για τη σχέση του Ιωάννη Μεταξά, του ανθρώπου που σήκωσε ψηλά το λάβαρο της 28ης Οκτωβρίου έναντι του Μουσσολίνι και ύψωσε το ανάστημα του εκφράζοντας όλο τον ελληνικό λαό σε σχέση με τους Εβραίους. Ευκαιρίας δοθείσης λοιπόν αποδέχτηκα την πρόκληση- πρόσκληση.

Στις 5 Μαρτίου του 1936 ο Ιωάννης Μεταξάς διορίζεται υπουργός στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Δεμερτζή. Στις 14 Μαρτίου αναλαμβάνει υπουργός αεροπορίας και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης. Μετά τον θάνατο του τότε υπηρεσιακού πρωθυπουργού Δεμερτζή στις 13 Απριλίου, ο βασιλεύς Γεώργιος διόρισε πρωθυπουργό τον Ιωάννη Μεταξά, γνωστό τότε οπαδό της δικτατορικής εκτροπής. Στις 27 Απριλίου μετά τις προγραμματικές δηλώσεις του πρωθυπουργού, η βουλή έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Μεταξά με 241 ψήφους υπέρ, 16 κατά και 4 αποχές. Κατά ψήφισαν οι βουλευτές του ΚΚΕ και ο Γεώργιος Παπανδρέου. Στις 30 Απριλίου η βουλή διέκοψε πρόωρα τις εργασίες της έως τις 30 Σεπτεμβρίου, εξουσιοδοτώντας την κυβέρνηση να διοικήσει τη χώρα με νομοθετικά διατάγματα, υπό τον όρο να επιτηρείται από μία 40μελή κοινοβουλευτική επιτροπή. Στις 4 Αυγούστου 1936 ο Μεταξάς επιβάλλει δικτατορία η οποία δεν είχε καμία σχέση με τη δικτατορία των συνταγματαρχών.

Ο Ιωάννης Μεταξάς κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του κατήργησε την αντισημιτική οργάνωση ΕΕΕ. Η ΕΕΕ ιδρύθηκε εν έτη 1927 από πρόσφυγες της Μικράς Ασίας εμπόρους που αντιμετώπιζαν τους Εβραίους ανταγωνιστικά όσο αναφορά το εμπόριο. Μια άλλη άποψη είναι , ότι η κύρια ιδεολογία της οργάνωσης ήταν ο αντικομμουνισμός, αλλά επειδή στις τάξεις των Εβραίων ήταν δυστυχώς διαδεδομένος ο κομμουνισμός, προέκυψε ο αντισημιτισμός ως αποτέλεσμα του αντικομμουνισμού . Ιδρυτής της ΕΕΕ και πρόεδρός της ήταν Γεώργιος Κοσμίδης, γραμματέας της ο Δ. Χαριτόπουλος, ενώ τη δράση της προπαγάνδιζε ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης και φανατικός αντισημίτης Νίκος Φαρδής. Η συγκεκριμένη οργάνωση ήταν υπεύθυνη για τον εμπρησμό στο εβραϊκό οικισμό Κάμπελ της Θεσσαλονίκης.

Η αντισημιτική αυτή οργάνωση διαλύθηκε από τον Ιωάννη Μεταξά ο οποίος μπορεί να θαύμαζε τη Γερμανία του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, αλλά δεν ήτο ναζιστής και ουδέποτε κυνήγησε Εβραίους. Για να υπάρξει ναζισμός έπρεπε να υπάρξει και κομματικός μηχανισμός. Ο Ιωάννης Μεταξάς δεν ήταν αρχηγός στο δικό του κόμμα, άλλωστε δεν υπήρχε. Δεν υπήρχε όπως το NSDAP της Γερμανίας. Δεν είχε κάποιο κομματικό μηχανισμό να τον στηρίζει. Θα ήθελα να προσθέσω πως ο Μεταξάς είχε άριστες σχέσεις τόσο με την εβραϊκή κοινότητα της Αθήνας όσο και της Θεσσαλονίκης και ειδικά με τον Αρχιραββίνο της Θεσσαλονίκης Τσβί Κόρετς.

Όταν σκοτώθηκε ο συνταγματάρχης Μαρδοχαίος Φριζής ο Μεταξάς έστειλε επιστολή στη σύζυγο του όπου εξέφραζε την οδύνη του για το θάνατο του ήρωα ανδρός της.
Καβάλα στο άσπρο του άλογο «πετούσε από νίκη σε νίκη» τις ημέρες της μεγάλης αντεπίθεσης. Δελβινάκι,, Καλπάκι, Κόνιτσα, Καλαμάς. Εκεί, στην κορυφή Βίστριτσα, στις 5 Δεκεμβρίου του 1940, ο συνταγματάρχης Μαρδοχαίος Φριζής γίνεται θρύλος. Αρνείται να αφιππεύσει όταν τον χτυπούν ιταλικά αεροπλάνα. Παρόλο που ήταν Εβραίος όταν έκανε έφοδο με τους στρατιώτες του και για να τους εμψυχώσει έλεγε ο Χριστός και η Παναγιά μαζί μας. Τι μεγαλείο ψυχής είχε αυτός ο άνθρωπος και πως αψήφησε το θάνατο και έπεσε ευκλεώς για την Ελλάδα.

Για να εκτιμήσει κανείς το έργο του Ιωάννη Μεταξά πρέπει να είναι απαλλαγμένος από προκαταλήψεις εναντίων του έθνους και των διώξεων των στελεχών του ΚΚΕ ώστε να μπορέσει να αφουγκραστεί τη προσφορά στον ελληνικό λαό. Δυστυχώς όμως ζούμε σε μια εποχή όπου οι άνθρωποι φοβούνται να μιλήσουν για τέτοια θέματα τα οποία πολλές φορές η κοινή γνώμη τα αντιμετωπίζει με επιφύλαξη. Ο Ιωάννης Μεταξάς υπήρξε αντικομουνιστής, αλλά ανήμερα της εθνική επετείου δεν το κρίνουμε γι αυτό αλλά για τη στάση του έναντι της φασιστικής Ιταλίας.

Είναι πραγματικά ένα θαύμα πως μια μικρή στρατιωτικά δύναμη όπως η Ελλάδα κατάφερε να προκαλέσει τον παγκόσμιο θαυμασμό. Το θαύμα αυτό είχε πρωταγωνιστή τον ελληνικό λαό, οπλίτες και αξιωματικούς αλλά αν δεν υπήρχε η στρατιωτική ιδιοφυΐα του Ιωάννη Μεταξά, φοβούμαι πως η έκβαση του πολέμου δεν θα ήταν αυτή που ξέρουμε σήμερα.
Σήμερα την στιγμή που τα ελληνοτουρκικά είναι σε τέτοιο κρίσιμο σημείο, θα πρέπει όλοι μας, όποτε και εφόσον χρειαστεί, να έχουμε το σθένος των προγόνων μας, και με εμπνευστές τους ήρωες του έπους του 1940, να προχωρούμε δίχως δισταγμό, αλλά με μόνο γνώμονα το συμφέρον της πατρίδος υπό τη σκέπη της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας χωρίς εθνικιστικές κορόνες.

ΠΗΓΗ: meaculpa.gr
Κατηγορία: ΑΠΟΨΕΙΣ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Ο ΜΕΘΥΣΤΑΚΑΣ ΛΕΝΙΝ ΜΕ ΠΕΡΟΥΚΑ

0



Η μεγάλη επανάσταση του 1917. Η Ρώσικη. Μεγάλη η Γαλλική επανάσταση το 1789, μεγάλη επίσης και η Ρωσική, η Οκτωβριανή, που ξεκίνησε τούτο το μήνα, σα σήμερα στις 25. Μήπως, όμως, δεν ήταν επανάσταση η μπολσεβίκικη που ανέτρεψε το καθεστώς του τσάρου. Και, μήπως λανθασμένα χαρακτηρίζεται ιστορική, αφού στην πραγματικότητα δεν άλλαξε κάτι.

Ο τσαρισμός αντικαταστάθηκε από τον σοβιετισμό, Η μοναρχία από την δικτατορία. Την κομματική χούντα, που ενδιαφερόταν μονάχα για την παράταση της εξουσίας της και το τελευταίο που την απασχολούσε ήταν να εφαρμόσει την ιδεολογία του κομουνισμού. Στο όνομα, όμως, της μεγάλης ιδέας και στον πόλεμο του καπιταλισμού στήθηκε ένα στυγνό ρουφιανικό- αστυνομικό κράτος με δολοφονίες, εξορίες των αντιφρονούντων, Όχι αντικομουνιστών, αλλά κομματικών, συντρόφων, στελεχών του κόμματος και λειτουργών του κράτους.

Και γιατί να την πεις «επανάσταση» την Οκτωβριανή του 1917 όταν δεν ξεσηκώθηκε ο λαός. Ούτε οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας, αλλά το παιχνίδι κέρδισε η συντριπτική μειοψηφία των μπολσεβίκων. Χάρη στον φαλακρό (πράκτορα της Γερμανίας;) Βλαδιμίρ Λένιν.

Το τριήμερο ταξίδι με τραίνο από Ζυρίχη στην Πετρούπολη, μέσω Γερμανίας του αρχηγού των μπολσεβίκων και αργότερα του αρχηγού της Σοβιετικής Ένωσης, το οργάνωσε η Γερμανία. Κοινά συμφέροντα, θα πεις. Κοινές επιδιώξεις. Να κερδίσει τον πόλεμο η Γερμανία. Να χάσει τον πόλεμο η Ρωσία του τσάρου, διότι μόνο έτσι θα διευκολύνονταν η Ρωσική «επανάσταση».

Την επιτυχία του ξεσηκωμού στην Ρωσία ήθελε η Γερμανία. Την υπονόμευση, τη διάλυση τον τσαρικού καθεστώτος. Το ίδιο και ο Λένιν, ο δαιμόνιος αυτός άνθρωπος που οργάνωνε και το πως θα καπελώσει την επιτυχία της «επανάστασης».

Τι θα έγραφε η Ιστορία, αν την παραμονή τον ξεσηκωμού, στις 24 Οκτωβρίου 1917, η αστυνομία της Πετρούπολης συνελάμβανε τον περουκάκια, τον μεταμφιεσμένο Λένιν; Δεν του έδωσαν σημασία, τον πέρασαν για ένα χαμένο κορμί, έναν μπεκρή που κυκλοφορούσε χωρίς λόγο στο δρόμο.

ΠΗΓΗ
Κατηγορία: ΙΣΤΟΡΙΚΑ

ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 13 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1943 - Η ΜΑΥΡΗ ΜΕΡΑ

0






1) Επιχείρηση «Καλάβρυτα»:
Η Πεδινή Ομάδα του Αποσπάσματος Wolfinger, φθάνει στον ημερήσιο αντικειμενικό της σκοπό, τη Βυσωκά, χωρίς επαφή με τον εχθρό. Οι κάτοικοι έχουν εγκαταλείψει την περιοχή. Τα Καλάβρυτα καταστράφηκαν ολοσχερώς, 511 άνδρες κάτοικοι εκτελέστηκαν δια τυφεκισμού. Απόσπασμα Gnass: Ανασύρθηκαν 70 πτώματα των εκτελεσθέντων Γερμανών στρατιωτών. Ημερήσιος αντικειμενικός σκοπός ο Δάρας (12 χλμ. ΝΑ των Μαζέϊκων). Στο πλαίσιο των αντιποίνων πυρπολήθηκαν τρία χωριά. Ο ενισχυμένος Λόχος του 965 Συντάγματος Πεζικού Φρουράς επιστρέφει στον Πύργο. Κανένα συμβάν. 

2) Επιχείρηση «Stiglitz»:
Ως τώρα καμία αναφορά. 
3) Στον Πύργο, κατά τη διάρκεια της Επιχειρήσεως «Buffel», απελευθερώθηκαν 24 εγκληματίες από τη φυλακή από περίπου 50 συμμορίτες, οι οποίοι αφόπλισαν τους ΄Ελληνες αστυνομικούς. 
4) Δύο λόχοι του ΧΙΙ/999 Τάγματος Πεζικού Φρουράς μεταφέρθηκαν στην Κόρινθο. 
5) 81 ΄Ελληνες εθελοντές μεταφέρθηκαν στη Σπάρτη στο Ι Απόσπασμα Εθελοντών. 
Πρόθεση για τις 14.12.43
1) Συνέχιση της Επιχειρήσεως «Stiglitz».
2) Περαιτέρω επιστροφή των στρατευμάτων από την Επιχείρηση «Καλάβρυτα» στις βάσεις, με ταυτόχρονη επιβολή αντιποίνων. 

3) Ο Διοικητής Μεραρχίας θα βρεθεί στις 14-15/12 στην περιοχή Καλαμάτας‒Κυπαρισσίας.
Στις περιοχές στις οποίες έχουν δημιουργηθεί καταλύματα στρατιωτικών διατάσσονται να επιταχθούν όλα τα ελληνικά πανδοχεία για την εξυπηρέτηση Γερμανών στρατιωτικών. Σε περιοχές χωρίς στρατιωτικά καταλυματα εξακολουθούν να ισχύουν οι ήδη εκδοθείσες διαταγές. Οι φρουρές των περιοχών αυτών οφείλουν να επιβλέπουν την τήρηση των διατάξεων αυτών. 

Στις 09.00 επέστρεψε στα Μαζέικα το Κλιμάκιο Διοικητικής Μερίμνης με τροφή για την Ομάδα Προελάσεως Kockert. Στον Λοχαγό Kockert παραδόθηκε σταθμός ασυρμάτου. Με αυτό τον τρόπο έλαβε τέλος η σχέση υπαγωγής της Ομάδος Προελάσεως Kockert. Στις 10.30 το Απόσπασμα Kockert ξεκίνησε για την εκτέλεση της νέας αποστολής. Το Τμήμα Αναγνωρίσεως με τις 1η, 2η ΄Ιλες και τμήματα της 3ης, ξεκίνησε στις 07.00, επέστρεψε από τα Τριπόταμα και έφθασε στο Σοπωτό στις 11.00. Στις 16.00 τα τροχοφόρα τμήματα έφθασαν στα Μαζέϊκα. Μετά τη λήψη της επιμελητείας για πέντε ημέρες, αναχώρηση τις 10.30 από τα Μαζέϊκα μέσω Βάλτου προς την ορεινή διάβαση της Ντουρντουβάνας. Στρατοπέδευση εκεί.

Στις 13 Δεκεμβρίου 1943, ημέρα Δευτέρα χτυπάνε οι καμπάνες. [1]

Βγαίνουν οι Γερμανοί και φώναξαν να πάμε με τρόφιμα μιας ημέρας και δύο κουβέρτες προς το Δημοτικό Σχολείο. Επήγαμε στο Δημοτικό Σχολείο. Εκεί χώριζαν τους άρρενες από τα θήλυ και οι άρρενες από 12-14 χρονών και πάνω σε ορισμένο μέρος, από 12 χρονών και κάτω σε άλλο μέρος. Οι άντρες ήσανε στη βόρεια η νότια πλευρά του Σχολείου. Οι γυναίκες σε δύο αίθουσες, στην βόρεια πλευρά του Σχολείου. ΄Οταν εγέμιζε με άνδρες το σχολείο, τους έβγαζαν έξω στην αυλή κι από εκει σε οδηγούσαν στον τόπο της εκτελέσεως. Από ένα δρομάκι, υπήρχε πίσω από το Δημοτικό Σχολείο μια μικρή πόρτα, από την πόρτα αυτή εκεί που το λιθόστρωτο τώρα που βγαίνει επάνω στου, όχι κει πάνω στο μεγάλο λιθόστρωτο αλλά εδώ πέρα στο πριν φτάσουμε στο Γυμνάσιο. Βγαίνει θα δείτε ένα λιθόστρωτο προς τα κάτω και υπήρχαν δεξιά και αριστερά υπήρχαν περιβόλια και ήταν συρματοπλέγματα και ήτο περίπου ένα μέτρο η χαράδρα αυτή που έτρεχε και νερό και δρόμος. Από κει με οδήγησαν προς τα επάνω, μπροστά στο νεκροταφείο δεν υπήρχε κενό εκεί όπως υπάρχει τώρα αλλά υπήρχε ένα σκοπευτήριο, πιστεύω να το θυμάται ο παππούλης, ένα σκοπευτήριο. Δεξιότερα λίγο υπήρχε μονοπάτι από κείνο το μονοπάτι δεξιά και αριστερά υπήρχαν συρματοπλέγματα γιατί ήσαν χωράφια, έφτανε αυτό, ήτανε περίπου το πολύ, πολύ ένα μέτρο το μονοπάτι, και έφτανε στον τόπο της εκτελέσεως. Εγώ έτυχε να πάω, να με πάνε με την τρίτη σειρά εκεί πάνω, έτυχε δε να πηγαίνω με τον αείμνηστο τον Παπακαλό μπροστά. Του λέω, Παππούλη δεν πάμε καλά. Είχαμε και αμφιβολίες γιατί έκαναν πολλές παραπλανήσεις. Μία παραπλάνηση έκαψαν όλων των ανταρτών τα σπίτια. ΄Αλλοι είπανε δεν θα χτυπήσουνε ήρθαν να χτυπήσουνε παρά μόνο τους αντάρτες, παραπλάνηση ήταν και η διαταγή, την ίδια μέρα πάρετε τρόφιμα και κουβέρτες ώστε να μας κάνουν να νομίζουμε ότι θα μας πάνε κάπου και όχι για εκτέλεση. Και ξεγελάστηκαν και από τους Βυσακιώτες που τους απέλυσαν. Ναι, έτσι είναι, έτσι φαίνεται. Λοιπόν, όταν πήγαμε εκεί με το μακαρίτη, αείμνηστο ιερέα Παπακαλό τον λέγανε δε Παπακαλό διότι είχε δεν ξέρω πόσα κορίτσια και μεγάλη οικογένεια. Αν του πήγαινε καμία φορά κανένα πρόσφορο κανένας, πήγαινε στη γυναίκα μου, κοίταξε ποιος πεινάει περισσότερο να το δώσουμε. Γι’ αυτό τον ελέγαμε και παπα-Καλό. «Θα πάμε ακοινώνητοι παππούλη», «΄Οχι, εγώ δεν θα πάω ακοινώνητος. Γιατί εκοινώνησα πρωί-πρωί στη διάρκεια του μυστηρίου και πάω έτοιμος τώρα προς τον Κύριο». Φτάσαμε στον τόπο της εκτελέσεως. Μπροστά – μπροστά εκαθόταν ο αείμνηστος γυμνασιάρχης Οικονόμου. ΄Ενας από τους λαμπρότερους επιστήμονες της κοινωνίας των Καλαβρύτων. Από τους καλύτερους εκπαιδευτικούς, ο Δημόπουλος ήταν η κοινωνία των Καλαβρύτων, μια λαμπρά κοινωνία, γεμάτη ευγένεια, καλοσύνη, αλληλοβοήθεια. Είχε ξεκαθαρίσει η ΄Ηρα από το Σιτάρι διότι εκείνοι που εφοβούντο φύγανε και μέναν όλοι οι επιστήμονες, υπάλληλοι, οι ήσυχοι Καλαβρυτινοί που δεν είχαν καμία σχέση με το Αντάρτικο. Φιλήσυχοι, εθνικόφρονες, συντηρητικοί, νοικοκυραίοι άνθρωποι. Μία θαυμάσια κοινωνία, απλή, ανθρώπινη. Το σφάλμα των Γερμανών είναι ότι δεν έκαναν μία εξαίρεση ποιοί είναι αντάρτες, ποιοί είναι αριστεροί, ποιοί είναι δεξιοί. 
ΤΑ ΠΥΡΠΟΛΗΜΈΝΑ ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ
Τένερ: ΄Εχετε το λόγο της στρατιωτικής μου τιμής... Δεν θα εκτελεστείτε...

Μεταξύ των καθηγητών υπήρχε ο αείμνηστος Αθανασιάδης Κωνσταντίνος καθηγητής της γαλλικής, καταγόμενος από την Κωνσταντινούπολη πολύ-πολύ βαθιά μορφωμένος, με το γέλιο πάντοτε στο στόμα. Τα κτήνη οι Γερμανοί τη μάνα του παράλυτη σχεδόν που ήτανε στο σπίτι, την έβαλαν σ’ ένα καροτσάκι λάσπης, ίσως για να δείξουν ότι η ψυχή τους ήταν από λάσπη και την οδήγησαν και αυτή στο Δημοτικό Σχολείο. Μπροστά σ’ αυτή την σύγχυση και την αβεβαιότητα ο καθηγητής Δημόπουλος ρώτησε τον επί κεφαλής των Γερμανών στη Ράχη του Καππή τον αδίστακτο Λοχία των SD Τένερ:

Αθανασιάδης: Μπορείτε να μας πείτε γιατί γίνονται αυτά; Που μας πηγαίνετε; Ποια είναι η τύχη των γυναικόπαιδων και των Καλαβρύτων; Ζητάμε εξηγήσεις. Είμαστε άνθρωποι, δεν είμαστε ζώα. Θέλουμε να μας πείτε τι απόφαση έχετε, θα μας εκτελέσετε;
Τένερ: Μην ανησυχείτε. ΄Εχετε τον λόγο της στρατιωτικής μου τιμής ότι δεν πρόκειται να πάθουν τίποτα τα γυναικόπαιδα και εσείς. Βέβαια, θα καούν τα σπίτια σας γιατί αντισταθήκατε κατά του Γερμανικού Στρατού. ΄Εχετε τον λόγο της στρατιωτικής μου τιμής, δεν θα πάθετε τίποτα. Δεν θα γίνει εκτέλεση. Θα μεταφέρουμε ολόκληρο τον πληθυσμό σε άλλη περιοχή. Ολόκληρη η περιφέρεια κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής Πατρών – Αθηνών το τρίγωνο Αιγίου – Καλαβρύτων, θα ισοπεδωθεί γιατί είναι το κέντρο του Κομμουνισμού. 
Αυτά είπε ο Τένερ στον Δημόπουλο μιλώντας μαζί του στην γαλλική γλώσσα. Κατά τις 11 ή ώρα, ποτέ δεν μπορεί κανένας να υπολογίσει ακριβώς, γιατί δεν είχα δει τι ώρα ήτανε, έρχεται ένας γερμανός από το Διοικητήριο και ζητά τους διευθυντές των Τραπεζών, τον μακαρίτη τον Σαμψαρέλο που ήταν της Εθνικής Τράπεζας, τον Πάνο τον Μπράτσικα που ήτανε υπάλληλος στην Τράπεζα Αθηνών, επειδή ο Διευθυντής της Τραπέζης Αθηνών έλειπε, τους ταμειακούς τους εζήτησαν να κατεβούνε κάτω από τον τόπο της εκτελέσεως. ΄Οταν κατέβηκαν κάτω, έπειτα από κάμποση ώρα, τρία τέταρτα μία ώρα δεν ξέρω πόση και γιατί, δεν υπολογίζονταν αυτοί οι χρόνοι, επέστρεψαν. Επιστρέφοντας αυτοί, ερωτήθησαν από μας: Ε! πως τα είδατε; Γιατί τους είδαμε πελιδνούς, με τρεμάμενη φωνή λένε: μας ήθελαν να τους ανοίξουμε τα χρηματοκιβώτια, να πάρουνε ότι υπάρχει μέσα. Αλλά μας πήραν και τα δαχτυλίδια και τα ρολόγια. Τότε καταλάβαμε και λέμε «ουκ εστί χρεία μαρτύρων πλέον». Τότε καταλάβαμε ότι όλα ήσαν παραπλανητικά και τι τύχη μας περίμενε. Μεταξύ αυτών που είμαστε εκεί πάνω ήτανε και ο Εύελπις Κακκιός, υπάλληλος του Πρωτοδικείου, έφεδρος υπολοχαγός. ΄
Ενας έφεδρος υπίλαρχος από την Καλαμάτα Παπαπολυχρονίου. Λέμε τώρα μια που θα γίνει αυτό που θα γίνει, αν και τίποτα δεν θα κατορθώσουμε. Εμείς λέμε να κάνουμε το εξής πράγμα, ο Παπαπολυχρονίου και ο Κακκιός θα στραφείτε προς το κέντρο και προς το δεξιό μέρος της χαράδρας που μένετε εγώ προς το αριστερό να αποπροσανατολίσουμε τον πληθυσμό να κάνει μία εξόρμηση να πάρουμε το μυδράλιο. ΄Ενα μυδράλιο εφαίνετο μπροστά καμιά πενηνταριά μέτρα, πιο μπροστά απο μας πίσω από το οποίο καθότανε ο πυράρχης ο Τένερ, κρατώντας στο χέρι του μία καλλιτεχνικά σκαλισμένη ρόκα που ποιος ξέρει από ποιο χωριό στις εξορμήσεις του την είχε αρπάξει αυτή τη ρόκα. Μασουλούσε καρύδια και ταυτοχρόνως κοιτάζοντας ανήσυχα προς τις γύρω κορυφές γιατί εφαντάζετο ίσως ότι οι άνθρωποι με τα μακριά γένια, με συγχωρείτε δεν εννοώ του ιερέως αλλά εκείνοι του ΕΛΑΣ. 
ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ: Με κόκκινο τα καμένα σπίτια
Φτου σου γαϊδούρι Τένερ...

Ο Καθηγητής Αθανασιάδης όρθιος όρμησε προς τον Τένερ ουρλιάζοντας: «Φτου σου, γαϊδούρι Τένερ, που είναι ο λόγος της στρατιωτικής σου τιμής; Φτου σου γουρούνι». Δεν πρόλαβε να αποτελειώσει και σωριάστηκε κάτω νεκρός. Τα μυδράλια της ντροπής δεν τον άφησαν να συνεχίσει το κατηγορητήριο. Ο Τένερ φρόντισε και γι’ αυτό. Επηκολούθησε η ολοκλήρωση της εκτέλεσης με σταυρωτές ριπές και αμέσως άρχισε η χαριστική βολή. Μετά ο Τένερ και η παρέα του εγκατέλειψαν τη Ράχη του Καππή τραγουδώντας, ευχαριστημένοι για την θεάρεστη πράξη τους. ΄Οταν κατάλαβα ότι φύγανε, από τα τραγούδια, δεν υπήρχαν ούτε βήματα ούτε τίποτα, τσιμουδιά, πήγα να σηκωθώ αλλά πονούσε πάρα πολύ το πόδι μου. Κατόρθωσα τέλος πάντων να σηκωθώ και δίπλα μου είχε σωθεί ο Παναγιώτης Σαρανταυγάς. Είχα δύο τσιγάρα. Μου λέει θέλω ένα τσιγάρο, του λέω σπίρτα δεν έχω και του ‘δωσα ένα τσιγάρο του το άναψα εγώ ένα και το ‘βαλε στα πόδια γιατί δεν είχε τραυματισθεί καθόλου. ΄Ηρθανε κατόπιν με πήρανε. Μαζί με τα τρόφιμα της μιας ημέρας είχα πάρει και μια μπουκαλίτσα με κρασάκι εδώ πέρα. Και με εκείνο το κρασάκι και με την πετσέτα που είχα τυλίξει το ψωμί, έκανα την απολύμανση του τραύματος. Από κει ήρθαν οι γυναίκες με πήραν με πήγανε κάτω, μου διέφυγαν όμως δύο σπουδαία πράγματα να πω. Πρώτα ότι εις την ίδια χαράδρα ήταν κι ένα δωδεκάχρονο παιδί του μακαρίτη του καθηγητού του Αντώνη του Δημόπουλου του οποίου έσπασαν τα νεύρα από το μακελειό που γινότανε. Πετάχτηκε κάποια στιγμή επάνω, σηκώθηκε και άρχισε να φωνάζει: «Μην με σκοτώνετε, τι έκανα εγώ, είμαι μαθητής του Γυμνασίου». ΄Ενα μπαμ και εξετέλεσαν το παιδί. ΄Ενα σκληρό αποδεικτικό της βαρβαρότητας των Γερμανών. Το άλλο, όταν ήρθανε οι γυναίκες, καταλαβαίνετε τώρα, να ψάχνουν μέσα στα τόσα που είχαμε γίνει μπουλούκι όλοι, ένας σωρός, γιατί εκείνοι που ήσαν κάτω όταν έδωσε το μυδράλιο αμέσως μετά συνειδήσεως πήγαν να σηκωθούνε να σωθούνε. Οι άλλοι που ήσαν όρθιοι πάλι, για να φυλαχθούν έπεφταν κάτω και γίναμε όλοι ένα μπουλούκι. ΄Ηρθαν κατόπιν και αυτοί που τραβούσανε απ’ τα πόδια, απ’ τα χέρια για να δώσουνε τη χαριστική βολή και καταλαβαίνετε τι αιματωμένο τόπο και σωρούς νεκρούς βρήκαν οι γυναίκες που ήρθανε. Μεταξύ των γυναικών αυτών ήτανε και η γυναίκα του Σουσάντα από το Μάνεσι, του Πάνου του Μπράτσικα που ‘τανε διευθυντής, αυτός υπάλληλος στην Τράπεζα Αθηνών και ενώ έψαχνε βρήκε τον άντρα της, σκοτωμένο και φαίνεται της έστριψε άρχισε να φωνάζει. «Πάνο, Πάνο, Πάνο βρε Πάνο που είσαι, έλα να δεις, τους σκότωσαν τους άντρες μας». Ευτυχώς βρέθηκε κάποια ψύχραιμη γυναίκα, την κούνησε και συνήλθε και δεν έπαθε τέλειο εγκεφαλικό. ΄Ετσι σώθηκα. Τώρα ίσως να μου πείτε όπως και πολλοί που ρωτάνε, γιατί έγινε αυτό...
αεροφωτογραφία μετά την σφαγή (φωτο γερμανικά αρχεία)

Μια αποκλειστική αφήγηση για τη σφαγή των Καλαβρύτων

«Ο θάνατος πλησίαζε στα Καλάβρυτα». Αυτά είναι τα λόγια ενός νεαρού κοριτσιού 18 ετών που υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας. «Όταν πληροφορηθήκαμε ότι έρχονται οι Γερμανοί, τρομοκρατηθή­καμε, αλλά προτιμήσαμε να μείνουμε στα σπίτια μας. Μόλις σταμάτησαν τα αυτοκίνητα, οι Γερμανοί σχημάτισαν ομάδες των τριών ατόμων και με τα όπλα στα χέρια άρχισαν να μπαίνουν στα σπίτια και στα καταστήματα, παίρνοντας μαζί τους, ό,τι τους άρεσε. Τρόφιμα, προικιά, πολύτιμα πράγματα φορτώθηκαν στα αυτοκίνητα. Αυτή η κατάσταση διήρκησε έως τις 12 του μήνα (Δεκεμβρίου 1943). Σκεφτήκαμε ότι ίσως οι Γερμανοί να ικανοποιούνταν μόνο λαφυραγωγώντας. Το πρωί στις 13 Δεκεμβρίου 1943, τα ξημερώματα, η καμπάνα της εκκλησίας άρχισε να κτυπά. Ο Κήρυκας τριγύρναγε στους δρόμους φωνάζοντας: 
«Οι Γερμανοί διέταξαν να μαζευτούν όλοι οι κάτοικοι στο σχολείο. Άντρες, γυναίκες, κορίτσια και αγόρια έως τον τελευταίο. Όποιος λείπει, θα εκτελεστεί». Οι κάτοικοι των Καλαβρύτων δεν μπορούσαν να φανταστούν την τραγωδία που τους περίμενε. Νόμιζαν ότι οι Γερμανοί θα έπαιρναν το πολύ ορισμένους ομήρους, όπως είχε γίνει σε άλλες πόλεις της Πελοποννήσου. Λες και σπρώχτηκαν από τη μοίρα, πολλοί νέοι άντρες που έλειπαν, είχαν γυρίσει πάλι αυτές τις ημέρες στα Καλάβρυτα... Πού να γνωρίζουν αυτοί οι άτυχοι τι τους περίμενε. Όλοι ήταν τόσο σίγουροι ότι δεν θα συνέβαινε τίποτε. Πολλοί ξένοι, κάτοικοι των Πατρών, της γύρω περιοχής και βοσκοί από τα γειτονικά χωριά ήρθαν και αυτοί στην συγκέντρωση. Ακόμη και τρεις αντάρτες που κρύβονταν στα Καλάβρυτα ήταν παρόντες. Αν υποψιάζονταν τι θα συνέβαινε, πολλοί θα το είχαν σκάσει, ή θα αντιστέκονταν. Όμως ο Κήρυκας σύμφωνα με τις διαταγές των Γερμανών πρόσθετε: "Όλοι οι άντρες να πάρουν μαζί τους ψωμί και ένα καλάθι" που σήμαινε ότι δεν θα γινόταν εκτέλεση. Μετά από μισή ώρα, όλοι οι κάτοικοι των Καλαβρύτων και όλοι οι ξένοι είχαν συγκεντρωθεί στο σχολείο. Όλοι οι άντρες από 16 έως 65 ετών διατάχθηκαν να μείνουν στο προαύλιο. Η επιλογή έγινε από τους ίδιους τους άντρες στους διαδρόμους. Κάθε ψηλό παιδί έμπαινε μαζί με τους άντρες, από τα οποία πήραν μόνο 7, που έδειχναν καθαρά ότι ήταν πάνω από 17. 
Μετά το τέλος του διαχωρισμού, διέταξαν εμάς τις γυναίκες να μείνουμε μέσα στα δωμάτια. Ήμασταν πάνω από 200. Ήμασταν τόσο πολύ πιεσμένες μεταξύ μας, που δεν μπορούσαμε να κουνήσουμε τα χέρια μας. Στο προαύλιο, οι άντρες, περίπου 500, είχαν τοποθετηθεί σε σειρές των τεσσάρων. Από τα παράθυρα του σχολείου, οι γυναίκες άρχισαν να φωνάζουν, "Πού πάτε τους άντρες μας;" Οι Γερμανοί αποκρίθηκαν "Πάμε να τους δείξουμε κάτι και μετά θα τους ξαναδείτε". Πέρασαν δέκα λεπτά και ξαφνικά είδαμε από τα παράθυρα καπνούς και φλόγες που έρχονταν από το σπίτι του δοσίλογου. Και μετά από λίγο, αρχίσαμε να αισθανόμαστε ανυπόφορη ζέστη και καπνό. Το πάτωμα έκαιγε τα πόδια μας. 
Οι Γερμανοί είχαν βάλει φωτιά στο σχολείο. Τρελαθήκαμε. Όλοι αυτοί που ήταν κοντά στα παράθυρα άρχισαν να σπάνε τα τζάμια και να ρίχνονται κάτω από τα παράθυρα. Πέντε γυναίκες πήδηξαν ενώ άλλες έριχναν τα παιδιά απέξω, παρότι το ύψος ήταν μεγάλο και τα παιδιά τραυματίστηκαν. Οι γυναίκες που κατάφεραν να βγουν έξω, έτρεξαν στις πόρτες να μας ελευθερώσουν. Από τις μισόκλειστες πόρτες προσπαθούσαν όλες οι γυναίκες να βγουν έξω, ενώ οι φλόγες άρχισαν να καίνε το σχολείο». «Τέσσερεις γυναίκες που ήταν κοντά στις μισόκλειστες πόρτες έπεσαν κάτω και ποδοπατήθηκαν από εμάς. Όταν βγήκαμε έξω από το σχολείο και αναπνεύσαμε καθαρό αέρα, κοίταξα γύρω και στον ουρανό. 
Ήταν κόκκινος σαν να είχε χυθεί πάνω του αίμα». Εν τω μεταξύ οι άντρες που συνοδεύονταν από την γερμανική δύναμη, οδηγήθηκαν στο νεκροταφείο της πόλης στους πρόποδες του βουνού, εκεί όπου υπάρχει ένα παλιό κάστρο. Εκεί ο Διοικητής τους διέταξε να περιμένουν. Όλοι τους άρχισαν να μιλάνε, σχηματίζοντας ομάδες και άλλοι ξάπλωσαν χάμω. Όλοι τους ήταν ξέγνοιαστοι. Όμως, ενώ μιλούσαν, πρόσεξαν ότι οι Γερμανοί ετοίμαζαν τα όπλα.

«Σας φέραμε εδώ ώστε να μπορείτε να δείτε τι όμορφα καίγεται η πόλη σας και τα σπίτια σας». Ένας από τους άντρες ρώτησε: «Πού είναι οι γυναίκες μας και τα παιδιά μας;».«Είναι εδώ κοντά», απάντησε ένας Γερμανός Αξιωματικός. Και πριν τα θύματα βρουν χρόνο για να ξεφύγουν, ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί από τα αυτόματα. Μέσα σε λίγα λεπτά, όλοι οι άντρες των Καλαβρύτων είχαν σκοτωθεί. Ούτε ένας άντρας δεν στεκόταν όρθιος. Αίμα παντού. Οι Γερμανοί πλησίασαν τους δολοφονημένους και τους πυροβολούσαν στα κεφάλια με ρεβόλβερ. Περίπου πενήντα άντρες, οι οποίοι όταν οι Γερμανοί άρχισαν να πυροβολούν, ξάπλωσαν κάτω, δεν σκοτώθηκαν αμέσως. Τους δολοφόνησαν όμως μετά οι Γερμανοί με τα ρεβόλβερ. Μεταξύ αυτών των αντρών ήταν ένας ο οποίος βλέποντας ότι ήταν καταδικασμένος, γέμισε τις χούφτες με αίμα από έναν διπλανό και το έριξε στα μούτρα του και στους κροτάφους του. Οι Γερμανοί πιστεύοντας ότι αυτός ήταν στα αλήθεια νεκρός, τον πυροβόλησαν επιπόλαια. Η σφαίρα αστόχησε και αντί να διαπεράσει το μέτωπό του, τον χτύπησε στο σαγόνι. Αργότερα, σύρθηκε έξω από αυτή την κόλαση και πήγε στην αδελφή του η οποία τον περιποιήθηκε. Σε αυτόν οφείλουμε τις πιο πάνω πληροφορίες και λεπτομέρειες της σφαγής. Όταν οι Γερμανοί τελείωσαν το φρικτό τους έργο, έστειλαν έναν Αξιωματικό να πληροφορήσει τις γυναίκες, οι οποίες ήταν στην αυλή του σχολείου και είχαν ακούσει τους πυροβολισμούς. «Ελάτε να θάψετε τους άντρες σας». Είναι αδύνατο να περιγραφεί η σκηνή που ακολούθησε. Αλλά ας αφήσουμε το 18χρονο κορίτσι (που ήταν αυτόπτης μάρτυρας και ανησυχούσε για τον αδελφό της και η οποία πήγε μαζί με τις άλλες γυναίκες στο Γολγοθά των Καλαβρύτων) να μας δώσει μια εικόνα. «Η εικόνα που αντιμετωπίσαμε όταν φτάσαμε ήταν φρικιαστική. Τα παπούτσια μας είχαν μουσκευτεί στο αίμα. Κάθε μια από εμάς έψαχνε ανάμεσα στα πτώματα να βρει το δικό της. Εγώ έψαξα τρεις φορές ανάμεσα στους άντρες να βρω τον αδελφό μου. Ήταν κι αυτός νεκρός. Είχε δύο σφαίρες από το αυτόματο στα πλευρά του. Ο τελευταίος πυροβολισμός είχε διαπεράσει το κεφάλι του…». «Με κλάματα και μοιρολόγια καθεμιά μας προσπαθούσε να θάψει τον νεκρό της. Αλλά δεν είχαμε ούτε φτυάρια ούτε άλλα εργαλεία. Όλα τα είχαν πάρει οι Γερμανοί. Μέσα στην απελπισία μας, αρχίσαμε να σκάβουμε με τα χέρια μας, αλλά δεν μπορούσαμε να σκάψουμε βαθύτερα από 2 με 3 εκατοστά. 
Βάλαμε τα πτώματα το ένα δίπλα στο άλλο, τα σκεπάσαμε με λίγες πέτρες και χώμα που μεταφέραμε λίγο-λίγο στις ποδιές μας. Μείναμε όλη την νύχτα κοντά στους νεκρούς κλαίγοντας και τρέμοντας. Την Τρίτη, αρχίσαμε πάλι το μακάβριο έργο μας. Κανείς δεν ερχόταν να μας βοηθήσει. Την Τετάρτη, οι χωρικοί από την Κέρτεγη μας έφεραν ψωμί και κουβέρτες και οι άντρες μας βοήθησαν να θάψουμε τους νεκρούς στο νεκροταφείο... . Το απόγευμα πια, στις 13 Δεκεμβρίου, οι μοναχοί της Αγίας Λαύρας έμαθαν για τη σφαγή και την καταστροφή των Καλαβρύτων. Με το φόβο γι’ αυτό που τους περίμενε, αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την μονή. Κάλεσαν μια γενική συγκέντρωση, όπου αποφάσισαν ότι ένας φύλακας της τιμής θα θυσιαζόταν και θα έμενε πίσω στο μοναστήρι. Τράβηξαν κλήρο και ο κλήρος έτυχε στους μοναχούς Ευθάλιο, Βασίλειο και Σεραφείμ. Μετά οι Μοναχοί της Τιμής κοινώνησαν. 
Οι άλλοι, αφού τους αγκάλιασαν, πήραν μαζί τους όλους τους θησαυρούς του μοναστηριού. Μετά από μιάμισυ ώρα, έφτασαν οι Γερμανοί και σκότωσαν τους τρεις μοναχούς κάτω από το δένδρο της επανάστασης και έβαλαν φωτιά στο μοναστήρι. Αυτό το μοναστήρι είχε κτιστεί κατά τον 16ο αιώνα και είναι ιστορικό. Είναι εκεί όπου ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ανέγειρε στις 25 Μαρτίου το Λάβαρο της Επανάστασης. Τα θύματα των Καλαβρύτων, σύμφωνα με την επίσημη αναφορά του διοικητή της Γερμανικής Δύναμης, ανέρχονταν στα 669. Τα θύματα ολόκληρης της περιοχής ήταν 921. Αλλά σε αυτούς πρέπει να προστεθούν και οι 93 από τους Ζάχλωρους. Και αυτοί από τα άλλα δύο χωριά που δεν αναφέρονται στην αναφορά. Οι Γερμανοί εξόντωσαν, στην περιοχή των Καλαβρύτων περίπου 1000 Έλληνες. Η σφαγή των Καλαβρύτων θα περάσει στην ιστορία ως ένα από τα πιο φρικιαστικά εγκλήματα της Γερμανίας.
Συνεχίσαμε να ανεβαίνουμε τον λόφο, όπου είδαμε ένα σωρό από ανθρώπινα σώματα και αρκετές γυναίκες να θρηνούν και να οδύρονται, μετακινώντας νεκρά σώματα, προσπαθώντας να εντοπίσουν τους δικούς τους νεκρούς, με τα παπούτσια τους βουτηγμένα σε μια κόκκινη λάσπη από χώμα και αίμα.[2] Βρήκαμε τον πατέρα μου σχεδόν αμέσως, διότι βρισκόταν μερικά μέτρα πιο μπροστά από τη μεγάλη μάζα των νεκρών, κάτι που συμπίπτει με τα λεγόμενα του θείου μου Γ. Γεωργαντά, ότι με την έναρξη των πυροβολισμών τον είδε να ορμά προς τα πολυβόλα, προφανώς σε μια ύστατη προσπάθεια ή κίνηση απελπισίας. Το σώμα του διάτρητο από σφαίρες και ένα βαθύ τραύμα από ριπή πολυβόλου στη δεξιά τραχηλική χώρα, που πρέπει να ήταν και το θανατηφόρο. Είναι φανερό ότι, επειδή κινήθηκε με ορμή εναντίον τους, έστρεψαν τις βολές τους επάνω του. Για την εξέλιξη των γεγονότων στον τόπο της εκτέλεσης θα αναφέρω αρκετές λεπτομέρειες που άκουσα από τον διασωθέντα θείο μου Γ. Γεωργαντά. 
Η ανησυχία των ανδρών στη ράχη του Καππή ήταν έκδηλη, έντονη και επιτεινόμενη ιδίως όταν είδαν να βγαίνουν πυκνοί καπνοί από τα σπίτια τους που είχαν παραδοθεί στις φλόγες. Τότε άρχισαν μερικοί να κάνουν κάποια οργανωμένη κίνηση διαφυγής. Χωρίστηκαν σε ομάδες με Επί κεφαλής κάθε ομάδας έναν έμπειρο πρώην στρατιωτικό από τους παρόντες. Αυτές όμως οι συνεννοήσεις μεταξύ τους και η αυξημένη κινητικότητα του κόσμου έγινε αντιληπτή από τους Γερμανούς οι οποίοι άρχισαν να ανησυχούν. Ζήτησαν τότε κάποιον για να μπορέσουν να επικοινωνήσουν μαζί τους και προτάθηκε ο πατέρας μου από τον κόσμο, που αγωνιούσε να μάθει τις σκέψεις των Γερμανών. Προχώρησε μόνος 10-15 μέτρα προς τα εμπρός όπου ευρίσκοντο οι Επί κεφαλής αξιωματικοί, εμπρός από ένα φυσικό ανάχωμα του εδάφους όπου είχαν στήσει μια σειρά μυδραλιοβόλα με τις κάνες τους στραμμένες προς τον κόσμο. Ο διάλογος που έγινε έτσι όπως τον μετέφερε ο πατέρας μου στον κόσμο και σε μένα ο Γ. Γεωργαντάς ήταν σε γενικές γραμμές ο εξής: 
η χαριστική βολή

Γερμανός Αξιωματικός (Τένερ): Διαπιστώνω μια διάχυτη νευρικότητα, ανησυχία στον κόσμο. 

Κ. Αθανασιάδης: Ο κόσμος έχει δίκαιο να ανησυχεί, γιατί μας φέρατε εδώ; Τι σκοπεύετε να κάνετε; Είμαστε φιλήσυχοι οικογενειάρχες.
Γερμανός Αξιωματικός (Τένερ): Είμαστε εδώ για να καταπολεμήσουμε τους αντάρτες. Θα κάψουμε τα σπίτια σας για να μην έχουν καταφύγιο οι αντάρτες. Εσάς δεν θα σας πειράξουμε. 
Κ. Αθανασιάδης: Ο κόσμος δεν πείθεται με αυτά που μας λέτε. 
Συνεχίζεται και επιτείνεται η ανησυχία και ο θόρυβος από τον κόσμο που βρίσκεται σε αναβρασμό και οι Γερμανοί φοβούνται ότι μπορεί να γίνουν επεισόδια, γι’ αυτό χρησιμοποιούν το τελευταίο ισχυρό ατού.
Γερμανός Αξιωματικός (Τένερ): Πείτε στον κόσμο ότι δεν θα σας πειράξουμε. ΄Εχετε τον λόγο της στρατιωτικής μας τιμής. 
Η υπόσχεση αυτή σε συνδυασμό με την άποψη πολλών Καλαβρυτινών από το πλήθος των παρόντων, ότι έπρεπε να αποφευχθούν βίαιες κινήσεις, διότι φοβόντουσαν ότι μπορεί να σκοτώσουν τα γυναικόπαιδα που κρατούσαν, οδήγησαν σε αναστολή της προσπάθειας οργάνωσης διαφυγής. Στο διάστημα των ωρών που ακολούθησαν κορυφώθηκε η αγωνία και ο φόβος, ιδίως όταν από το αρχηγείο των Γερμανών κάπου στο κέντρο των Καλαβρύτων, που πλέον καιγόντουσαν απ’ άκρου εις άκρον έπεσε μια κίτρινη φωτοβολίδα και ακολούθησε μια δεύτερη πράσινη και τέλος μια τρίτη κόκκινη με την οποία ο Γερμανός αξιωματικός του αποσπάσματος έδωσε το σύνθημα, κατεβάζοντας απότομα το ανυψωμένο χέρι του, οπότε άρχισαν όλα τα πολυβόλα να πολυβολούν το πλήθος. Ακούστηκαν φωνές, βρισιές και κραυγές πόνου, ενώ όλοι έπεσαν κάτω και ο καθένας προσπαθούσε να καλυφθεί κάτω από αυτούς που χτυπήθηκαν πρώτοι. 
Ο Πάνος ο Γεωργαντάς πρόλαβε και φώναξε δυνατά «των πολλών ο θάνατος ουκ έστι θάνατος». Και κατέληξε ο θείος μου: «Πριν πέσω κάτω, κοίταξα να δω που βρίσκεται ο πατέρας σου. Τον είδα να ορμά προς τα πολυβόλα με τα χέρια τεντωμένα σαν να ήθελε να σταματήσει το κακό που ερχόταν, φωνάζοντας και βρίζοντας τους Γερμανούς άτιμους, γουρούνια, ώσπου τα πολυβόλα του σφράγισαν το στόμα». Παρά τον καταιγισμό των πυρών που διήρκεσαν αρκετά λεπτά, πολλοί από το πλήθος ήταν ζωντανοί (ανέπαφοι ή τραυματίες). Αυτούς τους υπολογίζει ο Γ. Γεωργαντάς σε 200-300, ενώ ο ίδιος ήταν ζωντανός και ανέπαφος και συζητούσε ψιθυριστά με τους γύρω του. ΄Ενας εξ αυτών, ο φαρμακοποιός Τάκης Πανταζής, είχε τραυματισθεί, πονούσε και φώναζε και οι άλλοι γύρω του τον παρακαλούσαν να μη φωνάζει και προκαλέσει την προσοχή των Γερμανών και ανακαλύψουν ότι υπάρχουν εκεί και άλλοι ζωντανοί. Δυστυχώς την εκτέλεση ακολούθησε η διαδικασία της χαριστικής βολης από τρεις Γερμανούς, που τους ανέσυραν έναν-έναν και τους πυροβολούσαν από μικρή απόσταση. 
Ο Γ. Γεωργαντάς βλέποντας ότι δίνουν τη χαριστική βολή, έμεινε ακίνητος, κράτησε την αναπνοή του και τα μάτια του ανοικτά, όπως ήξερε ότι γίνεται με αυτούς που φονεύονται και αφού είχε φροντίσει νωρίτερα να αλείψει πρόσωπο, κεφάλι και χέρια με αίμα που έτρεχε άφθονο δίπλα του από άλλους σκοτωμένους. Κατάφερε προφανώς να πείσει ότι είναι νεκρός τους δύο πρώτους που τον προσπέρασαν, ο τρίτος όμως κάτι υποψιάσθηκε και τον πυροβόλησε. Η σφαίρα διαπέρασε την τραχηλική χώρα, χωρίς παραδόξως να τραυματίσει τα μεγάλα αγγεία (καρωτίδες, σφαγίτιδες) και νεύρα αυτής της περιοχής. Φαίνεται ότι έχασε αρκετό αίμα και λιποθύμησε. Μετά από χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να προσδιορίσει άρχισε να συνέρχεται και με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να ανασηκωθεί και να καθίσει. Διαπίστωσε ότι οι Γερμανοί είχαν φύγει. 
Θυμάται και αναφέρει τραγικές εικόνες γεγονότων που διαδραματίστηκαν δίπλα του, πριν δεχτεί τη χαριστική βολή και ο ίδιος, όπως την εκτέλεση του συμμαθητή μου Ντίνου Αλεξόπουλου, που γύριζε γύρω από τον Γερμανό ο οποίος δυσκολευόταν να τον πυροβολήσει και τελικά του έβαλε τρικλοποδιά και όταν έπεσε κάτω τον πυροβόλησε, ενώ την τραγική στιγμή παρακολούθησε ο πατέρας του, ο οποίος ήταν επίσης ζωντανός, αλλά ανίκανος να προσφέρει βοήθεια στο παιδί του. Παρόμοια σκηνή μου διηγήθηκε και με τον Ντίνο Δημόπουλο, γιο του καθηγητή Αντώνη Δημόπουλου, ο οποίος παρακαλούσε να μην τον σκοτώσουν φωνάζοντας «Μη με σκοτώσεις, είμαι μικρό παιδί, δεν σας έχω κάνει τίποτα». Ο Γιώργος Γεωργαντάς, μετά και ένα δεύτερο επεισόδιο λιποθυμίας που εμφάνισε, κατάφερε τελικά να σταθεί στα πόδια του και άρχισε τρικλίζοντας να κατεβαίνει προς τα Καλάβρυτα. Ο αριθμός των εκτελεσθέντων υπολογίζεται σε 700-800. 

Ξημέρωσε κι οι γυναίκες είχαν ήδη ανοίξει τραβέρσο με τον τόπο της εκτέλεσης. Την ίδια διαδρομή ξεκίνησε ν’ ακολουθεί κι η μητέρα μου. Πήγαιναν όχι μόνο να εντοπίσουν και να κλάψουν τους δικούς τους, αλλά και να βρουν τρόπο να τους θάψουν. Η μία βοηθούσε την άλλη, κι όλες μαζί φύλαγαν τους σκοτωμένους να μην τους φάνε τα σκυλιά και τους σκυλέψουν οι κλέφτες. Εμείς, τα παιδιά, νηστικά τριγυρνούσαμε στα χαλάσματα και στα αποκαΐδια των σπιτιών της γειτονιάς να βρούμε ό,τι είχε απομείνει από τα πράγματά μας. Δεν θα ξεχάσω την ταραχή που ένιωσα, όταν βρήκα παραμορφωμένο το κρεβάτι μου, σωροκουβαριασμένο στο υπόγειο του σπιτιού μας μαζί με άλλα πράγματα του νοικοκυριού.[3] Το απόγευμα, αργά, γύρισε η μάνα μας ‒ κουρασμένη και καταματωμένη, φορώντας κάτι αντρικά παπούτσια, που της είχαν δώσει από έναν σκοτωμένο. Ψάχνοντας στα αποκαΐδια για κανένα κομμάτι ψωμί, βρήκε στη μισοκαμένη κουζίνα μας το τσουρουφλισμένο από τη φωτιά φαγητό που είχε ετοιμάσει την προηγούμενη της καταστροφής. Λίγο φάγαμε, μοιράσαμε και στη γειτονιά κι έτσι ξεγελάσαμε την πείνα μας εκείνη τη μέρα. 

Αργότερα, δεν ξέρω μετά από πόση ώρα, ακούσαμε σπαρακτικές κραυγές απ’ το γειτονικό σπίτι, του Κυριακόπουλου. Η ομίχλη στο μεταξύ είχε διαλυθεί, τρέξαμε προς εκεί. Αντικρίσαμε στην απέναντι πλαγιά το τραγικό θέαμα που, παρ’ όλη την αρκετά μεγάλη απόσταση, φαινόταν ξεκάθαρα τι είχε συμβεί.[4] Ξεκινήσαμε τρέχοντας για εκεί. Το πρώτο πράγμα που αντικρίσαμε ήταν το ρυάκι που πέρναγε μπροστά απ’ το σπίτι Τσαπάρα, λίγο πριν από το νεκροταφείο, να είναι κατακόκκινο απ’ το αίμα που είχε δεχθεί και την Κατσίνη να κατεβαίνει σκούζοντας απ’ τον τόπο της εκτέλεσης με τα μαλλιά της ανακατωμένα, ενώ τα πόδια και τα χέρια της μέχρι τις κλειδώσεις να είναι βουτηγμένα στο αίμα. Ποιος ξέρει πάνω σε πόσους νεκρούς πάτησε και πόσους αναποδογύρισε ψάχνοντας, μέσα στο σωρό των σκοτωμένων, για να βρει τον άνδρα της∙ έμοιαζε με άνθρωπο τρελό και δεν μπορώ να φανταστώ που πήγε τρέχοντας. Προχωρήσαμε, με τη μητέρα μου, τρέχοντας τον ανήφορο. Φθάνοντας αντικρίσαμε το τραγικό θέαμα των σκοτωμένων ανθρώπων∙ ήταν πεσμένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Τότε κάτι πρέπει να συνέβη στο μυαλό μου, γιατί από εκείνη τη στιγμή και μετά η μνήμη μου άρχισε να λειτουργεί με διαλείψεις. Υπάρχουν πράγματα που τα θυμάμαι πολύ καθαρά σαν να συνέβησαν σήμερα, άλλα δεν τα θυμάμαι καθόλου, λες κι ήμουν απών και άλλα, υπάρχουν στιγμές, που τα θυμάμαι καθαρά∙ θυμάμαι ή νομίζω ότι τα θυμάμαι; Δεν θυμάμαι καθόλου σε ποιο σημείο βρέθηκε ο πατέρας μου. Δεν θυμάμαι να έκλαψα. (Κλαίω, τώρα που γέρασα, όταν τα θυμάμαι). Δεν έχω την εικόνα της μητέρας μου να σέρνει στον κατήφορο πάνω στην κουβέρτα το άψυχο σώμα του πατέρα. ΄Εχω, όμως, στο μυαλό μου την εικόνα της μητέρας μου στο μονοπάτι να κάθεται στο χώμα, ίσως για να ξεκουραστεί, να κλαίει με αναφιλητά δίπλα στο σώμα του σκοτωμένου πατέρα μου και δίπλα να περνούν γυναίκες κλαίγοντας και σέρνοντας πάνω σε κουβέρτες τα ματωμένα κορμιά των ανθρώπων τους.
Από τη σφαγή των Καλαβρυτινών γλύτωσαν οι κατωτέρω: 1) Αδαμόπουλος Χ., 2) Αλεξόπουλος Γ., 3) Γεωργαντάς Γ., 4) Καρακάσης Χ., 5) Κώνστας, 6) Μπελογιάννης Κ., 7) Νικολαΐδης Π., 8) Σαμοθρακίτης Γ., 9) Σαρματζόπουλος Π., 10) Σαρανταυγάς Π., 11) Πηλιόπουλος Τ., 12) Φερλελής Α., 13) Κωστόπουλος Σ. 

Ένας διασωθείς θυμάται...
Ο Παναγιώτης (Τάκης) Σαμαρτζόπουλος, από τα Καλάβρυτα, γεωργο­κτηνο­τρό­φος, είχε το «προνόμιο» να είναι ένας από τους δέκα τρεις επιζήσαντες από τα δολοφονικά βόλια της Βέρμαχτ. Σε μια αποκαλυπτική μαγνητοφωνημένη συζήτηση με το συγγραφέα, κατέθεσε τη δική του συγκλονιστική μαρτυρία για την Τραγωδία των Καλαβρύτων. 
Π.Σ.: Οι Γερμανοί μετά τη μάχη των Ρωγών-Κερπινής και το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων, σχεδίασαν και πραγματοποίησαν την Επιχείρηση Καλάβρυτα. ΄Ετσι γερμανικές φάλαγγες μαζί με γερμανοντυμένους των Ελληνικών Ομάδων Ασφαλείας, εξόρμησαν κατά των Καλαβρύτων από την Τρίπολη, την Πάτρα, το Αίγιο. Η Επιχείρηση Καλάβρυτα, άρχισε στις 5 Δεκεμβρίου 1943 και τερματίστηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1943. Το πρωί της Πέμπτης 9 Δεκεμβρίου 1943 οι πρώτες γερμανικές μηχανοκίνητες και πεζοπόρες γερμανοελληνικές μονάδες, έφθασαν στη Βυσωκά. ΄Εγινε η συγκέντρωση των Βυσωκιωτών στο προαύλιο της Αγίας ΄Αννας. Μετά οι Γερμανοί μπήκαν στα Καλάβρυτα. ΄Εκαναν ένα κλειό γύρω από την πόλη. Ο καθένας μπορούσε να μπαίνει στα Καλάβρυτα αλλά δεν μπορούσε να βγαίνει. Το δόκανο του θανάτου στήθηκε. Επικράτησαν συνθήκες τρόμου, αγωνίας, αβεβαιότητας. Ο κόσμος κλείστηκε στα σπίτια του και κανένας δεν μπορούσε να δώσει υπεύθυνες κατευθύνσεις και πληροφορίες. Ο καθένας ζούσε και ενεργούσε για τον εαυτό του. Η συμπεριφορά των Γερμανών ήταν υποκριτική. ΄Εβλεπες πρόσωπα βλοσυρά, αγριεμένα, μανιασμένα για εκδίκηση. ΄Εβλεπες και πρόσωπα γριφώδη, πρόσωπα καμουφλαρισμένα που προσπαθούσαν με τη σιωπή τους να δείξουν ότι είναι γερμανοί. Αλλά τα γερμανικά ρούχα έχασκαν πάνω τους και με προσοχή διέκρινες ότι οι Γερμανοί, δεν ήταν Γερμανοί... ΄Ηταν κάτι το καμουφλαρισμένο... Ντρέπομαι να το πω αλλά, αυτό, δυστυχώς, είναι η πραγματικότητα. ΄Ακουγες σπασμένα Ελληνικά, αναμασήματα και προσποιητές γερμανικές αρθρώσεις, αλλά έδειχναν καθαρά ότι το καμουφλάρισμα δεν ήταν τέλειο. ΄Επειτα η συμπεριφορά τους πρόδωσε. Το πλιάτσικο στα σπίτια, το τραχονολόγημα, το σπάσιμο των μαγαζιών, η λαφυραγώγηση των νοικοκυριών, το κλέψιμο των Καλαβρυτινών αρχοντικών. Οι προίκες από τις Καλαβρυτινές σουφρώθηκαν από τις 9-12 Δεκεμβρίου 1943. Δύσκολα να πιστέψω ότι αυτό ήταν έργο των Γερμανών. Είχε εμφανή τα ελληνικά χαρακτηριστικά.[5]
Δ.Κ.: Πώς έγινε η μεταφορά σας στο χωράφι του Καπή;
Π.Σ.: Από το Δημοτικό Σχολείο όπου γινόταν ο διαχωρισμός και ο χωρισμός μας από τις γυναίκες μας και τα παιδιά μας. Αμέσως χωριζόμαστε σε ομάδες συντεταγμένες και με τη συνοδεία στρατιωτών οδηγηθήκαμε στο χωράφι του Καπή. Προχωράτε, μην κοντοστέκεστε. Προχωράτε, μην χαζεύετε... ήταν οι προσταγές στα ελληνικά των συνοδών σιδηρόφρακτων γερμανών (;) στρατιωτών. ΄Ετσι στοιβαχτήκαμε στο χωράφι του Καπή. Μας μέτρησαν κιόλας. ΄Ακουγα: ΄Ενας, δύο, τριάντα πέντε, εκατό... τριακόσια πενήντα... πεντακόσια έντεκα... πεντακόσια ογδόντα... πάντα σε άπταιστα ελληνικά. Παραξενεύτηκα και αναρωτήθηκα: Μα οι Γερμανοί μετρούν ελληνικά;... Τα Καλάβρυτα είναι ζωσμένα από τους Γερμανούς. ΄Ολα τα υψώματα είχαν ισχυρές σκοπιές. Στην Αγία Βαρβάρα, τον Αηλιά στην Βελιά, το Κάστρο, παντού Γερμανοί-Γερμανοί-Γερμανοί... Στοιβαχτήκαμε στο χωράφι του Καπή. Απέναντι στην Γαϊδουροράχη καμουφλαρισμένα πολυβόλα και στρατιώτες σε θέσεις βολής. Αμέσως βρεθήκαμε σε έναν σφιχτό κλοιό θανάτου... Στο αλώνι του Ζήσιμου πολυβόλα... πολυβόλα... με τις μπούκες τους στραμένες επάνω μας.
Ο Διοικητής του 749 Jager Retsiment Αντισυνταγματάρχης της Βέρμαχτ Julius Wolfinger, Αρχηγός της UNTERNEHMEN KALAWRYTA.
Περιμένοντας το θάνατο... 

Δ.Κ.: Πώς σας παρέταξαν στο χωράφι του Καπή;
Π.Σ.: Στην πρώτη σειρά οι Παπάδες. Κοντά τους οι Προύχοντες, ο Πρόεδρος της Κοινότητας, ο Γυμνασιάρχης, οι Καθηγητές, οι Δημόσιοι Υπάλληλοι, οι Τραπεζιτικοί. Πίσω όλοι οι άλλοι. Μπροστά μας ο Τένερ. ΄Ενας λεπτός, μάλλον ψηλός, φακιδιασμένος λοχίας. Δεν είχε όψη καθαρόαιμου Γερμαναρά. Μάλλον περισσότερο Αυστριακός ήταν. Δίπλα του οι συμβουλάτορές του, ο ένας πρέπει να ήταν ΄Ελληνας και μάλλον Αξιωματικός... ΄Εφθασε και η δεύτερη παρτίδα από τους Καλαβρυτινούς. Μπήκαν και αυτοί στη θέση τους. Θα ήταν η ώρα 10.00΄. Τότε μπήκαν και οι ταινίες στα πολυβόλα στην Γαϊδουροράχη. Μετά ακούστηκε στα ελληνικά μια φωνή: Θέλω τον Σαμψαρέλο και τον Ντάνο, ήταν Τραπεζιτικοί. Τους πήραν και έφυγαν πάλι για τα Καλάβρυτα. ΄Υστερα από λίγο ξαναγύρισαν. ΄Ηταν κίτρινοι, σαν φλουρί. Λήστεψαν τις Τράπεζες. Τα ξεσήκωσαν όλα... όλα. Δεν άφησαν τίποτε. Σίγουρα δεν την έχουμε καλά... είπαν στους ανυπόμονους και περιέργους να μάθουν νέα Καλαβρυτινούς.
Δ.Κ.: Τί κατάσταση επικρατούσε στην πόλη;
Π.Σ.: Το ρολόϊ χτύπησε έντεκα, νταν... νταν... νταν... έντεκα φορές. Τότε άρχισαν να ανεβαίνουν καπνοί στον ουρανό. ΄Αρχισαν να καίγονται τα Καλάβρυτα. Γέμισε ο ουρανός από καπνούς. Εμείς βλέπαμε τα σπίτια μας, τις περιουσίες μας να γίνονται στάχτη. Παγωνιά επικράτησε. Παγωνιά και αγωνία. Οι γυναίκες, τα παιδιά... Οι γυναίκες τι κάνουν οι οικογένειές μας; Ο Τένερ, οι συνεργάτες του κάγχαζαν. Απολάμβαναν το θέαμα. Διασκέδαζαν με την αγωνία μας, με το μαρτύριό μας. Κάποιοι ζήτησαν εξηγήσεις. Τί γίνεται, πού μας πάνε, πού είναι τα γυναικόπαιδα; Απάντησε ο Τένερ: Δεν θα πάθετε τίποτα. Μην ανησυχείτε. Θα κάψουμε τα σπίτια σας... ΄Εχετε το λόγο μου, δεν θα πάθετε τίποτα... Κάποια ανακούφιση. Αλλά πρόσκαιρη. Δεν βαριέσαι. Ας καούν... Θα τα χτίσουμε πάλι από την αρχή. Τα γυναικόπαιδα να ‘ναι καλά... Αλλά ξαφνικά όλα άλλαξαν... Το ρολόϊ ξαναχτύπησε. Νταν... νταν... νταν... δώδεκα φορές. Τότε έπεσε η πρώτη φωτοβολίδα. Οι Γερμανοί ξάπλωσαν, έλαβαν θέση βολής. Ο Τένερ ανασκουμπώθηκε και κινούσε τα χέρια προς τα πολυβόλα. Δεν καταλάβαμε την κίνηση του χεριού του Τένερ. Σηκωθήκαμε. Είδαμε το Δημοτικό σχολείο στις φλόγες. Νέα αγωνία... Κόπηκαν τα πόδια μας... Οι γυναίκες... Καίνε τις γυναίκες... Νέα φωτοβολίδα. Μάλλον πράσινη αυτή τη φορά. Νέες κινήσεις του Τένερ... μετά νέα φωτοβολίδα... μάλλον κόκκινη αυτή τη φορά... μετά άρχισαν τα πολυβόλα. ΄Αρχισαν να ξερνούν φωτιά και σίδερο. ΄Ολα τα πολυβόλα έβαλαν εναντίον μας απροειδοποίητα. Πέσαμε κάτω, άλλοι έπεφταν, άλλοι σηκωνόντουσαν. Και τα πολυβόλα ξερνούσαν φωτιά και ατσάλι κρρρ... κρρρ... κρρρ... Το μακελειό είχε αρχίσει. Η Μεγάλη Σφαγή σε όλο το μεγαλείο της. Τα πολυβόλα του Χίτλερ, τα πολυβόλα της ντροπής σημάδευαν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τον πολιτισμό. Τα πολυβόλα του Τένερ δολοφονούσαν την ηθική, δολοφονούσαν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δολοφονούσαν την ίδια την εκτελεστή αφού ο στρατιωτικός του λόγος δεν κράτησε παρά μόνο λίγα λεπτά... Εγώ ήμουν μαζί με τον Τσεντούρο και τον Γιώργη Κυριακόπουλο. Τότε πετάχτηκε ο Δημήτρης Οικονόμου ο Πανελλήνιος. Είμαι φίλος σας, είμαι γερμανόφιλος... Είμαι δικός σας άνθρωπος... Καμία ανταπόκριση. Μια ριπή και ο γερμανόφιλος Πανελλήνιος διπλώθηκε στα δύο. Δεν ξανασηκώθηκε ποτέ. ΄Επεσα κάτω μαζί με τον Κυριακόπουλο. Τότε δέχτηκα έξη μέχρι οκτώ βλήματα στο πόδι, μια στο σαγόνι. Δίπλα μου ο Κυριακόπουλος. 
Τάκη πονάω, χάνω αίμα, σβύνω... Κουράγιο Γιώργη, μη μιλάς, μην κουνιέσαι, κάνε τον σκοτωμένο... Πονάω, χάνω αίμα, ωχ... ωχ... Δεν ξαναμίλησε ποτέ ο Κυριακόπουλος. ΄Εκανα τον σκοτωμένο. Οι Γερμανοί άρχισαν να μας μετακινούν, να μας αναποδογυρίζουν και να δίνουν τη χαριστική βολή... μπαμ... μπαμ... μπαμ... Μετά γδούποι και σιγή. Μετά η σειρά για κάποιον άλλο. Μπαμ... μπαμ... μπαμ... Μετακίνησαν και εμένα, με γύρισαν ανάσκελα. 
Δεν κινήθηκα. Δεν μίλησα. Κάποιος με πάτησε. Συγκρατήθηκα, δεν μίλησα. ΄Αστον αυτόν, είναι τελειωμένος, είπε κάποιος στα ελληνικά. Συνέχισε, συνέχισε να τελειώνουμε, είπε ένας άλλος, πάλι στα ελληνικά. ΄Εριξαν κάποιον επάνω μου. Δεν κρατήθηκα και βόγγηξα. Αμέσως μετά... Μπαμ... μπαμ... μπαμ... έφαγε δύο χαριστικές βολές. Τελείωσε. Κάποια στιγμή επικράτησε ησυχία. 
Η αποστολή τελείωσε; Εσείς ρίξατε στο πηγάδι τους συντρόφους μας;... κάποιος ψέλισε στα ελληνικά... Θέλανε να παίξουν με τους Γερμανούς;... είπε κάποιος άλλος, και αυτό στα ελληνικά. ΄Ακουγα, πονούσα, σφάδαζα αλλά και αηδίαζα. ΄Ακουγα ελληνικά να χαίρονται, άκουγα ΄Ελληνες να μετράνε, άκουγα ΄Ελληνες ικανοποιημένους για το μεγάλο μακελειό... Ντροπή... ντροπή... ντροπή... Μετά μια φωνή έσκισε τον ουρανό Αλλαααααα.... ΄Αρχισαν οι Γερμανοί να τρέχουν, περνούσαν επάνω μας πατώντας μας, έτρεχαν σαν άλογα να συνταχθούν πιο κάτω. Κάποιος δεν άντεξε, σηκώθηκε να δει τι γίνεται. ΄Ηταν ο Δημήτρης Καλδίρης. Κάποιος γύρισε και τον αποτελείωσε... ΄Ηταν ο τελευταίος Καλαβρυτινός που έπεφτε...

Έφυγαν τραγουδώντας...

Δ.Κ.: Οι Γερμανοί τι έκαναν;
Π.Σ.: ΄Εφυγαν. ΄Εφυγαν τραγουδώντας... Μετά άκουσα μια φωνή, τον Κώστα Μπελογιάννη. Τάκη μείνε όπως είσαι. Μην ταράζεσαι... μείνε όπως είσαι φεύγουν... ΄Εμεινα ακίνητος. ΄Ακουσα φωνές, γυναικείες φωνές... Γυναίκες, που είστε γυναίκες... σκότωσαν τους άντρες μας... τρέξτε... τρέξτε οι άντρες μας σκοτώθηκαν... ΄Εφτασε η Γυφτοχρήσταινα, η Γεωργία Τσαρουχά (Παπαβασιλείου) και άλλες. Ανασηκώθηκα... Ζήτησα ένα στήριγμα... ΄Αρχισα να περπατώ προς τα Καλάβρυτα... ΄Επεσα πάνω στον Βασίλη Μποτώνη... Τάκη πάρε την κατηφόρα... κουράγιο... Προχωρούσα σιγά-σιγά. ΄Επεσα πάνω σ’ ένα τσεκούρι γεμάτο αίματα και μυαλά. ΄Εφτασα στο σημείο όπου στεκόταν ο Τένερ. Είχε ένα πλάστη με τον οποίο ανοίγουν φύλλο οι γυναίκες. Τον είχε καρφώσει στη γη. Τον πήρα και στηριζόμενος σ’ αυτόν προχώρησα προς τα Καλάβρυτα... Με παρέλαβαν οι γυναίκες, μου έδωσαν νερό, με πήγαν στο σπίτι του Φεφέ όπου κάθησα. ΄Ηλθαν οι δικοί μου να με πάρουν. Είναι κι άλλοι ζωντανοί... Φροντίστε να τους βοηθήσετε... τους είπα. Δεν υπήρχαν φάρμακα, δεν υπήρχε τίποτε. Τα ρούχα έμειναν κολλημένα πάνω στις πληγές δύο ημέρες. ΄Ηλθε ο Αρίστος Θούας από το Λειβάρτζι, ο οποίος με περιποιήθηκε. ΄Εκοψε κρέατα, σιδέρωσε τα τραύματα με καφτό σίδερο. ΄Εκαψε σύρμα και καθάρισε τις πληγές και τα τραύματα. Ο Αρίστος Θούας με κράτησε στη ζωή. 
Οι γυναίκες πήγαν την άλλη μέρα να μεταφέρουν τα πτώματα. Κάποιο γερμανικό αεροπλάνο πετούσε πάνω από την εκτέλεση. 
Δ.Κ.: Τάκη Σαμαρτζόπουλε, είσαι βέβαιος, με το χέρι στην καρδιά, ότι στις 13 Δεκεμβρίου 1943 στη Ράχη του Καπή, τράβηξαν εναντίον των Καλαβρυτινών τη σκανδάλη και ΄Ελληνες;
Π.Σ.: Με το χέρι στη καρδιά και όλο το αίσθημα της ιστορικής ευθύνης, με ντροπή και οδύνη επαναλαμβάνω: Τους Καλαβρυτινούς εκτέλεσαν, δυστυχώς, γερμανοντυμένοι ΄Ελληνες... 
Τα πυρπολημένα Καλάβρυτα

Η ταφή των νεκρών...

Συγκλονιστική η αφήγηση της Βασιλικής Κυριακοπούλου, που σαν άνοιξε η πόρτα του σχολείου, που μαζί με τις άλλες Καλαβρυτινές την είχαν κλεισμένη, τρέχει στο χωράφι του Καπή. Ο τόπος ολόγυρα είχε κοκκινίσει από το αίμα. Θυμάται: «Περπατούσα μέσα στο αίμα. ΄Εψαξα πολύ και βρήκα τον άνθρωπό μου. Τον σήκωσα, τον έβαλα στην πλάτη μου και μοιρολογώντας τον κατέβασα στο νεκροταφείο. ΄Εσκαψα με τα νύχια μου και τον έθαψα. Το θέαμα στο νεκροταφείο ήταν ανατριχιαστικό. ΄Εβλεπε κανείς στους κορμούς των κυπαρισσιών στοιβαγμένα πτώματα. Σωριασμένες οικογένειες. Οι Καλαβρυτινοί ήρωες θάβονταν χωρίς παπά και τρισάγιο. Χωρίς κερί και λιβάνι...». Αλλά κι η νύχτα που ακολούθησε ήταν ακόμη πιο φριχτή, μια νύχτα που όσοι τη ζήσανε, και ξεχωριστά οι γυναίκες, την έχουνε κάθε στιγμή μπροστά στα μάτια γραμμένη άσβηστα στην καρδιά. Η ίδια θα πει: «Τη νύχτα τα σκυλιά άρχισαν να ουρλιάζουν. Ο παγωμένος αέρας άπλωνε παντού τη μυρωδιά του θανάτου. ΄Ακουγες τις γυναίκες να τριγυρίζουν σαν βρυκόλακες στους δρόμους και να ουρλιάζουν: Κώσταααα... Νίκο, Μανώλη, όλα τα ονόματα του χωριού. Πιο πάνω ο Παναγής, ο Σαρανταυγάς, είχε στήσει μοιρολόϊ που συνέχισε όλη τη νύχτα...». 

Έχω μεγάλο δρόμο να κάμω...

«Την άλλη μέρα πήγα και στο νεκροταφείο. Τον ξέθαψα, τον έστησα σ’ ένα κυπαρίσσι. Και άρχισα να τον μοιρολογώ. Μου ‘χε σαλέψει. Το βράδι τον ξανάθαψα. Το ίδιο και την άλλη μέρα. Μιλούσα μαζί του, δεν πίστευα ότι είχε φύγει. Μα απάντηση δεν έπαιρνα. Του έβγαλα το κατατρυπημένο από τις σφαίρες παλτό και τα παπούτσια λέγοντάς του: Εκεί που πας δεν σου χρειάζονται ρούχα και παπούτσια. Συγχώρα με. ΄Εχω μεγάλο δρόμο να κάμω. Τον έθαψα για πάντα. ΄Ηταν 40 ετών. Καλοκάγαθος, ευγενής, χαρούμενος...». 
Στη μέση της πλατείας η εκκλησιά με το ‘να ρολόϊ σταματημένο. Τριάντα οχτώ χρόνια δείχνει –και θα δείχνει‒ την ίδια ώρα. Είναι 2.35΄. Είναι αυτή η φοβερή στιγμή που μέσα στις φλόγες που τύλιγαν τα Καλάβρυτα, τα πολυβόλα σώριαζαν χίλιους τριακόσιους Καλαβρυτινούς. Και ένας ατελείωτος θρήνος ακούγονταν από τις γυναίκες που ξέφευγαν από το σχολειό... Η τραγωδία των Καλαβρύτων πέρασε στην παγκόσμια πια ιστορία, σαν φρικαλέο έγκλημα των Χιτλερικών. ΄Ενα από τα μεγάλα ολοκαυτώματα της ανθρωπότητας. Που με εκατομμύρια κορμιά σε μια τιτάνια πάλη πολέμησε το φασισμό. Και σύντριψε το φασιστικό θεριό. 
Γιατί μάζεψαν όχι μόνο τους άνδρες, αλλά και τις γυναίκες στο σχολείο; Ο Otto Hofmann αναφέρει:[6] «Πριν κάψουμε τα Καλάβρυτα, με διέταξαν, επειδή ήξερα λίγα Ελληνικά, να πάω από σπίτι σε σπίτι και από καλύβα σε καλύβα και να εξαναγκάσω όσους βραδυπορούσαν, να μεταβούν στο Δημοτικό Σχολείο να συντομέψουν και να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Γι’ αυτό μερικές γυναίκες με τα παιδιά τους, οι οποίες περίμεναν τι θα γινόταν με απάθεια τις έβαλα να μαζέψουν τα απαραίτητα και να ακολουθήσουν τη συγκέντρωση όπως και οι άλλοι Καλαβρυτινοί. Σ’ ένα σπίτι, που ήταν πολύ καθαρό, καθόταν ακόμα μία νεαρή μητέρα με το παιδί της στην αγκαλιά. Δεν με πίστεψε και νόμισε ότι θα την πυροβολούσαν στον δρόμο. Μόνο όταν της μίλησα και την είχα παρακαλέσει για πολλή ώρα, έφυγε από το σπίτι με το παιδί στην αγκαλιά και μερικά πράγματα. Την βοήθησα για λίγο και μετά την αποχαιρέτησα. Ποτέ δεν θα ξεχάσω το λυπημένο και γεμάτο αγωνία βλέμα της». Ο Otto Hofmann έφθασε στα Καλάβρυτα μαζί με άλλους εκείνο το πρωΐ και ήταν μεσημέρι, όταν όλα τα γυναικόπαιδα είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια τους και συγκεντρώθηκαν στο Δημοτικό Σχολείο. ΄Οπως φαίνεται, η ομάδα του είχε την επιμέλεια να συγκεντρωθούν όλοι οι Καλαβρυτινοί στο Δημοτικό Σχολείο. 
Ο Alfred Schaerer δηλώνει πολύ συγκεκριμένα: «΄Ημουν ασυρματιστής στην ομάδα επικοινωνίας Engelhardt και εγώ ο ίδιος έκανα την αποκρυπτογράφηση της τελικής αγγελίας για την Επιχείρηση Καλάβρυτα. Σ’ αυτήν την αγγελία, δεν μιλούσε για 1.000 νεκρούς, 12/χρονους, κ.λπ. αλλά για 511 νεκρούς στα Καλάβρυτα.[7] Δεν μπορεί να ήταν 1.200 ή πιο πολλοί νεκροί, γιατί έτσι η πόλη έπρεπε να ήταν φίσκα από αντάρτες. 
Ο Eberhard Rondholz στα δημοσιεύματά του, δίνει λόγο σε έναν Καλαβρυτινό: «Σήμερα ακόμα στα Καλάβρυτα μιλάνε για εκείνον τον στρατιώτη, που άνοιξε την πόρτα για τις γυναίκες και τα παιδιά που είχαν κλειστεί στο σχολείο και ο οποίος αργότερα εκτελέστηκε με συνοπτική διαδικασία από τους δικούς του, επειδή είχε πράξει αντίθετα με τις διαταγές του. Θέλουμε να τιμήσουμε τον άνθρωπο αυτόν, ο οποίος ήταν ο μοναδικός που έδειξε ανθρωπιά την ώρα της καταστροφής», μου είπαν πολλές φορές στα Καλάβρυτα, «μήπως να του φτιάξουμε μνημείο... Αλλά δεν ξέρουμε ούτε πως τον λένε, και δεν έχουμε ούτε φωτογραφία του». Με ρώτησαν αν θα μπορούσα να μάθω τίποτα σχετικό στη Γερμανία, ίσως εάν θα μπορούσα να βρω τα παιδιά του. Για να το πω αμέσως: η έρευνά μου ήταν μάταια. Στα πρακτικά της 117 Jager Division, στα οποία υπάρχουν λεπτομερή στοιχεία, για την καταστροφή των Καλαβρύτων και των γύρω χωριών και Μοναστηρίων, δεν αναφέρεται καμία εκτέλεση, με συνοπτική διαδικασία ενός μέλους των ομάδων μάχης Gnass, Juppe και Ebersberger. Μήπως για «καλό άνθρωπο των Καλαβρύτων» είναι η ίδια υπόθεση όπως με εκείνον τον Γερμανό στρατιώτη, για τον οποίο οι κάτοικοι του Γιουγκοσλαβικού Smederevska Palanka έφτιαξαν ένα μνημείο, επειδή έλεγαν ότι πριν σαράντα (40) χρόνια, στις 20 Ιουλίου 1941, αρνήθηκε να λάβει μέρος σε εκτέλεση ομήρων; Και για εκείνον τον άνθρωπο, το όνομά του ήταν Josef Schulz και η καταγωγή του ήταν από το Wuppertal – οι κάτοικοι του Smederevska Palanka κατάφεραν να βρουν το όνομά του, έλεγαν ότι εκτελέστηκε από τους δικούς του. ΄Ερευνες στην κεντρική υπηρεσία της κρατικής νομικής διοί­κησης (Landesjustizverwaltung), για την διαλεύκανση ναζιστικών εγκλημάτων στο Ludwigsburg, είχαν το αποτέλεσμα ότι ο Josef Schulz, την ημέρα της εκτέλεσης των ομήρων, είχε ήδη πεθάνει. Είχε σκοτωθεί μία ημέρα πριν σε επίθεση ανταρτών. Αλλά στο Smederevska Palanka σήμερα ακόμα, πολύς κόσμος, δεν πιστεύει αυτό το σκηνοθετημένο τρόπο του θανάτου του. Θέλουν να τον θυμούνται σαν ένα δίκαιο, μεταξύ τόσων κτηνανθρώπων. Και έτσι και σήμερα στα Καλάβρυτα, ακόμα πολλοί πιστεύουν, σ’ αυτόν τον ένα μοναδικό, που έδειξε ανθρωπιά εκείνη την ημέρα του Δεκεμβρίου του 1943 και ο οποίος γι’ αυτό πλήρωσε με τη ζωή του. 
Ο Ταγματάρχης Γιόχαν Λάνγκε που στις 13.12.1943.έδωσε από το Ξενοδοχείο Αναστασοβήτη με φωτοβολίδες την εντολή της εκτέλεσης
Στην πραγματικότητα, τί είχε γίνει στο Σχολείο των Καλαβρύτων; Η πόλη καιγόταν, το σχολείο κινδύνευε – και μέσα σ’ αυτήν την κόλαση ένας άνδρας έμεινε για να μην ανοιχτεί η πόρτα από κάποιον άσχετο; Εάν θα ήταν ένας μόνο άνδρας κοντά, θα έπρεπε μάλιστα να ανοίξει την πόρτα, αλλιώς δίκαια θα μπορούσε να δικαστεί από δικαστήριο με συνοπτική διαδικασία. Ακατανόητη στις διηγήσεις είναι και η παράγραφος του Δημητρίου Καλδίρη, όπου αναφέρει ότι «οι γυναίκες χτύπησαν τις πόρτες και τα παράθυρα σαν τρελλές» και αυτά δεν άνοιξαν. Τα παράθυρα είναι φτιαγμέα από τζάμια και πάντα ανοίγονται μόνο από μέσα. 
 Ο Josef Tischler, ο οποίος είχε λάβει μέρος στην Επιχείρηση Καλάβρυτα, χρόνια αργότερα μίλησε με τη γυναίκα του τότε παππά των Καλαβρύτων, η οποία επίσης ήταν κλεισμένη στο σχολείο και έμαθε: Κανείς δεν απελευθέρωσε τις γυναίκες και τα παιδιά, αλλά οι ίδιες έσπρωξαν την πόρτα και άνοιξε και τότε μια γριά είχε πατηθεί και πέθανε. Μόνο εάν πράγματι έγινε έτσι, εξηγείται ο θάνατος της γυναίκας αυτής. ΄Ανθρωποι ορμάνε έξω με πανικό. Ο Δημήτρης Καλδίρης κάπως συγκαλύπτει το ατύχημα: «΄Ενα κύμα από γυναίκες και παιδιά χύθηκε στους δρόμους, πάτησε με άγριο πανικό μία γριά γυναίκα... και την άφησε πίσω νεκρή. Αλλά έπρεπε να σταματήσουν; Παντού φωτιά, όλη η πόλη φλεγόταν σαν πυρσός. ΄Ετρεμαν από το φόβο και οι καρδιές τους πήγαιναν να σπάσουν...» και συνεχίζει αναφέροντας τις Μαρία Αλεβιζάτου και Δέσποινα Λέκκα, οι οποίες έφτασαν στα Καλάβρυτα οκτώ (8) ημέρες μετά τις εκτελέσεις. «Οι γυναίκες και τα παιδιά ήταν κλεισμένοι στο σχολείο, αλλά έσπασαν την πόρτα και ξέφυγαν από τη φωτιά». 

Παρά αυτήν τη σαφή μαρτυρία, ο Δημήτρης Καλδίρης, παρουσιάζει την υπόθεση τελείως διαφορετικά:[8] «Εν τω μεταξύ, η πόλις ήταν βυθισμένη στις φωτιές. Τα σπίτια κοντά στο σχολείο είχαν πιάσει φωτιά. Πυρσοί πετάχθηκαν στην αυλή του σχολείου. ΄Ολα πιάσαν φωτιά και μία γυναίκα φώναξε: Οι εγκληματίες θέλουν να μας κάψουν. Καιγόμαστε. Βοήθεια! Ο φύλακας στην πόρτα ήταν από την Αλσατία. Εκείνος και η δασκάλα, η δεσποινίς Καλπούρου, μίλησαν Γαλλικά. Πράττω αντίθετα με τις διαταγές μου, είπε. Θα με σκοτώσουν, το ξέρω. Αλλά η συνείδησή μου δεν μ’ αφήνει να κάνω αλλιώς. Είμαι πατέρας, έχω μεγάλη οικογένεια. Μόνο ο Θεός ξέρει, εάν θα τους ξαναδώ. Και δεν τους είδε ξανά. Δεν επέστρεψε ποτέ σπίτι του. ΄Ανοιξε την πόρτα και άφησε τις γυναίκες και τα παιδιά να φύγουν. ΄Οπως φαίνεται, οι Γερμανοί δεν είχαν διατάξει να καούν οι γυναίκες και τα παιδιά, αλλά όλοι νόμισαν ότι θα καίγονταν μαζί με το σχολείο. ΄Οταν βγήκαμε από την έξω πόρτα του σχολείου είδαμε αυτόματα μπροστά μας. Δεν ξέραμε εάν θα πυροβολούσαν. Φύγαμε από το σχολείο τρέχοντας». Ο ισχυρισμός του Καλδίρη, για τον καλό στρατιώτη, που έσωσε τα γυναικόπαιδα, πρέπει να χαρακτηρισθεί σαν σκέτο προϊόν φαντασίας. Μεταξύ των Αλσατών δεν υπήρχαν πατέρες με μεγάλες οικογένειες, επρόκειτο, χωρίς εξαίρεση, για νέους των κλάσεων 21-24. Και ποιές διαταγές εννοούσε ο Αλσατός και γιατί φοβόταν μήπως τον σκοτώσουν οι Γερμανοί;
-----
[1] Βλ. Ιστορικό Αρχείο Κανελλόπουλου (Ι.Α.Κ.) Μνημονικό Μαγνητοφωνημένο Πρωτόκολλο Νο 89. Ελληνικά Ντοκουμέντα. Εκκλησιαστική Πλευρά. Απόψεις του Μητροπολίτου κ. Κωνστάντιου (Χρόνη) – Πάνου Νικολαΐδη – Κριτικά Συμπεράσματα του Μητροπολίτη Καλαβρύτων-Αιγιάλειας κ. Αμβροσίου για την Επιχείρηση Καλάβρυτα. 
[2] Μνήμες Αθανασιάδη Σωκράτη. 
[3] Μνήμες Χατζή Θεόδωρου. 
[4] Μνήμες Παπαδημητρίου Λάμπη. 
[5] Ιστορικό Αρχείο Κανελλόπουλου, Μνημονικό Πρωτόκολλο Νο 57, σ. 13, απόψεις του διασωθέντος από τη σφαγή Παναγιώτη Σαμαρτζόπουλου. 
[6] Επιστολή Otto Hofmann προς το συγγραφέα (19.10.1993), με την οποία περιγράφει τον τρόπο εμπρησμού των σπιτιών στα Καλάβρυτα στις 13.12.1943, ενέργεια στην οποία ήταν υπεύθυνος. 
[7] ΄Εκθεση του Schaerer προς το συγγραφέα (12.11.1993) σχετική με τον αριθμό των εκτελεσθέντων Καλαβρυτινών. Απάντηση σε ειδικό ερωτηματολόγιο του συγγραφέα. 
[8] Ο Δημήτριος Καλδίρης, στη συνέλευση της ΄Ενωσης Καλαβρυτινών Αθήνας, το 1989, σε σχετική ερώτηση του συγγραφέα για το θέμα του σωτήρα Αυστριακού, ομολόγησε αβίαστα ότι «...το μύθο του Αυστριακού σωτήρα τον δημιούργησε μόνος του γιατί έτσι συνέφερε την περίπτωση των Καλαβρύτων και δεν έχει κανένα πρόβλημα να τον καταργήσει...». Με βάση αυτή τη μυθοπλασία, η ΄Ενωση Καλαβρυτινών Αθήνας, προέβη στην ανέγερση «τιμητικής βρύσης», στην είσοδο της πόλης, για να τιμήσει τον ξανθό Σωτήρα της πόλης. Μετά τις αποκαλύψεις του συγγραφέα, η ΄Ενωση Καλαβρυτινών Αθήνας και πολλοί άλλοι μυθοπλάστες ξέχασαν τον Αυστριακό σωτήρα...

Φωτο Δημοτικο Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτωματος 



ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ-NEWS
Κατηγορία: ΙΣΤΟΡΙΚΑ
Εγγραφή σε: Αναρτήσεις (Atom)
Widget By Devils Workshop

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ:

Η ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΜΠΛΟΚΗ ΤΟΥ ΑΡΜΑΤΑΓΩΓΟΥ «ΛΕΣΒΟΣ» ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ (13–24 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974)

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

  • ΚΙΑΤΟ: Ξαφνικές ευαισθησίες για το καθεστώς Σταματόπουλου !
  • ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ: «Η δημοκρατική λειτουργία του Δημοτικού Συμβουλίου δεν παραχαράσσεται»
  • ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ
  • Η τραγική Πρωτομαγιά στην Ίμολα - Όταν ο Σένα έσβησε για πάντα
  • Πολ Κρούγκμαν: Τέλος ο εφιάλτης της Ελλάδας
  • ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΛΑΔΟΥΧΟΣ: ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΑΝΑΠΝΟΗΣ – Η ΔΥΝΑΜΗ ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΔΥΝΑΜΗ ΣΤΙΓΜΗ
  • Και όμως θα περάσουν…
  • ΑΠΟ ΤΗ ΧΛΙΔΗ ΣΤΗΝ ΨΕΙΡΟΥ - Η Κατερίνα Λαυρεντιάδη, η χλιδάτη ζωή, οι τσάντες Hermès και η Βιομηχανία Λιπασμάτων
  • Στην Κόρινθο ο Βορίδης
  • Histoire, glace et célébrités à Athènes
 
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ Copyright © 2010 | ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ | Converted by: Parakato administrator