Η ΛΙΘΙΝΗ ΠΟΛΥΤΟΞΗ ΥΔΑΤΟΓΕΦΥΡΑ ΣΤΟΝ ΑΣΣΟ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ

0


Ένα εγγειοβελτιωτικό έργο της περιόδου της αποκαλούμενης Β’ Βενετοκρατίας, το οποίο αποτελεί ένα κομψοτέχνημα υδρευτικής γεφυροποιίας


Εικόνα 1: Η βόρεια πλευρά της πολύτοξης Βενετσιάνικης υδατογέφυρας, που αναπτύσσεται στο ρέμα του Λογγοπόταμου ή Ράχιανι, στην αγροτική περιοχή νοτίως του χωριού Άσσος Κορινθίας.


Περιδιαβαίνοντας την Κορινθιακή ύπαιθρο μπορεί να συναντήσουμε περιστασιακά μερικά μνημειακά κτίσματα μίας αλλοτινής εποχής, ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, τα οποία πραγματικά εντυπωσιάζουν όσους τα αντικρίζουν αναπάντεχα και κυρίως για πρώτη φορά. Όμως ταυτόχρονα τους κάνουν να αναρωτηθούν, γιατί αυτά τα «πολιτισμικά διαμάντια» παραμένουν ακόμα στην αφάνεια και άγνωστα σε ένα ευρύτερο κοινό, χωρίς να έχουν αξιοποιηθεί όπως τους αρμόζει, μολονότι αναφέρονται ως σημαίνοντα τοπικά αξιοθέατα. Μία τέτοια περίπτωση είναι η επιβλητική λίθινη υδατογέφυρα, που γεφυρώνει το ρέμα του Λογγοπόταμου ή Ράχιανι(1), στην αγροτική περιοχή νοτίως του χωριού Άσσος Κορινθίας. Πρόκειται για μία χρηστική πολύτοξη κατασκευή, υδρευτικής φύσεως, χρονολογούμενη στην περίοδο της αποκαλούμενης Β’ Βενετοκρατίας (1687 – 1715) στην Κορινθιακή περιφέρεια. Αν και έχουν γραφτεί αρκετά δημοσιογραφικά κείμενα για το μνημείο, εντούτοις σχεδόν στο σύνολο τους, επικεντρώνονται περισσότερο στις φιλότιμες προσπάθειες των φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης για την συντήρηση και ανάδειξη του, οι οποίες όμως δεν έχουν τελεσφορήσει μέχρι στιγμής και λιγότερο σε μία ουσιαστική παρουσίαση του. Έτσι λοιπόν, στο παρόν άρθρο θα επιδιώξουμε να εντρυφήσουμε κάπως περαιτέρω στο θέμα, συγκεντρώνοντας όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και διατυπώνοντας ορισμένες εύλογες παρατηρήσεις, όσον αφορά το ιστορικό πλαίσιο και την αρχιτεκτονική της Βενετσιάνικης υδατογέφυρας, ενώ παράλληλα ευελπιστούμε ότι θα καταστήσουμε πλήρως κατανοητή την έξοχη διαμόρφωση της, μέσα από την παράθεση επαρκούς φωτογραφικού υλικού.



Εικόνα 2: Δορυφορική αποτύπωση της περιοχής νοτίως των χωριών Άσσου – Λεχαίου. Με κόκκινη διακεκομμένη γραμμή επισημαίνεται το δρομολόγιο πρόσβασης στην Βενετσιάνικη υδατογέφυρα και η ακριβής τοποθεσία της περικλείεται εντός κίτρινου κύκλου. Με μπλε συνεχόμενη γραμμή προσδιορίζεται η κοίτη του ρέματος του Λογγοπόταμου.


Το ευμέγεθες μνημείο αναπτύσσεται κάθετα στην κοίτη του ρέματος του Λογγοπόταμου, περί τα 4 χιλιόμετρα νότια από το κέντρο του χωριού(2). Η πρόσβαση στην τοποθεσία είναι άνετη και πολύ εύκολη, μέσω του επαρχιακού δρόμου Άσσος – Βεληνιάτικα – Σπαθοβούνι, αν και απουσιάζουν οι σχετικές πληροφοριακές πινακίδες. Μετά την διέλευση κάτω από την γέφυρα της νέας Εθνικής Οδού Κορίνθου – Πατρών (Ολυμπία οδός), συνεχίζουμε για 680 μέτρα περίπου μέχρι την πρώτη αριστερή παράλληλη διακλάδωση του δρόμου, την οποία και ακολουθούμε. Αφού διανύσουμε μία απόσταση γύρω στα 435 μέτρα, φθάνοντας κοντά στο τέλος αυτής της αδιέξοδης διαδρομής, θα διακρίνουμε την εντυπωσιακή υδατογέφυρα να εμφανίζεται μεγαλοπρεπής μέσα στην παρόχθια βλάστηση.



Εικόνα 3: Η νότια πλευρά της λίθινης υδατογέφυρας του Άσσου, η οποία χρονολογείται στην περίοδο της Β’ Βενετοκρατίας στην Κορινθία (1687 – 1715). Πρόκειται για ένα υδρευτικό έργο κοινής ωφελείας, που η κατασκευή του μάλλον υποδηλώνει ότι οι Βενετσιάνοι προσδοκούσαν μία μόνιμη παρουσία στην Πελοπόννησο.


Η ανέγερση του λίθινου υδραυλικού οικοδομήματος ανάγεται στο χρονικό διάστημα της καταχρηστικά αποκαλούμενης Β’ Βενετοκρατίας (1685 – 1715), όπως εκτιμούν οι αρχαιολόγοι με βάση τα τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά του και σε σύγκριση με παρόμοια τεχνικά έργα, που είναι πιστοποιημένα χρονολογικά. Αυτή η εμβόλιμη περίοδος ξεκίνησε για την τουρκοκρατούμενη Κορινθία τον Αύγουστο του 1687, με την κατάληψη του φρουρίου του Ακροκορίνθου από το εκστρατευτικό σώμα της Βενετίας, η οποία ίδρυσε το βραχύβιο «Βασίλειο του Μορέως», ως απότοκο της νικηφόρας εξέλιξης των πολεμικών επιχειρήσεων του έκτου Βενετοτουρκικού πολέμου (1684 – 1699). Η δε κατασκευή της πολύτοξης υδατογέφυρας ως βασικό τμήμα ενός δημόσιου υδραγωγείου, μάλλον φανερώνει την πρόθεση των Βενετσιάνων να προβούν σε μακρόπνοα έργα υποδομών στο νεοσύστατο προτεκτοράτο τους, φιλοδοξώντας σε μία μόνιμη επιβολή της κυριαρχίας τους στην Πελοπόννησο. Άλλωστε, καθ’ όλη την διάρκεια της περιόδου της Β’ Βενετοκρατίας σημειώνεται μία έντονη οικοδομική δραστηριότητα στον Μορέα, όχι μόνο σε οχυρωματικές εγκαταστάσεις, αλλά και σε κτίσματα κοινής ωφελείας, υποδηλώνοντας μία προσπάθεια προσεταιρισμού του ντόπιου Ελληνικού πληθυσμού, τόσο των πόλεων, όσο και των αγροτικών κοινοτήτων.



Εικόνα 4: Το δυτικό καμπυλωτό μεσόβαθρο της υδατογέφυρας, κατασκευασμένο με κατεργασμένους ορθογώνιους λίθους. Πίσω από αυτό διακρίνεται το διατηρούμενο δυτικό τόξο.


Ωστόσο δεν ανιχνεύεται καμία απολύτως πληροφορία σχετικά με την υδατογέφυρα του Άσσου, να είναι καταγεγραμμένη στις φιλολογικές ή ακαδημαϊκές πηγές, και ιδίως στα οδοιπορικά των διάσημων περιηγητών μετά τον 18ο αιώνα, με συνέπεια να αποκρύβεται το ιστορικό παρελθόν της. Αυτή η έλλειψη δεδομένων δημιουργεί ορισμένες απορίες, που απαιτείται να διευκρινιστούν μέσω μίας εμπεριστατωμένης ερευνητικής πραγματείας(3). Θα πρέπει λοιπόν να εξετασθεί αν πρόκειται για ένα εγγειοβελτιωτικό έργο ενταγμένο στον σχεδιασμό ενός καθαρά αρδευτικού δικτύου, για το πότισμα των καλλιεργούμενων εκτάσεων της εγγύτερης περιοχής ή αν εξυπηρετούσε τις υδρευτικές ανάγκες σε πόσιμο νερό των ντόπιων κατοίκων ή και τα δύο. Επίσης, ενδείκνυται να αναζητηθεί η ακριβής τοπογραφική χάραξη και ο τρόπος λειτουργίας του Βενετσιάνικου υδραγωγείου, όταν αυτό κατασκευάστηκε. Δηλαδή, από ποιο μέρος γίνονταν η τροφοδοσία με νερό και πως διοχετεύονταν παρακάτω, ποια ήταν η αγώγιμη όδευση του στο έδαφος, όπως και αν κατέληγε σε κάποιο ανοιχτό ή κλειστό ταμιευτήρα ύδατος. Τέλος, αν ενδεχομένως σε γενικές γραμμές ακολουθούσε την ίδια περίπου πορεία με το σύγχρονο τσιμεντένιο αρδευτικό κανάλι(4), που συγκλίνει προς την υδατογέφυρα από τα νοτιοδυτικά, καθώς φέρεται να χρησιμοποιούνταν μέχρι και τους νεότερους χρόνους, τουλάχιστον ως σταθερό υποστήριγμα, αν κρίνουμε από ένα παλαιό μεταλλικό σωλήνα ποτίσματος, διερχόμενο κατά μήκος της νότιας πλευράς στην ανωδομή της.



Εικόνα 5: Το κεντρικό τόξο της υδατογέφυρας, εύρους 8,50 μέτρων, που καταλήγει σε δύο λίθινα καμπυλωτά μεσόβαθρα, εντός της κοίτης του ρέματος του Λογγοπόταμου.


Από αρχιτεκτονικής άποψης, η Βενετσιάνικη γέφυρα δικτύου υδραγωγείου στο ρέμα του Λογγοπόταμου αποτελείται από δύο διακριτά διαζώματα, έχοντας ύψος περίπου 8,50 μέτρα και συνολικό μήκος 27 μέτρα, σύμφωνα με τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, Θεμιστοκλή Βλαχούλη. Το κάτω διάζωμα συνίσταται σε ένα μεγάλο ημικυκλικό τόξο, με εύρος περί τα 8,50 μέτρα, το οποίο εδράζεται στα δύο ισχυρά μεσόβαθρα του υδρευτικού έργου, καμπυλωτού σχήματος, ανεγερμένα σε κάποια απόσταση από τις όχθες και εντός της κοίτης του ρέματος(5). Η δε τοιχοποιία της υπόψη επιμέρους ενότητας, απαρτίζεται μετωπικά από επιμελώς κατεργασμένους πώρινους δομόλιθους, χτισμένους με τεχνική του ισοδομικού συστήματος. Αξιοπρόσεκτες είναι και μερικές οπές στην επιφάνεια των μεσόβαθρων, οι οποίες χρησίμευαν ως υποδοχές στερέωσης των ξύλινων δοκών των ικριωμάτων (σκαλωσιές) για τους τεχνίτες, κατά την αρχική κατασκευαστική φάση, όπως και για την περίπτωση που απαιτούνταν επισκευές.



Εικόνα 6: Στο δεύτερο διάζωμα της υδατογέφυρας του Άσσου, διαμορφώνονται επτά τοξωτά ανοίγματα από μία πεσσοστοιχία, που στηρίζεται στην καμάρα του κεντρικού τόξου και πλαισιώνονταν από δύο ακόμα τόξα εκατέρωθεν, εκ των οποίων διατηρείται το δυτικό μετά από ανακατασκευή του.


Πάνω από το κεντρικό τόξο αναπτύσσεται το δεύτερο διάζωμα, με ουσιώδες δομικό γνώρισμα μία πεσσοστοιχία, με δόμηση από λειασμένους ορθογώνιους λίθους, η οποία διαμορφώνει επτά υψιτενή τοξωτά ανοίγματα, μέσου εύρους περί το 1 μέτρο έκαστο, που βαίνουν επί της καμάρας. Αυτή η μεσαία ενότητα της υδατογέφυρας αντιστοιχεί στο αυθεντικό Βενετσιάνικο υδρευτικό κτίσμα και διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση. Η δε πεσσοστοιχία αρχικά πλαισιώνονταν από δύο ακόμα ημικυκλικά τόξα, τα οποία κατέληγαν σε ακρόβαθρα στις όχθες του ρέματος, ενώ στην ανωδομή του διαζώματος σχηματίζεται ένας υδραύλακας πλάτους 2 μέτρων, μέσω του οποίου διοχετεύονταν οι επιζητούμενες ποσότητες ύδατος προς τις ανατολικές πεδινές εκτάσεις και στην γενικότερη κατεύθυνση της πόλης της (σημερινής Αρχαίας) Κορίνθου. Σήμερα διασώζεται το δυτικό τόξο, εύρους γύρω στα 5 μέτρα, αν και ανήκει σε μία μεταγενέστερη επισκευαστική φάση, πιθανόν κατά την περίοδο της Β’ Τουρκοκρατίας (1715 – 1821), χωρίς όμως να αποκλίνει από τον πρωτότυπο σχεδιασμό(6). Δυστυχώς, το έτερο ανατολικό τόξο καταστράφηκε στην σύγχρονη εποχή με ανθρώπινη υπαιτιότητα και αντικαταστάθηκε από τυποποιημένο κατάστρωμα και αντίστοιχο ακρόβαθρο, κατασκευασμένα από οπλισμένο σκυρόδεμα, αλλοιώνοντας την φυσιογνωμία του μνημείου. Όπως γίνεται αντιληπτό, η Βενετσιάνικη κατασκευή στο ρέμα του Λογγοπόταμου είναι ένα εξαιρετικά εκλεπτυσμένο εγγειοβελτιωτικό έργο, υψηλής καλαισθησίας, που διαθέτει μία σαφή συμμετρία στην αρχιτεκτονική διαρρύθμιση των τόξων του, καταδεικνύοντας την άρτια επαγγελματική κατάρτιση και την επιδεξιότητα των γεφυροποιών.



Εικόνα 7: Άποψη του υδραύλακα της Βενετσιάνικης υδατογέφυρας, πλάτους 2 μέτρων. Διακρίνεται ο παλαιός μεταλλικός σωλήνας ποτίσματος, που διέρχεται κατά μήκος της ανωδομής.


Τον Ιούνιο του 1995, η πολύτοξη υδατογέφυρα του Άσσου χαρακτηρίστηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο με την Υπουργική Απόφαση ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ31/15739/349/8-6-1995, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 570/Β/29-6-1995. Τον ίδιο χρόνο ο δραστήριος πρόεδρος της τότε τοπικής Κοινότητας Κακίζης Βασίλειος, δρομολόγησε τις διαδικασίες για την συντήρηση της, έτσι ώστε να προστατευτεί της από μία ενδεχόμενη κατάρρευση. Το εγχείρημα συνεχίστηκε από τον μετέπειτα δήμαρχο Άσσου – Λέχαιου Χαράλαμπο Καμπούρη(7), γνωρίζοντας κάποια θετική εξέλιξη στα 2009 σε συνεργασία με τους αρμόδιους κρατικούς φορείς, ενώ η παράσταση της Βενετσιάνικης υδρευτικής κατασκευής αποτυπώνονταν στον θυρεό του οικείου πρώην Καποδιστριακού Δήμου. Με πρωτοβουλία της Δημοτικής Αρχής, ανατέθηκε σε ιδιωτικό αρχιτεκτονικό γραφείο η εκπόνηση εξειδικευμένης μελέτης(8), για την ανάδειξη και αποκατάσταση του εμβληματικού μνημείου, η οποία εγκρίθηκε τελικά ομόφωνα από τα μέλη του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ) τον Ιανουάριο του 2013 και εντάχθηκε για χρηματοδότηση. Στις προτεινόμενες εργασίες περιλαμβάνονταν η επιδιόρθωση στατικών και δομικών προβλημάτων του οικοδομήματος, η στερέωση των κονιαμάτων, η συντήρηση της υφιστάμενης αντιστήριξης, η επανακατασκευή του ανατολικού τόξου στην αρχική του μορφή και ο καθαρισμός του περιβάλλοντος χώρου από τη βλάστηση. Μολονότι αυτή η έκβαση χαιρετίστηκε με διθυραμβικά σχόλια από έντυπα και διαδικτυακά δημοσιογραφικά μέσα, εντούτοις δεν πραγματοποιήθηκε μέχρι στιγμής καμία περαιτέρω ενέργεια ανακαίνισης, προφανώς λόγω της επικρατούσας δυσμενούς δημοσιονομικής συγκυρίας.



Εικόνα 8: Το μεσαίο τμήμα της λίθινης υδατογέφυρας (νότια πλευρά), το οποίο ανάγεται στην αρχική οικοδομική φάση της Β’ Βενετοκρατίας.


Αναμφισβήτητα, η εντυπωσιακή λίθινη υδατογέφυρα του Άσσου έχει αυξημένη σπουδαιότητα, όντας ένα ανεπανάληπτο δείγμα Βενετσιάνικης υδρευτικής αρχιτεκτονικής στην περιοχή της Κορινθίας. Η δε κατασκευαστική τεχνοτροπία της ανέγερσης της σε δύο διαζώματα, με συνδυασμό ημικυκλικών τόξων και υψιτενούς τοξωτής πεσσοστοιχίας, της προσδίδουν μία επιπρόσθετη σπανιότητα και για την υπόλοιπη Ελληνική επικράτεια, καθιστώντας την ταυτόχρονα ένα αριστουργηματικό κομψοτέχνημα γεφυροποιίας. Ωστόσο, θα πρέπει να ευαισθητοποιηθούν ξανά οι ιθύνοντες της τοπικής αυτοδιοίκησης και να ανακινήσουν το θέμα την διατήρησης του μνημείου, εντείνοντας τις προσπάθειες τους μέχρι να υλοποιηθεί η εγκεκριμένη σχετική μελέτη της ανάδειξης του. Παράλληλα με την αξιοποίηση του ιστορικού εγγειοβελτιωτικού έργου, θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να εξωραϊστεί ο περιβάλλοντας χώρος, με σκοπό να δημιουργηθεί ένα ελκυστικό εκδρομικό μέρος για φυσιολάτρες και όχι μόνο, σε συνάρτηση με την βιοποικιλότητα της χλωρίδας και της πανίδας, που παρατηρείται εποχιακά στο ρέμα του Λογγοπόταμου, αν και ενδεχομένως πολλοί να θεωρήσουν ως μάλλον ματαιόδοξη μία τέτοια προσδοκία. Παρά την διαπιστωμένη κωλυσιεργία στην αποκατάσταση της, η πολύτοξη Βενετσιάνικη υδατογέφυρα εξακολουθεί να ορθώνει πεισματικά το πληγωμένο ανάστημα της, άγνωστο για πόσο ακόμα, αποτελώντας ένα βαρύτιμο αρχιτεκτονικό κόσμημα, που ομορφαίνει το κάπως μονότονο αγροτικό τοπίο στα περίχωρα του Άσσου Κορινθίας, έχοντας επιβιώσει για τρεις και πλέον αιώνες.


Κείμενο – Φωτογραφίες:
Συνταγματάρχης (ΤΘ) ε. α.
Γεώργιος Λόης/Facebook.com
e-mail: georgioslois1969@gmail.com
5 Φεβρουαρίου 2018


Εικόνα 9: Η πολύτοξη Βενετσιάνικη υδατογέφυρα στο ρέμα του Λογγοπόταμου, χαρακτηρίστηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού τον Ιούνιο του 1995.


Επεξηγηματικές Σημειώσεις – Παραπομπές

1. Το υπόψη ρέμα εκβάλλει στον Κορινθιακό κόλπο, πλησίον της μαρίνας του Άσσου. Σε κάποιους τοπογραφικούς χάρτες αποτυπώνεται και με τις ονομασίες «Ράχιανη» και «Ράτζανη».

2. Στην συντριπτική πλειοψηφία των άρθρων του διαδικτύου, παρατίθεται εσφαλμένα ότι η Βενετσιάνικη υδατογέφυρα βρίσκεται δίπλα από την παλαιά Εθνική Οδό Κορίνθου – Πατρών, με αποτέλεσμα να δίνεται μία εντελώς παραπλανητική πληροφορία προς κάθε ενδιαφερόμενο επισκέπτη.

3. Δεν έχει δημοσιευτεί μέχρι στιγμής ένα επιστημονικό σύγγραμμα, που να εστιάζει στο θέμα του δικτύου υδραγωγείου της Βενετσιάνικης υδατογέφυρας.

4. Βλέπε εικόνα 16 στο επιπλέον φωτογραφικό υλικό του παρόντος άρθρου.

5. Αυτές οι δύο βάσεις αναφέρονται από τους περισσότερους αρθρογράφους ως τα «ακρόβαθρα» του κεντρικού τόξου, όμως στην πραγματικότητα αποτελούν τα «μεσόβαθρα» της υδατογέφυρας, σύμφωνα με την αρχιτεκτονική τυπολογία της γεφυροποιίας. Η διάσταση του εύρους από τα τόξα έχει υπολογιστεί κατά προσέγγιση από τον γράφοντα.

6. Το δυτικό ακρόβαθρο της υδατογέφυρας, όπου καταλήγει το συγκεκριμένο τόξο, καλύπτεται σχεδόν εξολοκλήρου από βλάστηση και επιχωματώσεις.

7. Την τρέχουσα χρονική περίοδο ο οικονομολόγος Χαράλαμπος Καμπούρης διατελεί αντιδήμαρχος τεχνικών υπηρεσιών του Καλλικρατικού Δήμου Κορινθίων και επιπλέον του έχουν ανατεθεί οι αρμοδιότητες της Δημοτικής Ενότητας Άσσου – Λεχαίου.

8. Η σχετική μελέτη ανατέθηκε στην αρχιτέκτονα Ελένη Ρούσσου, με συνεργάτες τους Ιωάννη Σταυρόπουλο και Κωνσταντίνο Πετράκο.


Ενδεικτική Βιβλιογραφία – Πηγές Διαδικτύου

1. «1.500 πέτρινα τοξωτά γεφύρια της Ελλάδας», Γιώργος Μπεληγιάννης και Εύη Μπεληγιάννη, εκδόσεις «Μίλητος», Αθήνα, 2011.

2. «Τα πέτρινα γεφύρια της Πελοποννήσου: Παραδείγματα στατικής λειτουργίας γεφυρών διαφορετικών τοπολογιών», σελίδες 70 – 71, πτυχιακή εργασία: Δημήτρης Νάσης, Α.Τ.Ε.Ι. Πειραιά, Τμήμα: Πολιτικών Δομικών Έργων, Μάρτιος 2008.

3. http://www.enet.gr/Ελευθεροτυπία/«Σώζεται και το γεφύρι του Άσσου», αρθρογράφος: Ν. Κοντράρου – Ρασσία, 24-1-2013.

4. http://listedmonuments.culture.gr/fek.php?ID_FEKYA=12200/(ΦΕΚ κήρυξης της υδατογέφυρας του Άσσου Κορινθίας ως διατηρητέου μνημείου).

5. http://agpelop.blogspot.gr/2013/01/v-behaviorurldefaultvmlo_23.html/Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου/Δελτίο τύπου από Δήμο Κορινθίων για το γεφύρι στον Άσσο της 28-01-2013.

6. http://www.archaiologia.gr/Mελέτες αποκατάστασης για δύο σημαντικά μνημεία της Κορινθίας: Tο μεσαιωνικό κάστρο Αγιονορίου και η ενετική υδατογέφυρα στον Άσσο.


Επιπρόσθετο Φωτογραφικό Υλικό


Εικόνα 10: Άποψη της νότιας πλευράς της υδατογέφυρας του Άσσου. Είναι εμφανής η επιμελημένη δόμηση του μεσαίου τμήματος με κατεργασμένους ορθογώνιους λίθους.



Εικόνα 11: Το δυτικό μεσόβαθρο του κάτω διαζώματος. Διακρίνονται οι οπές στη επιφάνεια του τοιχώματος, όπου χρησίμευαν ως υποδοχές για τις ξύλινες δοκούς των ικριωμάτων κατά την κατασκευή της υδατογέφυρας.



Εικόνα 12: Το ανατολικό μεσόβαθρο του κάτω διαζώματος. Τα δύο μεσόβαθρα στα οποία στηρίζεται το κεντρικό τόξο της υδατογέφυρας έχουν καμπυλωτό σχήμα.



Εικόνα 13: Το μεσαίο τμήμα της λίθινης υδατογέφυρας (βόρεια πλευρά), με το μεγάλο ημικυκλικό τόξο και την πεσσοστοιχία των επτά τοξωτών υψιτενών ανοιγμάτων.



Εικόνα 14: Ο υδραύλακας στην ανωδομή της υδατογέφυρας, μέσω του οποίου διοχετεύονταν το νερό πάνω από την κοίτη του ρέματος του Λογγοπόταμου.



Εικόνα 15: Το αρχικό ανατολικό τόξο της υδατογέφυρας καταστράφηκε στους νεότερους χρόνους έπειτα από ανθρώπινη παρέμβαση και αντικαταστάθηκε με τυποποιημένο κατάστρωμα και αντίστοιχο ακρόβαθρο, κατασκευασμένα από οπλισμένο σκυρόδεμα.



Εικόνα 16: Άποψη του σύγχρονου τσιμεντένιου αρδευτικού καναλιού, το οποίο βαίνει παράλληλα με την κοίτη του ρέματος του Λογγοπόταμου, συγκλίνοντας στην υδατογέφυρα από τα νοτιοδυτικά. Ίσως η χάραξη του να ταυτίζεται με την αντίστοιχη του δικτύου υδραγωγείου της περιόδου της Β’ Βενετοκρατίας.



Εικόνα 17: Η εντυπωσιακή λίθινη και πολύτοξη υδατογέφυρα του Άσσου αποτελεί ένα ανεπανάληπτο δείγμα Βενετσιάνικης υδρευτικής αρχιτεκτονικής στην περιοχή της Κορινθίας, με συνέπεια να είναι απολύτως επιβεβλημένη η προστασία και αποκατάσταση της με υλοποίηση της σχετικής εγκεκριμένης μελέτης.
Δημοσίευση: Φεβρουαρίου 05, 2018
LIKE στη σελίδα μας στο FACEBOOK για να είστε πάντα ενημερωμένοι

0 Σχόλια για την ανάρτηση: "Η ΛΙΘΙΝΗ ΠΟΛΥΤΟΞΗ ΥΔΑΤΟΓΕΦΥΡΑ ΣΤΟΝ ΑΣΣΟ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ"

Όποιος πιστεύει ότι θίγεται από κάποια ανάρτηση ή θέλει να απαντήσει αρκεί ένα απλό mail στο parakato.blog@gmail.com να μας στείλει την άποψή του για δημοσίευση ή επανόρθωση. Οι αναρτήσεις αφορούν αποκλειστικά πρόσωπα και καταστάσεις με δημόσιο χαρακτήρα και δεν αναφέρονται στην προσωπική ζωή κανενός που σεβόμαστε απολύτως. Δεν έχουμε προηγούμενα με κανέναν, δεν κρατάμε επόμενα για κανέναν.

Τα θέματα των αναρτήσεων δεν εκφράζουν απαραίτητα και τις απόψεις των διαχειριστών και των συντακτών του ιστολογίου μας. Τα σχόλια εκφράζουν τις απόψεις των σχολιαστών και μόνο αυτών. Σχόλια που περιέχουν ύβρεις ή απρεπείς χαρακτηρισμούς διαγράφονται κατά τον έλεγχο από την ομάδα διαχείρισης. Ευχαριστούμε.

 

ΟΛΥΜΠΙΑ ΟΔΟΣ

ΜΟΡΕΑΣ

ΑΡΧΕΙΟ

ΠΡΟΑΣΤΙΑΚΟΣ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ Copyright © 2010 | ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ | Converted by: Parakato administrator