Διακινδυνεύουμε τα τιμαλφέστερα

0



Αλλεπάλληλες, ακατάπαυστες έφοδοι επιθετικής εισβολής παράνομων μεταναστών. Η σπασμωδικότητα των αντιδράσεων και η εξόφθαλμη απουσία αμυντικής λογικής φοβίζουν, αν δεν γεννάνε πανικό.

Έχουμε υπουργείο Εθνικής Άμυνας, έχουμε και υπουργείο Εξωτερικών. Τα διαχειρίζονται, κατά κανόνα, υπουργοί πάσης χρήσεως ή απόστρατοι στιγματισμένοι για τον κομματισμό τους. Τόσο η οργάνωση-στελέχωση όσο και η λογική λειτουργίας των δύο υπουργείων δεν φάνηκε ποτέ να προβλέπουν το ενδεχόμενο έκτακτης ανάγκης.

Για το «έκτακτο», οποιοδήποτε, είναι αυτονόητη η προσφυγή στο τηλέφωνο συγκεκριμένης Πρεσβείας.

Ο τεράστιος, για το πληθυσμικό μας μέγεθος, όγκος μεταναστών ευνοήθηκε στην επιθετική εισβολή του, επειδή η Ελλάδα ήταν παγιδευμένη στον υπερδανεισμό της, στη συνακόλουθη απώλεια της εθνικής της κυριαρχίας. Κάτω από την μπότα (χωρίς υπερβολή) των δανειστών «σωτήρων» της, ευτελισμένη στο έπακρο από την ειλωτική χαμέρπεια των αχυρανθρώπων του κομματικού συστήματος, η Ελλάδα υποχρεώθηκε να λειτουργήσει σαν χώρος εκτόνωσης της μεταναστευτικής έκρηξης. Ομως και το πιο ολοφάνερο έγκλημα επιδέχεται εξωραϊστικό καμουφλάρισμα, ιδεολογική καταξίωση.

Γι’ αυτόν τον ρόλο επελέγη ο ΣΥΡΙΖΑ: Ακυρωμένος πολιτικά ύστερα από τη γελοιώδη κωλοτούμπα προδοσίας του δικού του δημοψηφίσματος, δέχθηκε να παραστήσει ότι διασώζει τη μαρξιστική του λεοντή προσλαμβάνοντας το προσωπείο του διεθνιστή-αντιεθνικιστή προστάτη της μεταναστευτικής επέλασης. Μήπως και ξεγελάσει ξανά όσους τον είχαν πιστέψει για «ριζοσπάστη» της Αριστεράς. Σε μια κοινωνία, όπως η ελλαδική, παγιδευμένη για σαράντα χρόνια στην επιδίωξη του μεθοδικού αναλφαβητισμού για χάρη της καταναλωτικής εξηλιθίωσης, η αξιοποίηση της μεταναστευτικής μάστιγας για να κερδηθεί η εντύπωση αριστερού διεθνισμού μπορεί να «πιάσει». Και μάλλον «έπιασε».


Οι ασταμάτητες έφοδοι επιθετικής εισβολής παράνομων μεταναστών στη χώρα δεν ενισχύουν τις πιθανότητες να εκτραπούν οι πατριωτικές ευαισθησίες σε εθνικιστικές φοβίες ικανές να οδηγήσουν σε παραβιάσεις του Συντάγματος. Ετσι θα ήθελαν οι «προοδευτικοί» λυμεώνες του κρατικού κορβανά, αριστερής ή δεξιάς λεοντής. Αλλά όταν ένας μανιοκαταθλιπτικός κόβει, μπροστά στα μάτια μας, τις φλέβες του, δεν συζητάμε την περιστασιακή αφορμή ούτε τα σφάλματα των γονέων του, του αρπάζουμε το ξυράφι από το χέρι.

Στην περίπτωση της πλημυριδικής εισβολής των μεταναστών (όχι των φυγάδων από κολάσεις πολέμου) το πρόβλημά μας δεν είναι να τους προσφέρουμε «βελτιωμένες» κολάσεις προσφυγικής εξαθλίωσης (για να φιγουράρουμε «διεθνιστές» τύπου ΣΥΡΙΖΑ), αλλά πώς θα αντισταθούμε στο στημένο παιχνίδι της όποιας Μεγάλης Μαφίας που επισήμως προάγει τη «διακίνηση». Κατασφαλίζονται ανενόχλητοι οι δουλέμποροι, χρυσοπληρώνονται οι επιδέξιες μπίζνες των ΜΗ.ΚΥ.Ο. και εκβιάζεται η διακομματική συναίνεση παρακμιακών κοινοβουλίων, για να θριαμβεύει ο ιστορικο-υλιστικός μηδενισμός – δεξιός, αριστερός, κεντρώος: καμία διαφορά.

Ολοφάνερα πια, ευτυχώς, το «σύστημα» καταρρέει σε διεθνή κλίμακα, ο αμφιπρόσωπος Ιστορικός Υλισμός αποδείχνεται συνταγή απάτης για την αντιμετώπιση των ανθρώπινων αναγκών. Κατέρρευσαν, σαν πύργοι από τραπουλόχαρτα, οι χιλιο-υμνημένοι μαρξιστικοί «παράδεισοι».

Τώρα, με συμπτωματικά βραδύτερες διεργασίες, αυτο-κατεδαφίζονται τα πιο αστραφτερά υποδείγματα της ελευθερο-οικονομικής ασύδοτης απανθρωπίας. Οι κοσμοκράτειρες ΗΠΑ, καύχημα και σύμβολο της απόλυτης προτεραιότητας του χρήματος σε σχέση με οποιαδήποτε κοινωνική κατάκτηση, ηγεμονεύονται σήμερα από έναν προκλητικά άξεστο και επιδεικτικά υπερφίαλο και τυφώδη εγωπαθή Πρόεδρο, εικόνα της πιο θλιβερής έκπτωσης ανθρώπου.

Η Αγγλία μοιάζει να έχει ιστορικά εξουδετερωθεί από μια σχιζοφρενική αμφιταλάντευση ανάμεσα στη βρετανική αυτοκρατορική nobilitas, και στους όρους οικονομικής ηγεμονίας που επιβάλλει η γερμανική σκαιότητα. Στη Γαλλία, τα «κίτρινα γιλέκα» έδειξαν να καιροφυλαχτούν σαν εφιαλτικό παλινδρομικό ενδεχόμενο – η καθολικότητα της εξέγερσής τους έδειξε το απειλητικό κενό που παραλύει τη γαλλική κοινωνία: Την ιστορική ύπαρξη της Γαλλίας τη δικαίωνε πάντοτε η πρωτοπορία στον στοχασμό και στη διορατική ευαισθησία – μοιάζει να το έχει ξεχάσει.

Η Ισπανία δεν είναι πια κοιτίδα της ρωμαιοκαθολικής παραδοσιαρχίας – ούτε έχει ακόμα βρει καινούργιο ιστορικό βηματισμό. Η Ιταλία, επίσης μπάχαλο πολιτικής αμηχανίας, παρατείνει τεχνητά την ξιπασιά του παλιού και φθαρμένου, ενώ σαφώς δεν μπορεί να λειτουργήσει με τον κοιναγοραίο βαρβαρικό «οικονομισμό».

Η Ευρώπη κοντολογίς πληρώνει ακριβά και επώδυνα την άνευ όρων παράδοσή της στον πρωτογονισμό της «ελευθερίας των αγορών», στην απομίμηση του αμερικανικού ομοσπονδιακού μοντέλου. Φοβάται τους οικονομικά υπερφίαλους: την Κίνα, τις ΗΠΑ, το φάντασμα της Σοβιετικής Ενωσης. Γι’ αυτό και μοιάζει να μην μπορεί να διαγνώσει το καινούργιο που θα απαιτηθεί, όταν και επίσημα καταρρεύσει και η δεύτερη έκφανση του Ιστορικού Υλισμού: η μονοκρατορία των Αγορών.

Το μη ακόμα εξαφανισμένο δυναμικό προνόμιο της Ευρώπης είναι η μοναδικότητα-ανομοιότητα κάθε ευρωπαϊκής χώρας-κοινωνίας. Πολύτιμο προτέρημα, ασυμβίβαστο με την ιστορικο-υλιστική λογική του μαρξιστικού στρατώνα και της απάνθρωπης «ελευθερίας των αγορών». Θα επιβιώσει; Ο μηχανιστικός οικονομισμός σε μονομαχία με τον πολιτισμό – την ανθρώπινη καλλιέργεια.

Χρήστος Γιανναράς
Καθημερινή
Κατηγορία:

Kαρνάβαλος «προοδευτικών» δυνάμεων

0



Η εικόνα που εμφανίζει σήμερα η «Ευρωπαϊκή Ένωση», είκοσι έξι χρόνια από την ίδρυσή της (Μάαστριχτ, 1993), παραπέμπει σε πολυεθνικό σχήμα εξουσιαστικό, με πεδίο άσκησης εξουσίας τόσο τις κοινωνίες των κρατών-μελών της όσο και τον διεθνοποιημένο στίβο της οικονομίας.

Η προτεραιότητα της οικονομίας στις ιδρυτικές προϋποθέσεις (και στοχεύσεις) της Ε.Ε. προσδίδουν στην οργάνωση και στη λειτουργία της στοιχεία ολοκληρωτικού χαρακτήρα.

Η λέξη «ολοκληρωτικός» ηχεί σαν αναξιόπιστη υπερβολή, αφού πρόκειται για την Ευρώπη, τη μήτρα της νεωτερικής δημοκρατίας. Όμως «ολοκληρωτισμός» δεν είναι μόνο η στανική, με βία και τρομοκρατία, επιβολή μιας ιδεολογίας και των πρακτικών εφαρμογών της. Ολοκληρωτισμός είναι κάθε μορφή εξουσίας, που παρακάμπτει τη λαϊκή βούληση, έστω και με εξαπάτησή της – συντηρώντας προσχήματα δημοκρατίας σε λειτουργία παράλληλη με αυθαιρεσία απόλυτη των λειτουργών της.

Στην περίπτωση της Ε.Ε. έχουμε ένα πολυδαίδαλο στη διάρθρωσή του, πολυεθνικό, γραφειοκρατικό σχήμα, που επιβλέπει και συντονίζει οικονομίες κρατών (ως κάποιο σημείο και πολιτικές) – κάτι που μάλλον αποκλείει τον έλεγχο από τις επιμέρους κοινωνίες του κεντρικού συντονισμού και της επίβλεψης. Θα μπορούσε επιπλέον να παρατηρήσει κανείς ότι, για τον κοινό νου, οι έννοιες «δημοκρατία» και «ελευθερία αγορών» αλληλοαποκλείονται, είναι ασύμβατες και ασύμπτωτες – δεν συμβιβάζεται η προτεραιότητα των σχέσεων κοινωνίας με ταυτόχρονη προτεραιότητα του ατομικού κέρδους.

Εκ των πραγμάτων αποκλείεται στην Ε.Ε. κάθε αντιπολιτευτικός λόγος. Υπάρχουν διαφωνίες, αλλά αφορούν πάντοτε στην υπεράσπιση εθνικών συμφερόντων, δεν υπάρχει περιθώριο διαφωνίας ή αμφισβήτησης των κεντρικών κατευθύνσεων πολιτικής των Βρυξελλών – χαρακτηριστικό και οδυνηρότατο παράδειγμα το «μεταναστευτικό». Επίσης εκ των πραγμάτων αποκλείεται η αμφισβήτηση του ηγεμονικού ρόλου της Γερμανίας στην Ε.Ε., αφού η οικονομική υπεροχή των Γερμανών είναι εξασφαλισμένη, πασιφανής και μεθοδικά συντηρούμενη.


Έτσι αποκλείεται κάθε ζύμωση και διεργασία που θα οικοδομούσε προοδευτικά την πραγμάτωση του οράματος των πρωτοπόρων της «ευρωπαϊκής ενοποίησης» – όρους και προϋποθέσεις ειρηνικής συνύπαρξης, δημιουργικής αλληλοβοήθειας, μεθοδικής συνεργασίας. Το όραμα δεν ήταν η «ευρωμαρμελάδα», ένας πολτός εξομοίωσης ιδιαιτεροτήτων και πολιτισμικών παραδόσεων: να πιθηκίσει η Ευρώπη το εξωμήτριο έκγονό της, τις ΗΠΑ. Την Ευρώπη τη συνιστούσε πάντοτε η ποικιλότητα των παραδόσεων πολιτισμού, καλλιέργειας, χαρακτήρων, νοοτροπίας και καλαισθησίας.

Ταυτιζόταν η Ευρώπη πάντοτε με τις εθνικές «σχολές» στην Τέχνη (μουσική, ζωγραφική, γλυπτική, αρχιτεκτονική, λογοτεχνία), αλληλοεπηρεαζόμενες, αλλά με προφανή την ιδιαιτερότητα κάθε λαού. Η Ευρώπη ήταν τα πανεπιστήμιά της (Σορβόννη, Οξφόρδη, Καίμπριτζ, Χαϊδελβέργη, Λειψία, Τυβίγγη, Ουψάλα, Λουβαίν, Σιέννα, Πάντοβα, Σαλαμάνκα), αυτονοήτως κρατικά, αφού κάθε κοινωνία με στοιχειώδη αυτοσεβασμό, θέλει να εκπαιδεύει με τα δικά της κριτήρια τα στελέχη της, όχι με τις νόρμες του απάτριδος ιδιωτικού κεφαλαίου.

Τέτοιες ευρωκεντρικές απόψεις και οπτικές μοιάζουν σιωπηρά απαγορευμένες από τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών που, χωρίς λαϊκή εντολή, κυβερνάει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Με λαϊκή ψήφο εκλέγονται μόνο οι ευρωβουλευτές, αλλά το Ευρωκοινοβούλιο δεν έχει εκτελεστικές εξουσίες. «Κατά σύμπτωση» ασφαλώς, στα πόστα των καίριων αποφάσεων συμβαίνει να βρίσκονται συνήθως πρώην (ή μελλοντικά) στελέχη μεγάλων εταιρειών του Διεθνούς Χρηματοπιστωτικού Συστήματος!

Οι πολίτες των χωρών-μελών της Ε.Ε. δεν είναι δυνατό να γνωρίζουν την «επίσημη» (κοινής συναίνεσης) άποψη των Ευρωπαίων εταίρων για καίρια θέματα της ταυτότητας και των προοπτικών της Ένωσης. Δεν υπάρχει οργανωμένη από την Ε.Ε. έγκυρη πληροφόρηση των πολιτών για τις αποφάσεις των Βρυξελλών, ούτε, βέβαια, δυνατότητα αντιλόγου, διορθωτικών προτάσεων, εναλλακτικών θεωρήσεων. Αυτή η απουσία ενισχύει την εντύπωση «ολοκληρωτικού» κλίματος – αφού και οι ευρωβουλευτές μόνο ψυχολογική εκτόνωση δικαιούνται.

Στην Ελλάδα κάθε κυβέρνηση συντηρεί μια τηλεοπτική εκπομπή, εβδομαδιαία, που «ενημερώνει» τους πολίτες για τις δραστηριότητες της Ε.Ε. Αυτονόητα η εκπομπή εκχωρείται ως ρουσφέτι σε κομματικό δημοσιογράφο, συνήθως μέτριο έως και μικρονοϊκό. Έτσι, η «ειδική» αυτή εκπομπή είναι, κατά κανόνα, ανούσια και βαρετή. Σε ποιον να το καταγγείλει ο πολίτης;

Αν ζητήσει ο Ελληνας πολίτης να πληροφορηθεί τι είναι ο «ευρωσκεπτικισμός», ο υπουργός Τύπου θα του απαντήσει με τον γνωστό φανατισμό του εξωμότη και αλλαξόπιστου: Ευρωσκεπτικισμός είναι ο νεοναζισμός στην Ευρώπη, η Ακρα Δεξιά, ο ωμός φασισμός, ο τραμπουκισμός.

Αυτή η απάντηση δεν είναι αποκύημα τυφλού φανατισμού ή ψυχοπαθολογικής αβελτηρίας. Είναι εσκεμμένη κατασυκοφάντηση μιας μεγάλης μερίδας Ευρωπαίων πολιτών, που εμμένουν ενεργά στο όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αλλά επιμένουν να υπερασπίζονται την ιδιοπροσωπία εθνικών, τοπικών και γλωσσικών παραδόσεων, αρνούνται τον μετασχηματισμό των κοινωνιών σε αγορές, των πολιτών σε αδιαφοροποίητους καταναλωτές.

«Σκεπτικισμός» σημαίνει επιφύλαξη, όχι άρνηση ή απόρριψη. Η επιφύλαξη προϋποθέτει κριτική σκέψη, επομένως ελευθερία από δόγματα και αυθεντίες. Η εθελοδουλεία της υποταγής σε δόγματα και αυθεντίες (ο «φόβος της ενηλικίωσης») είναι το πρώτιστο γνώρισμα του μαρξισμού.

Σήμερα στην Ελλάδα τα θρέμματα του μαρξιστικού ολοκληρωτισμού «διαχειρίζονται» την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Καρνάβαλος «προοδευτικών» δυνάμεων.

Χρήστος Γιανναράς
Καθημερινή
Κατηγορία:

H ψήφος μας παγιδευμένη στο αδιέξοδο

0



Η ​«αντιπροσωπευτική δημοκρατία», ο κοινοβουλευτισμός, είναι κατάκτηση του ανθρώπου στη Νεωτερικότητα, επίτευγμα προόδου; Οχι, είναι μια συνταγή, μια πρόταση τρόπου οργάνωσης της συλλογικότητας. Η πραγματοποίηση του τρόπου, η εκτέλεση της συνταγής, αυτή ναι, μπορεί να είναι κατάκτηση, επίτευγμα προόδου – σε σύγκριση με το μεσαιωνικό παρελθόν της Ευρώπης.

Με άλλα λόγια: Μια συλλογικότητα ενδέχεται να είναι «δημοκρατικά» οργανωμένη, αλλά να μην έχει δημοκρατία. Να έχει κοινοβούλιο, κόμματα, καθολική ψηφοφορία, ελευθερία λόγου, όλες τις εξ ορισμού λειτουργίες της δημοκρατίας, αλλά οι λειτουργίες να μη λειτουργούν, η ύπαρξή τους να είναι προσχηματική, μια παντομίμα που υπηρετεί ψευδαισθητικές εντυπώσεις. Να ονομάζεται «δημοκρατία» και στην πραγματικότητα να πρόκειται για κομματοκρατία, για ολιγαρχία ή για πρωθυπουργική μονοκρατορία.

Πώς να ξεχάσει κανείς ότι ο Χίτλερ κέρδισε με νομότυπες εκλογές την εξουσία; Οτι ο φρικώδης σταλινικός ολοκληρωτισμός ονομαζόταν «Ενωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών»! Οτι μια στεγανή απολυταρχία κομματικού κράτους φιγουράριζε σαν «Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό (δηλαδή, κοινωνιοκεντρικό) Κίνημα»! Ευκολότατα η χαζοχαρούμενη αισιοδοξία της Νεωτερικότητας διολίσθησε στην ψευδαίσθηση (ή εσκεμμένη εξαπάτηση) ότι: αρκεί να λανσάρεις τη συνταγή, για να ταυτιστείς συνειρμικά με το, έστω και ανύπαρκτο, επίτευγμα.

Ακόμα και σήμερα, ύστερα από τόσες καπηλείες, πληρωμένες με αίμα και εφιαλτική δυστυχία πλαστογραφίες και απάτες, ακόμα σήμερα η συνταγή της παραπλάνησης έχει τα πρωτεία: Ακόμα και οι πιο απάνθρωπες δικτατορίες ακκίζονται στη διεθνή σκηνή σαν «δημοκρατίες» – η τραγελαφική αγυρτεία επιβιώνει προκλητικά και αναιδέστατα. Στη χώρα μας η «Ριζοσπαστική» Αριστερά (όχι η οποιαδήποτε!) λειτουργεί σαν η πιο πειθήνια θεραπαινίδα του Διεθνούς Καπιταλιστικού Συστήματος και κόμματα σταλινικής ή και χιτλερικής θρησκοληψίας γίνονται δεκτά, με κάθε άνεση, στο «δημοκρατικό» μας κοινοβούλιο.


Σωρεία τα φιμωμένα, βασανιστικά ερωτήματα: Γιατί υπάρχει το Σύνταγμα (κατόρθωμα, υποτίθεται, της Νεωτερικότητας); Γιατί δεν ελέγχει κανείς, αν, τουλάχιστον, τα «Καταστατικά» των κομμάτων συντονίζονται με τις αρχές του Συντάγματος; Γιατί αποδεχόμαστε, όλοι παθητικά, να είναι η «αντιπροσωπευτική» δημοκρατία «μπαίγνιο» των κατά καιρούς μαγείρων του εκλογικού συστήματος, της δόλιας μοδιστρικής καθορισμού ορίων των εκλογικών περιφερειών; Γιατί δεν συγκρίνει κανείς στην Ελλάδα, την έκταση, την ένταση, την ωμότητα της βίας που ασκήθηκε, προκειμένου να διαλυθεί το συλλαλητήριο για τη Μακεδονία στο Σύνταγμα; Να τη συγκρίνει με την παιγνιώδη μετριοπάθεια της αστυνομίας στην αναμέτρησή της, κάθε βράδυ, με την παρανοϊκή κακουργία στα Εξάρχεια;

Είναι πια περισσότερο κι από φανερό ότι η «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» (ο κοινοβουλευτισμός) σήμερα αποδείχνεται στην πράξη η πιο εύχρηστη λεοντή, για να καμουφλάρεται η αδίστακτη απανθρωπία του αμφιπρόσωπου Ιστορικού Υλισμού (μαρξιστικού και καπιταλιστικού) στη Νεωτερικότητα. Η απανθρωποποίηση του ανθρώπου, η αποθηρίωσή του όταν σχεδίαζε τη φρικωδία του Αουσβιτς ή της Κολιμά, είναι ίδια, πανομοιότυπη, με την απανθρωπία (οσοδήποτε ραφιναρισμένη) των «παιγνίων» που στήνουν οι εφιαλτικά απρόσωπες «Αγορές» σήμερα.

Το πεδίο της πολιτικής είναι ολοφάνερα παγιδευμένο, η αντίσταση της ανθρωπιάς στην απανθρωπία οφείλει να αλλάξει γήπεδο: Είναι καιρός για «κρυφό σχολειό», αυτο-οργάνωση της ενορίας, καφενεία χωρίς τηλεόραση, βεγκέρες στα σπίτια, όχι σε ξενυχτάδικα. Ο παγκοσμιοποιημένος ολοκληρωτισμός του Ιστορικού Υλισμού δεν αντιπαλεύεται ούτε με κόμματα, ούτε με κηρύγματα. Είναι η ώρα να σπουδάσουμε εκείνες τις κοινωνίες, που σήμερα τις ονομάζουμε (μάλλον σχετλιαστικά) «παραδοσιακές», όπου οι όροι της συμβίωσης προέκυπταν από την προσωπική καλλιέργεια (cultura) και λιγότερο από τους χρηστικούς θεσμούς. Τα ουσιώδη για τη ζωή και την ευτυχία του ανθρώπου «γεννιώνται», δεν νομοθετούνται – δηλαδή, προκύπτουν ως συνέπειες της αξιολόγησης και ιεράρχησης των αναγκών του, επομένως των κριτηρίων του, της ευαισθησίας του, της ελευθερίας του από τις ενστικτώδεις παρορμήσεις. Το επίπεδο καλλιέργειας των Ελλήνων γέννησε το «κοινόν άθλημα» της δημοκρατίας, όχι κάποιες συντεχνίες «συνταγματολόγων».

Λογική συνέπεια θα ήταν, σήμερα, να καταψηφίζουμε με συνέπεια τους επαγγελματίες της εξουσίας, εξόφθαλμα εξαγορασμένους από τον Ιστορικό Υλισμό, τον αμφιπρόσωπο. Η αγωνία μας ωστόσο για τις συνέπειες της εξωμοσίας του ΣΥΡΙΖΑ θολώνει τη νηφάλια κρίση. Και είναι φυσικό, αφού μετά το ανοσιούργημα των Πρεσπών οι πιθανότητες να έχουμε και οι Ελληνες τη μοίρα των Κούρδων και των Παλαιστινίων, των Βορειοηπειρωτών και των Βορειοκυπρίων, αυξήθηκαν εφιαλτικά.

Ποιον να εμπιστευθούμε; Υποδείξεις δεν τελεσφορούν.
Η ευθύνη της ψήφου μας στις επερχόμενες εκλογές γεννάει φόβο και τρόμο.

Χρήστος Γιανναράς
Καθημερινή
Κατηγορία:

Κράτος σε συνθήκες κοινωνικού κενού

0



Π​​ρώτο πρόβλημα στην Ελλάδα σήμερα, πασίδηλο και ασφυκτικό: η απώλεια επαφής κομμάτων και κομματανθρώπων με την πραγματικότητα. Η απόλυτη υποταγή λόγων και ενεργημάτων τους στη στυγνή προτεραιότητα να κερδηθούν οι εντυπώσεις.

Η πολιτική αρχίζει και τελειώνει στις εντυπώσεις, σχεδιάζεται και ασκείται με τους όρους του μάρκετινγκ. Το κόμμα, η ονομασία του, τα στελέχη του, ο λογότυπος, το δήθεν «πρόγραμμά» του, οι δημηγορίες των «αρχηγών», οι καθημερινές «παρεμβάσεις» τους στην επικαιρότητα, όλα είναι άσχετα με την πολιτική και την κοινωνία. Ολα υπηρετούν αποκλειστικά τον εντυπωσιασμό – να κερδηθούν, με οποιοδήποτε τίμημα, οι εντυπώσεις.

Οι εντυπώσεις όχι των σκεπτόμενων, με κριτική εγρήγορση πολιτών. Αυτοί είναι μειονότητα και δεν ενδιαφέρουν. Οι εντυπώσεις είναι προκάτ και αλακάρτ: συντονισμένες με τον πρωτογονισμό και τα ορμέμφυτα του «ποδοσφαιρόφιλου» οπαδού, του παθητικού τζογαδόρου, του υπνωτισμένου καταναλωτή.

Η μεθοδευμένη μετάδοση του ενδιαφέροντος της μάζας από τα δεδομένα της πραγματικότητας στο παιχνίδι των εντυπώσεων, έχει αναχθεί σε πολιτικό μονόδρομο. Δεν υπάρχει διαφορά - αντιπαλότητα - αντιμαχία προγραμμάτων, οπτικής, πεποιθήσεων. Οι «διαφορές», λ.χ., της Ν.Δ. από τον ΣΥΡΙΖΑ, με όσο ρητορικό «πάθος» κι αν προβάλλονται, με οσοδήποτε ευφυείς «ατάκες» κι αν διανθίζονται, είναι αποκλειστικά και μονότονα διαχειριστικές. Που σημαίνει: Δεν αφορούν σε διαφορετική εκδοχή, σκοποθεσία, διάρθρωση της Παιδείας, της Υγείας, της Δικαιοσύνης, της Δημόσιας Τάξης, των Ασφαλίσεων, της φορολογίας, της προσέλκυσης επενδύσεων, της οργάνωσης των υπουργείων, του κοινωνικού ρόλου των Ανεξάρτητων Αρχών και, εντελώς ιδιαίτερα, του Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου. Οχι.


Με τον ΣΥΡΙΖΑ η ελλαδική κοινωνία γνωρίζει και υφίσταται, για δεύτερη φορά (μετά την πασοκική αποδόμηση πατρίδας, γλώσσας, αξιοκρατίας), τις συνέπειες του ιστορικο-υλιστικού μηδενισμού και αμοραλισμού. Συνέπειες, φυσικά, στο επίπεδο ποιότητας της ζωής. Αλλά ούτε όταν δευτέρωσε ο ανυπόφορος κοινωνικός εκπεσμός εμφανίστηκε να γεννιέται ανάχωμα: αντιπρόταση πολιτική, προγραμματική, στην «αποκοινωνικοποίηση» της κοινωνίας.

Τόσο στα χρόνια αυτευνουχισμού των Ελλήνων με το ΠΑΣΟΚ όσο και στα χρόνια εκποίησης της αυτεξουσιότητας του ελληνικού κράτους και ενεχυριασμού κάθε κοινωνικής περιουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα της Ν.Δ. ήταν επιφορτισμένο με τις ευθύνες «αξιωματικής αντιπολίτευσης». Ομως, άρθρωσε ποτέ πολιτική αντιπρόταση πέρα από τη «διαχειριστική» μεμψιμοιρία; Είπε ποτέ στον λαό, αν και σε τι διαφέρει η ίδια από το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ; Ποιος είναι για τη Ν.Δ. ο άξονας συνοχής της ελληνικής κοινωνίας, η ραχοκοκαλιά της; Δίχως απάντηση σε αυτό το ερώτημα, είναι αδύνατο να διαμορφωθεί πολιτική για την Παιδεία, για την Αμυνα, για το Μεταναστευτικό, για τη Δημόσια Τάξη.

Το κόμμα της Ν.Δ., χρόνια τώρα, είναι πολιτικά και κοινωνικά ανύπαρκτο. Και θα παραμείνει ανύπαρκτο (έστω κι αν κερδίσει όλες τις εκλογές), αν δεν ξεκαθαρίσει (προγραμματικά, όχι με ρητορείες) σε τι διαφοροποιείται από τον μηδενισμό και αμοραλισμό του Ιστορικού Υλισμού. Θα παλαίψει για να πάψει το σχολείο να είναι «χρηστικό», να γίνει η γνώση χαρά κοινωνίας; Θα ελευθερώσει τα πανεπιστήμια από το καρκίνωμα των «κομματικών νεολαιών»; Θα θεσμοθετήσει τη συνεχή αξιολόγηση (κρίση και διαβάθμιση) των δημόσιων λειτουργών, την άμιλλα και την αριστεία στην εκπαίδευση; Θα τηρήσει τους συνταγματικούς περιορισμούς του δικαιώματος απεργίας των δημόσιων λειτουργών;

Δεν υπάρχει περιθώριο για μισόλογα και δικαιολογίες. Στην Παιδεία, στα ΜΜΕ, στη μεταρρυθμιστική τόλμη που θα οικοδομήσει κοινωνική συνοχή, οφείλει να επενδύσει η Ν.Δ. τη δική της πολιτική ταυτότητα, τη διαφοροποίησή της από τους εγχώριους μεταπράτες του ιστορικο-υλιστικού αμοραλισμού και μηδενισμού. Το οφείλει, όχι θεωρητικά και αόριστα, αλλά συγκεκριμένα: στις εκατοντάδες χιλιάδων Ελλήνων, που δεκαετίες τώρα τους απογοητεύει «κατά συρροήν»: την ψηφίζουν σαν κόμμα δήθεν αντίπαλο του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ αυτή φιλοδοξεί απλώς διαχειριστική διαφοροποίηση.

Η οδύνη τόσης συμφοράς και τόσου απελπισμού δεν παρηγοριέται με επαγγελίες διαχειριστικών «βελτιώσεων» – απλώς καθηλώνει τον ΣΥΡΙΖΑ σε χαμηλά ποσοστά στις προεκλογικές σφυγμομετρήσεις. Αλλά και αρνείται μια σίγουρη υπεροχή στη Ν.Δ. Οσο δραματικά κι αν έχει υποβαθμιστεί η γλωσσική εκφραστική (άρα η οξύνοια) των Ελλήνων, το κριτικό τους αισθητήριο μοιάζει να αντιδρά στις παλινωδίες της Ν.Δ.: Δεν ξεχνιέται ότι υιοθέτησε προκλητικά την αναξιοκρατία και το πελατειακό κράτος, καμουφλάρισε «προοδευτικά» την αρνησιπατρία, σιγοντάρισε τη χλεύη του πατριωτισμού, συντάχθηκε άνευ όρων με την υποταγή της πολιτικής στους εμπόρους της δημοσιότητας.

Δεν είναι ανένοχη η Ν.Δ. για το γεγονός ότι τρίτο σε δύναμη κόμμα στη Βουλή των Ελλήνων είναι ο πρωτογονισμός και η βαναυσότητα της καπηλείας του πατριωτισμού. Εχει την τεράστια ιστορική ευθύνη αυτό το κόμμα ότι άφησε τον Ελληνισμό ασπόνδυλο, χωρίς ραχοκοκαλιά πολιτισμικής δυναμικής και ιστορικής αυτοσυνειδησίας. Κόμμα που δεν απόκτησε ποτέ κοινωνικούς στόχους και συνείδηση της ελληνικής ιδιοπροσωπίας. Δεν απασχολήθηκε ποτέ με το ερώτημα: μπορεί να υπάρξει συγκροτημένο «κράτος» σε συνθήκες κοινωνικού κενού;

Χρήστος Γιανναράς
Καθημερινή
Κατηγορία:

Το στοίχημα του εκσυγχρονισμού

0




Α​​​​υτοί έχουν το δολλάριο – εμείς έχουμε τον Αλλάχ»: Ηταν η φράση που χρησιμοποίησε ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, για να εγκαρδιώσει τον λαό του, όταν η οικονομία της χώρας του απειλήθηκε ευθέως από τις ΗΠΑ.

Φράση τυπικής θρησκοληψίας – σκόπιμης ή ειλικρινούς: τα κίνητρα δεν επηρεάζουν την ιστορική σημασία της. Οπωσδήποτε είναι το πρώτο «όχι», από την ηγεσία και την κατάδηλη πλειοψηφία των πολιτών μιας χώρας, στη μονοκρατορική (πλανητική) απολυταρχία των «Αγορών». Λίγα λεπτά μετά την εκφώνηση της φράσης από τον Ερντογάν, γυναίκες και άνδρες στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης και της Αγκυρας έσκιζαν επιδεικτικά χαρτονομίσματα δολλαρίου σε κλίμα πανηγυρισμού.

Εκπληξη και ξάφνιασμα προξένησε, πριν μερικά χρόνια, και η δημοψηφισματική προτίμηση των Ισλανδών: να διασώσουν τις κοινωνιοκεντρικές προτεραιότητες του οικονομικού τους συστήματος και να αφήσουν τις τράπεζες να χρεοκοπήσουν ό,τι κι αν στοίχιζε η χρεοκοπία σε καταθέτες και επενδυτές. Ξεχωριστό ιστορικό προνόμιο διεκδίκησε και η παρακμιακή ελλαδική κοινωνία, το καλοκαίρι του 2015, καταπλήσσοντας την υφήλιο, όταν, σε δημοψήφισμα, το 61,31% του λαού ψήφισε τη μη υποταγή στον εκβιασμό των «Αγορών», έστω και με τίμημα ενδεχόμενη έξοδο από τη γερμανική νομισματική δεσποτεία (κοινώς «ευρωζώνη»).

Η ισλανδική αντίσταση στον επιθετικό ολοκληρωτισμό των Αγορών θα μπορούσε να έχει καταγωγή θρησκευτικής ευτολμίας, αν υπολογίσει κανείς τη σκανδιναβική παράδοση κοινωφελούς ορθολογισμού, ριζωμένη στον προτεσταντικό ηθικισμό. Για το ελλαδικό δημοψήφισμα δεν υπάρχει περιθώριο τέτοιων υποθέσεων: επρόκειτο για πρόσχημα («φύλλο συκής» με προαποφασισμένη την ανακολουθία και ασυνέπεια) – ψιμύθιο για τη «θρησκοληψία» της εξουσιολαγνείας και πλουτομανίας της τάχα και «ριζοσπαστικής» Αριστεράς.

Ο Ερντογάν, αντιτάσσοντας τον Αλλάχ στο δολλάριο, είναι ο πρώτος (και μέχρι στιγμής μοναδικός) ηγέτης που λέει «όχι» σε έναν παγκοσμιοποιημένο πολιτισμό, σε ένα «παράδειγμα» (καθολικό τρόπο του βίου) εκμαυλιστικά παντοδύναμο. Το θρησκευτικό έρεισμα της τόλμης του μοιάζει σαθρό, ενώ έχει αντίπαλο τον ιστορικο-υλιστικό μηδενισμό της Δύσης και τη φρικώδη απανθρωπία που ο μηδενισμός παράγει, καμουφλαρισμένη με προσχηματικούς θεσμούς και «φιλελεύθερες» παρλαπίπες.

Σαθρό αντέρεισμα ο ισλαμισμός, αν και εμφανίζει μια επεκτατική δυναμική που καταπλήσσει (κυρίαρχος σχεδόν στην Αφρική, ακάθεκτη η εξάπλωσή του στην Ασία, απίστευτη η διεύρυνση της παρουσίας του στις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες). Αλλά παραμένει μια θρησκεία χωρίς μεταφυσική, με παιδαριώδεις απαντήσεις στα υπαρκτικά ερωτήματα του ανθρώπου. Γι’ αυτό και με πρωτόγονο ηθικιστικό φορμαλισμό, απάνθρωπο.

Ο Ερντογάν, συνετότατος, δεν διανοήθηκε ποτέ να αντιτάξει ιδεολογικά το Ισλάμ στον μηδενισμό της Δύσης. Εχει την πολιτική οξυδέρκεια να εμπιστεύεται την «πράξη» (τη διαμόρφωση του έμπρακτου συλλογικού βίου), όχι το πεδίο των ιδεολογημάτων και «πεποιθήσεων». Προώθησε το δυτικό μοντέλο ανάπτυξης της χώρας, όχι τον εκδυτικισμό των συνειδήσεων, όχι την τριτοκοσμική ξιπασιά, τη λιγούρα των απομιμήσεων. Τα εκθαμβωτικά μοντέρνα «υπερκαταστήματα» σε κάθε παραμικρή πόλη, οι γέφυρες και τα τούνελ στην Κωνσταντινούπολη, η παραγωγή (συναρμολόγηση) και εμπορία πολεμικών αεροπλάνων (F16) συνοδεύουν την ίδρυση τεράστιου αριθμού πανεπιστημίων – τα πλήθυνε απίστευτα και τα γέμισε «μαντίλες» ο Ερντογάν.

Οι Κεμαλικοί πάσχιζαν δήθεν για «εξευρωπαϊσμό» της Τουρκίας και εξίσωση των φύλων, αλλά, με απαγορευμένη τη μαντίλα, ο γυναικείος πληθυσμός ζούσε στο κοινωνικό περιθώριο. Τώρα τα πανεπιστήμια, εκσυγχρονισμένα και εξοπλισμένα στο υψηλότερο δυνατό ευρωπαϊκό επίπεδο, κατακλύζονται από «μαντίλες» – η εξωμοσία δεν είναι οπωσδήποτε προϋπόθεση της «προόδου» και του «εκσυγχρονισμού».

Οι δικτατορικές εξουσίες του Ερντογάν, οι απάνθρωπες αυθαιρεσίες του, τα παρανοϊκά μεγαλεία του ανακτόρου του, το αίμα εκατομμυρίων Κούρδων που θα τον κατατάσσει πάντοτε στους σφαγείς της Ιστορίας, αυτά και πάμπολλα ανάλογα δεν αμνηστεύονται επειδή έχει χάρισμα ηγετικό και πολιτική οξυδέρκεια. Αλλά αυτή η κρίση για τον Ερντογάν προϋποθέτει κριτήρια τίμιας εμμονής στην ελευθερία και αξιοπρέπεια του ανθρώπου, όχι τα πανουργήματα των τάχα και «δικαιωμάτων» απρόσωπων καταναλωτικών μονάδων, που οι «Αγορές» και οι λακέδες τους ρεκλαμάρουν σαν τον ύψιστο πολιτισμό.

Αν προλάβει πια να υπάρξει ταλαντούχος πολιτικός, ενθεγέρτης, στην τελειωμένη Ελλάδα, δεν θα ακουστεί από το στόμα του ούτε συνθηματολογία αντιπαλότητας προς τη Δύση ούτε η κωμική αγραμματοσύνη του «ανήκομεν εις την Δύσιν». Ούτε απόρριψη ούτε άνευ όρων πιθηκισμός.

Υπάρχει Ελληνισμός σημαίνει: Λειτουργεί η συνέχεια της γλώσσας, ο κάθε Ελληνας διαβάζει την «κοινή» ελληνική με την άνεση που διαβάζει τον Ελύτη, ζει τη «δημοκρατία» με τους όρους της αυτοδιαχειριζόμενης κοινότητας, πηγαίνει στην εκκλησιά όχι για να «ωφεληθεί» αλλά για να γιορτάσει.

Από εκεί και πέρα προσλαμβάνει οτιδήποτε από παντού με κάθε άνεση. Οχι για να μιμηθεί συμπλεγματικά, αλλά για τον πλουτισμό της ζωής του.

Χρήστος Γιανναράς
Καθημερινή
Κατηγορία:

Υπάλλαγμα της ζωής

0




Γράφει ο Χρήστος Γιανναράς

Τ​​ο παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου, στη Ρωσία εφέτος (2018), είναι διαγώνισμα των εθνικών ομάδων του αθλήματος, που σημαίνει: των άριστων στην υφήλιο παικτών. Είναι και χρυσοπληρωμένο τηλεοπτικό θέαμα, αυτονόητα επιβαλλόμενο για ένα μήνα, κάθε βράδυ, σε κάποια δισεκατομμύρια (ασφαλώς) ανθρώπων πάνω στον πλανήτη μας.

Ο πλανήτης μας στροβιλίζεται ατέρμονα στο αχανές σύμπαν κουβαλώντας (μόνος αυτός, από όσο ξέρουμε ώς τώρα, στην ιλιγγιώδη απειρία των αστρικών σωμάτων) λογικές υπάρξεις και τεράστια πλήθη ποδοσφαιρόφιλων. Καμιά ποτέ ιδεολογία, καμιά θρησκεία, κανένα όραμα γενικής ευτυχίας δεν απέκτησε ώς τώρα στην ιστορία του πλανήτη τόσους ένθερμους (ή και τυφλά φανατισμένους) πιστούς όσους το ποδόσφαιρο στις μέρες μας και στο παγκοσμιοποιημένο πολιτισμικό μας «παράδειγμα».

Είναι άθλημα εξαίρετο, απαιτεί το μέγιστο της ευκινησίας όλων των μελών του σώματος. Και, ταυτόχρονα, τη μέγιστη ταχύτητα αντίληψης και ετοιμότητα αντίδρασης, οξύνοια ευρηματική «στρατηγικών» τεχνασμάτων και λήψης αποφάσεων, ακαριαία διάγνωση των προθέσεων του αντιπάλου και των δυνατοτήτων του. Ο συνδυασμός όλων αυτών των οξυμμένων ικανοτήτων είναι φυσικό ταλέντο, αλλά και αποτέλεσμα επίμονης και πολύμοχθης άσκησης – όπως συμβαίνει και με τον πιανίστα, τον βιολιστή ή τον μαέστρο.

Το ταλέντο του πιανίστα, του βιολιστή ή του μαέστρου μπορεί να υπηρετήσει ενδεχομένως τη ματαιοδοξία, τον ναρκισσισμό του ταλαντούχου, μπορεί και να εμπορευματοποιηθεί, να υποταχθεί στη φιλοκέρδεια και φιλοχρηματία του. Δεν μπορεί όμως ποτέ να αφιονίσει τη μάζα, να καταργήσει τη λογική για χάρη της ατομικής προτίμησης, να οδηγήσει στην εξηλιθίωση του φανατικού. Το ποδόσφαιρο μπορεί. Γιατί;

Προφανώς, επειδή είναι αγώνισμα, αρχετυπική εικόνα αγωνίσματος, σωματικής αντιμαχίας, πάλης σώμα με σώμα. Και με τη νίκη ή την ήττα θεαματική, μετρητή – ο θεατής τη βιώνει σαν άμεσος, ενεργός συντελεστής. Πάντοτε, σε κάθε εποχή της Ιστορίας, οι άνθρωποι εφεύρισκαν θεαματικά αγωνίσματα, όπου η θέα - θέαση των αγωνιστών προκαλούσε στον θεατή την ευεξία της ψευδαίσθησης ότι μετέχει στα δρώμενα – με ιαχές, επιδοκιμασίες ή αποδοκιμασίες, επαίνους ή ύβρεις, παροτρύνσεις ή απειλές επηρεάζει ή καθορίζει το αποτέλεσμα.

Οι άνθρωποι σήμερα, στα περισσότερα επαγγέλματα, δεν δημιουργούν, διεκπεραιώνουν. Αποφάσεις παίρνουν οι ελάχιστοι, πρωτοβουλίες οι ακόμα λιγότεροι. Η «μάχη» των πολλών για να κερδίσουν τον βιοπορισμό τους, δεν είναι αγώνας, είναι ρουτίνα: η πλήξη της επανάληψης, η αδημονία να συμπληρωθεί το ωράριο. Τέλμα και βυθισμός στο τέλμα, καθημερινά, προσδοκώντας τη σύνταξη, μήπως και τότε αρχίσουν να «ζουν».

Εχει πια αποκλειστεί και το επίσης ψευδαισθητικό αναπλήρωμα της αγωνιστικότητας: το ενδιαφέρον για τα κοινά, η στράτευση σε πολιτικούς αγώνες. Δεν υπάρχει στίβος πολιτικού ανταγωνισμού, αφού δεν υπάρχουν διαφοροποιημένα «πιστεύω», ούτε ιδεολογίες με στόχους κοινωνικούς που να ποικίλλουν. Ο στόχος είναι ένας και μόνος: η μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας. Τα κόμματα διαφοροποιούν τις ονομασίες τους σύμφωνα με τις υποδείξεις των εμπείρων του μάρκετινγκ, όχι για να δηλώσουν πολιτική ταυτότητα – «Ποτάμι», «Κίνημα αλλαγής», «Νέα Δημοκρατία», ονομασίες του ωραιοποιημένου τίποτα, του απόλυτου κενού. Η συγκυβέρνηση της «Ριζοσπαστικής» Αριστεράς με τη φανφαρόνικη πατριδοκαπηλία θα υπονομεύει, για πολλά ακόμα χρόνια, κάθε πολιτική αξιοπιστία στην Ελλάδα.

Στο ποδόσφαιρο εκτονώνεται και «ανεπαισθήτως» αποσβήνεται το πάθος για τις κοινωνικές επιδιώξεις – δεν συγκρίνονται τα συνθήματα που ακόμα γεννιώνται στις κερκίδες, με την αποχαυνωμένη, βαριεστημένη επανάληψη των υπαγορεύσεων της ντουντούκας στις πορείες του ΠΑΜΕ. Στις κερκίδες συνεχίζεται σταθερά και η εύτολμη σε κραυγές σεξουαλική αναπλήρωση: οι προτροπές για ευστοχία και οι ιαχές της επιτυχίας αναπαράγουν με χυδαιολογία κάτι από την εκρηκτική μέθη του οργασμού.

Οταν τελειώνει ο αγώνας και σβήνουν οι ιαχές, η ριζική και απότομη αλλαγή της εικόνας καταπλήσσει: οι άνθρωποι αποχωρούν από το γήπεδο με την ίδια ανέκφραστη μάσκα εκτόνωσης, σαν να βγαίνουν από ραντεβού με ψυχαναλυτή ή από την τουαλέτα. Δεν είναι ίδια η εικόνα όμως του ταξιτζή που μαστουρώνει ακούγοντας αδιάλειπτα, νύχτα - μέρα, ραδιοφωνικούς σταθμούς ποδοσφαιρικής καφρίλας. Με μονότονο, εγκεφαλοκτόνο καταιγισμό, άνθρωποι τηλεφωνούν για να «σχολιάσουν» αγοραπωλησίες παικτών, στιγμιότυπα αγώνων, συμπεριφορές διαιτητών, συνθέσεις ομάδων (από τον διεθνή χώρο!) – με απίστευτο έλεγχο του χάους των ονομάτων, των περιστατικών, των πιο ασήμαντων πληροφοριών. Ζουν γι’ αυτό, μόνο με αυτό, εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο.

Οπιο του λαού, μεθοδική εξηλιθίωση άγνωστο πόσου πλήθους ανθρώπων. Κόλαση εφιαλτική της πιο στυγνής απανθρωπίας, δίπλα στην ξέφρενη σπατάλη για μεγαλειώδη γήπεδα, σε χώρες όπου η ανεργία, η στέρηση, ο απελπισμός αναιρούν την ανθρωπιά του ανθρώπου.

Το φετεινό Παγκόσμιο Κύπελλο γέννησε και μια πρόσθετη ανησυχία: Η βία ανάμεσα στους παίκτες, μέσα στο παιχνίδι, μοιάζει πια μια αυτονόητη πρακτική: Οταν δεν επαρκεί η τεχνική δεξιότητα, επιστρατεύεται η σωματική βιαιοπραγία για την απώθηση ή η δόλια τρικλοποδιά. Η υφήλιος εξαμερικανίζεται ραγδαία.

Καθημερινή
Κατηγορία:

Ερώτηση διαυγέστατα ευρωπαϊκή

0




Γράφει ο Χρήστος Γιανναράς

Κ​​άποτε η Ελλάδα ήταν η μοναδική βαλκανική χώρα που μετείχε στο ΝΑΤΟ. Τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας ήταν σύνορα του ΝΑΤΟ: οριοθετούσαν τον κόσμο της ελευθερίας απέναντι στον φρικώδη εφιάλτη του μαρξιστικού ολοκληρωτισμού. Ελευθερία τότε σήμαινε την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, όχι την αναιδέστατη ασυδοσία των «Αγορών».

Σήμερα μέλη του ΝΑΤΟ είναι οι περισσότερες χώρες των Βαλκανίων – ζητάνε και τα Σκόπια την ένταξή τους. Η Ελλάδα μπορεί να συναινέσει σε αυτή την ένταξη, μπορεί και να αρνηθεί, όπως μπορούσε και στην περίπτωση των όμορων χωρών: της Αλβανίας και της Βουλγαρίας. Με ποια κριτήρια, με ποια λογική να δεχθεί ή να αρνηθεί;

Υπάρχουν τα κριτήρια του ευρωπαϊκού εθνικισμού και η λογική του ελληνικού κοσμοπολιτισμού. Με τα κριτήρια των Ευρωπαίων εθνικιστών θα συναινούσαμε απαιτώντας ανταλλάγματα. Από την Αλβανία, λ.χ., θα είχαμε απαιτήσει θεσμικές εξασφαλίσεις για την προστασία των ελληνικών πληθυσμών της Βόρειας Ηπείρου. Και από τα Σκόπια, να εγκαταλείψουν τις φαιδρότητες για την αερογέφυρα, πάνω από εννέα αιώνες, που τους καθιστά «απογόνους» του Μεγαλέξανδρου.

Με τη λογική του ελληνικού κοσμοπολιτισμού, θα αναλαμβάναμε τις ευθύνες του Ευρωπαίου. Δηλαδή, την τόλμη του ερωτήματος: Από ποιαν απειλή προστατεύει σήμερα η νατοϊκή συμμαχία τις χώρες-μέλη της; Τα μαρξιστικά καθεστώτα κατέρρευσαν προ πολλού, αιφνιδιαστικά και ραγδαία, σαν πύργος από τραπουλόχαρτα, οι κοινωνίες του άλλοτε σοβιετικού πουριτανισμού έχουν παραδοθεί, άνευ όρων, στην απόλυτη κυριαρχία των «Αγορών», στον ακάθεκτο μονόδρομο της καταναλωτικής μέθης. Ποιαν άμυνα, απέναντι σε ποιαν απειλή εξασφαλίζει το ΝΑΤΟ; Ποιος το χρειάζεται, ποιον υπηρετεί;

Δύσκολο, σχεδόν αδύνατο να αντιληφθούμε οι σημερινοί ελληνώνυμοι (και μάλιστα το πιο δραματικά υπανάπτυκτο κομμάτι της κοινωνίας μας: οι επαγγελματίες της πολιτικής) τη διαφορά του κοσμοπολιτισμού από την κοσμοκρατορία. Το πρώτο προϋποθέτει καλλιέργεια, το δεύτερο απλώς υπεροπλία (βλ. αναμέτρηση Τραμπ με Κιμ Γιονγκ Ουν). Από τότε που ένα ελάχιστο τμήμα του Ελληνισμού συγκροτήθηκε σε «εθνικό κράτος», χάθηκε η συνείδηση της διαφοράς και το «εθνικό κράτος» προσκολλήθηκε, μέχρις εξευτελισμού και παιδαριωδίας, στη μυθοποιημένη κοσμοκράτειρα «Δύση».

Δεν χρειάζεται ανάλυση αυτή η προσκόλληση, είναι η πραγματικότητα του «εθνικού» μας βίου και των αδιεξόδων του. Τα δίνουμε όλα στη Δύση, «αλλά μας παίρνει και κάτι», όπως λέει ο σοφός Αρκάς.
Πόσες φορές είχαν υποσχεθεί οι Βρετανοί την επανένωση της Κύπρου (ελληνικότερης του Μωριά) με την Ελλάδα – πόσες;
Πόσες φορές οι Γαλλογερμανοί έδωσαν ίδια υπόσχεση για τη Βόρεια Ηπειρο;
Αποκλείεται να αγνοεί η Δύση αυτό που (έμμεσα αλλά σαφέστατα) ανέλυσε ο Νταβούτογλου στα βιβλία του: Οτι ο Ελληνισμός, αν δεν πατάει και στις δύο όχθες του Αιγαίου, έχει αποκλεισθεί από την ενεργό μετοχή στην Ιστορία.

Αμυντική συμφωνία λαών ή συμφερόντων το ΝΑΤΟ σήμερα;
Αυτή είναι μια διαυγέστατα ευρωπαϊκή ερώτηση.
Εσπειρε ο Ελληνισμός κορμιά των παλικαριών του όπου πόλεμοι για τα συμφέροντα της Δύσης, από την Κριμαία ώς το Ελ Αλαμέιν και ώς την Κορέα. Και εισπράττει, κάθε φορά, σταθερά από τη Δύση φανφαρόνικους ρητορικούς επαίνους. Παράλληλα με παγερή, τερατώδη αδιαφορία για τη συνεχή και ραγδαία συρρίκνωση του Ελληνισμού: Τη μεθοδική γενοκτονία του μικρασιατικού και του ποντιακού Ελληνισμού. Το πογκρόμ των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της Ιμβρου, της Τενέδου. Τον έντεχνο πνιγμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τις αξιώσεις αφελληνισμού των βραχονησίδων του Αιγαίου και την αμφισβήτηση της ελληνικότητας νησιών όπου η ελληνική γλώσσα μιλιέται τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια. Την γκανγκστερική απαγόρευση αξιοποίησης της ελληνικής υφαλοκρηπίδας σε ελληνικότατες θάλασσες.

Κάποτε η Κύπρος ήταν, αυτονόητα για τη σύνολη ανθρωπότητα, ένα ελληνικό νησί με μια μειονότητα 18% βίαια εξισλαμισμένων, μέσα στους αιώνες, Ελλήνων. Η δολιότητα της βρετανικής αποικιοκρατίας μεταποίησε βαθμιαία τη θρησκευτική σε εθνική μειονότητα κολακεύοντας τον εθνικιστικό πρωτογονισμό των Τούρκων. Στην κολυμβήθρα του ΟΗΕ (πάντοτε υποχείριου των ισχυρών) η μειονότητα βαφτίστηκε «κοινότητα» με απαιτήσεις συγκυριαρχίας στο νησί. Ανακηρύχθηκε η «κοινότητα» κράτος ανεξάρτητο, πήρε το βολικό όνομα «Βόρεια Κύπρος». Υπομονετικά και σταθερά παζαρεύει η εκτρωματική απόφαση την εναλλάξ διακυβέρνηση ολόκληρου του νησιού. Περιμένει κάποιον «προοδευτικό» ελληνώνυμο να υπογράψει.

Χθες η «Βόρεια» Κύπρος, σήμερα η «Βόρεια» Μακεδονία. Οι «προοδευτικοί» ελληνώνυμοι μας απαγορεύουν να μιλάμε για «Βόρεια Ηπειρο», οφείλουμε, αυτονοήτως εξωνημένοι σε δανειστές «προστάτες», να μιλάμε για «Νότια Αλβανία».
Ο Ελληνισμός κλαδεύεται, μεθοδικά, επίμονα.
Αλήθεια, μήπως το ΝΑΤΟ άλλαξε εργοδότη και δεν το αντιληφθήκαμε – ούτε καν όταν μακέλευε (δεινός μακελάρης) τη Σερβία, το 1999;
Μήπως την άμυνα της «ελευθερίας» μας «ανεπαισθήτως» την παραχωρήσαμε στις «Αγορές» και αυτές προσέλαβαν Security το ΝΑΤΟ;

Καθημερινή
Κατηγορία:

Διάλυση - ατίμωση χωρίς αντιπρόταση

0



Μ​​ας τρομάζει στην Ελλάδα σήμερα η καταστρατήγηση ή και κατάλυση θεμελιωδών προϋποθέσεων της οργανωμένης συνύπαρξης.

Μας τρομάζει η αυθαιρεσία και ωμή βία, που υποδύονται τη «λογική αγανάκτηση», την αυτοδικία «εκ των πραγμάτων επιβαλλόμενη».

Μας πανικοβάλλουν οι χυδαίοι βανδαλισμοί, που προφασίζονται «διαμαρτυρία».

Ο πρωτογονισμός και η βαναυσότητα, που θέλουν να εμφανίζονται σαν «ακτιβισμός».

Οι ψυχανώμαλες αντικοινωνικές συμπεριφορές – το τυφλό μένος για οτιδήποτε «δημόσιο»: σχολικά και πανεπιστημιακά κτήρια, «σήματα» και πινακίδες της Τροχαίας, κτήρια υπουργείων, δημόσιων υπηρεσιών και νοσοκομείων, πάρκα, προτομές και αγάλματα που κοσμούν τις πόλεις και ζωντανεύουν την Ιστορία. Και μύρια ακόμα ανάλογα.

Μας τρομάζει το καθημερινό θέαμα μιας κοινωνίας που αυτοκτονεί. Εντείνεται στο έπακρο η ανασφάλεια από την οικονομική χρεοκοπία, τον εφιάλτη της ανεργίας, τον έσχατο εξευτελισμό των αμοιβών της εργασίας, την ατίμωση των συντάξεων. Ολοκληρωτική η απουσία προοπτικών για τα παιδιά μας, για τα εγγόνια μας. Καταδίκη ο υποχρεωτικός ξενιτεμός.

Συντηρούμαστε σαν συλλογικότητα με παραισθησιογόνες εντυπώσεις, ψευδαισθήσεις: Δήθεν ότι έχουμε «Βουλή», κυβέρνηση, «αντιπολίτευση», τάχα και «πληροφόρηση». Μας προσφέρονται είκοσι οχτώ (28) –περίπου– τηλεοπτικά κανάλια και αναρίθμητοι ραδιοφωνικοί σταθμοί. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, κανάλια και ραδιόφωνα λειτουργούν σαν συνοικιακά, τριτοκοσμικά ψιλικατζίδικα: πουλάνε παντούφλες, εσώρουχα, «θαυματουργά» μαντζούνια, μαξιλάρια και πατατοκόφτες – ό,τι φανταστεί ο νους μας των αποβλακωμένων από την απαιδευσία και τη στέρηση.

Υπάρχουν τα τρία κανάλια της κρατικής τηλεόρασης και τρία ακόμα ή τέσσερα διαπλεκόμενων με την πολιτική μεγαλο-επιχειρηματιών, που διασώζουν μια προσχηματική ευπρέπεια, εξαιρώντας βέβαια την κυρίως πληροφόρηση: ειδήσεις - σχολιασμούς - συζητήσεις. Εκεί, στις ειδήσεις και στις «συζητήσεις», το επίπεδο κρατικών και ιδιωτικών καναλιών εξομοιώνεται απολύτως – απευθύνονται και τα μεν και τα δε στο ίδιο κοινό που συντηρεί στις οθόνες τις παντούφλες και τα θαυματουργά μαντζούνια.

Μοιάζει σχήμα λόγου, αλλά είναι πραγματική τραγωδία οδύνης και απελπισμού, για κάποιον αριθμό (απροσδιόριστο) χιλιάδων ανθρώπων, η κάθε μέρα που ξημερώνει στην Ελλάδα. Τόσο η κυβερνητική όσο και η αντιπολιτευτική ρητορική πληγώνει (ή το αναιδέστερο) παρακάμπτει την ανθρωπιά μας, τη νοημοσύνη και τον αυτοσεβασμό μας. Οι εκάστοτε «κυβερνητικοί εκπρόσωποι», τα τελευταία τριάντα χρόνια, αναπαράγουν, σαν δήθεν φυσιολογικό, έναν καινούργιο ανθρωπολογικό τύπο, κακέκτυπο του Γκαίμπελς και του Μπέρια.

Η πολιτική, στη σημερινή ελλαδική μας πραγματικότητα, είναι ένα απάνθρωπο παιχνίδι ακραίου αμοραλισμού, με τους παίκτες φιγούρες γυμνωμένες από ανθρώπινη ευαισθησία, καλλιέργεια, αυτοσεβασμό – αυτή είναι η εικόνα τους. Κυβερνάει τη χώρα ένα κόμμα «ριζοσπαστικής Αριστεράς», που εξελέγη για να «σκίσει τα μνημόνια» (τις γραπτές συναινέσεις στην εθνική υποτέλεια, την εξευτελιστική επιτρόπευση από τη διεθνή τοκογλυφία, τα σαδιστικά χαράτσια, το ξεπούλημα της κοινωνικής περιουσίας). Και σε μια νύχτα μέσα, οι «αγωνιστές της αδιάλλακτης Αριστεράς» μεταμορφώθηκαν στους πιο χαμερπείς λακέδες των «Αγορών» – χωρίς κάποιος τους, έστω ένας, «να πεθάνει από αηδία», όπως ζητούσε από τους Πρεβεζάνους ο Καρυωτάκης.

Κάποιος τους, ο Βαρουφάκης, κατάγγειλε (σε βιβλίο που έσπασε ταμεία) συγκεκριμένα εγκλήματα, επώνυμων αυτουργών, ωμής προδοσίας του εθνικού συμφέροντος. Στις καταγγελίες, με ακριβή εντοπισμό χώρου, χρόνου, αυτοπτών μαρτύρων, αντιτάχθηκε ότι «ο Βαρουφάκης είναι ένας αναξιόπιστος νάρκισσος». Και είναι νάρκισσος. Αλλά την αναξιοπιστία του κατήγορου είναι εξίσου αναξιόπιστο να την αποφασίζουν οι καταγγελλόμενοι. Οι «φυσικοί δικαστές», της θεσμικής Δικαιοσύνης, σιωπούν σκανδαλωδέστατα, προκλητικά.

Παρ’ όλο που έχει οδηγήσει τη χώρα σε εξαθλιωτική διάλυση και ανυπόφορη ατίμωση, το πρόβλημά μας δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Είναι η απουσία πολιτικής αντιπρότασης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει να αντιτάξει τίποτε συγκεκριμένο – σημάδι ότι δεν αντιλαμβάνεται ούτε τη διάλυση ούτε την ατίμωση. Η λογική του είναι αποκλειστικά διαχειριστική, δεν καταλαβαίνει τι θα πει «μεταρρυθμίσεις». Παπαγαλίζει μόνο γενικότητες, αοριστίες, αφορισμούς. Δεν υποψιάζεται ότι στην πολιτική οι λύσεις «γεννιώνται», δεν προκύπτουν από μοδιστρική. Οτι εξαλείφοντας την ντροπή των Εξαρχείων, ίσως νεκρανασταίνει την επιχειρηματική πρωτοβουλία, απολακτίζοντας τις κομματικές νεολαίες από τα πανεπιστήμια, ίσως ανανεώνει ριζικά την ανθρώπινη ποιότητα στο κοινοβούλιο, επιβάλλοντας άτεγκτη αξιοκρατία στη δημοσιοϋπαλληλία, ίσως ανατρέπει τους όρους λειτουργίας της αγοράς.

Τις προάλλες, ανώτατο στέλεχος του Λιμενικού Σώματος (με πλάκα τα γαλόνια) ανακοίνωνε από τη μικρή οθόνη: «Αποψε θα φτάσουμε τους εικοσιοχτώ απόπλους»!!! Ο Τσίπρας δεν τον αποστράτευσε αυθημερόν. Ο Μητσοτάκης καταλαβαίνει ότι θα κυβερνήσει, μόνο αν ξηλώνει πέντε αγράμματους κάθε μέρα από τον κρατικό μηχανισμό;

Χρήστος Γιανναράς
Καθημερινή
Κατηγορία:

«Ταμείο» θησαυρισμάτων ποιότητας

0



Γράφει ο Χρήστος Γιανναράς

Α​​ντιγράφω. Από κείμενο Νεοέλληνα λογίου δημοσιευμένο για πρώτη φορά στην περίοδο 1902-1904:
«Ελληνική Ιστορία δεν υπάρχει. Δι’ αυτό βασιλεύει τοιαύτη σύγχυσις και σύγκρουσις ιδεών εις όλα ανεξαιρέτως τα ιδικά μας πράγματα.
Και δεν ήτο δυνατόν να υπάρχη ακόμα (Ελληνική Ιστορία). Διότι έως χθες, η μεγαλειτέρα και σπουδαιοτέρα εποχή του παρελθόντος μας, η Βυζαντινή, το Κλειδί προς νόησιν της αρχαίας, προς νόησιν της τωρινής Ελλάδος, προς νόησιν (κατανόησιν) Ελληνισμού και Ελληνος, το είχε βυθίσει η Ευρώπη εις απύθμενον βάθος βορβόρου (συκοφαντιών).
Υπάρχει λοιπόν μία Ιστορία, γραφείσα χωρίς το κλειδί αυτό, συρραφείσα από τας ευρωπαϊκάς ιστορίας και γνώμας περί ημών, με ένα πνεύμα σχεδόν δουλικόν, με ένα πνεύμα μαθητικόν, το οποίον τρέμει τον Ευρωπαίον δάσκαλον. Ανθρωποι με πνεύμα εντελώς ελεύθερον δουλικών αισθημάτων προ του Ευρωπαίου, δεν επαρουσιάσθησαν εις την μελέτην της Ιστορίας.
...Ωστε, ελληνική ιστορία δεν υπάρχει. Δεν κατηγορώ. Θέτω τα πράγματα...
Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, ο μέγας χριστιανός Σουλτάνος της Ευρώπης, ο Πάπας, είχε γράψει την ιστορίαν μας, κατά το φανατικόν και πλαστογραφικόν σύστημα των ρασοφορούντων λεγεώνων, κατά το σύστημα που έγραψεν και τας ιστορίας των ευρωπαϊκών εθνών, διά τον καθαρισμόν των οποίων (ιστοριών) εχρειάσθησαν επίσης υπεράνθρωποι αγώνες. Η φαυλοτάτη, κακουργοτάτη αυτή πλαστογραφία εχρησίμευσεν ως βάσις εις όλας τας ευρωπαϊκάς ιστορίας περί ημών.
...Ημείς οι Ελληνες αγνοούμεν την Ελλάδα και τον Ελληνα περισσότερον κάθε Κίνας και Κινέζου. Φανταζόμεθα τον εαυτόν μας και τον τόπον μας από τα γράμματα που μας στέλλουν οι Ευρωπαίοι, οι οποίοι μας αγνοούν εντελέστατα. Και εις την ιδικήν μας υπνοβατικήν κατάστασιν και εις την ιδικήν μας παραφροσύνην προστίθενται και αι ευρωπαϊκαί εξωφρενικαί γνώμαι και συμβουλαί και μας αποτρελλαίνουν τελειωτικώς, χαπτόμεναι όπως χάπτεται η κάθε γνώμη του κάθε Δίτεριχ ή Μίντεριχ, του οποίου του καπνίζει να μας φωτίση και να μας συμβουλεύση και μας βάλη νόμον εις το σπίτι μας και μας οδηγήση εις τον δρόμον μας, σαν να είμεθα εμείς στραβοί και παραλυτικοί.
Ολαι μας λοιπόν αι ιδέαι, όλη η παραφροσύνη του γλωσσικού ζητήματος, η κάθε άγνοια και η κάθε ξενομανία, η τελεία σύγχυσις και ανεμοζάλη κάθε ιδέας και κάθε πράγματος, εκεί έχει την αληθή πηγήν της...
...Ο Ευρωπαϊσμός, ων απομίμησις, δεν είναι πρόοδος, αλλ’ οπισθοδρομικότης. Πρόοδος είναι η χειραφέτησις από κάθε μίμησιν, η ελευθέρωσις από κάθε δουλείαν... Αλλο ραγιάς και άλλο Ελλην. Αλλο φραγκοπίθηκος και άλλο Ελλην... Ο Ελλην, φύσει επισκεπτόμενος τον Θεόν, αποκαλύπτεται, μένει όρθιος, τον χαιρετά μειδιών, του ομιλεί εις τον ενικόν και συνομιλεί (με αυτόν) διά του τραγουδούντος ιερέως και του ψάλτου. Και μετά την βραχείαν επίσκεψιν, εις την αυλήν και το προαύλιον (της εκκλησίας) εννοεί να στήση το πανηγύρι του, να φάγη, να πιη, να χορεύση, να τραγουδήση, να ευφρανθή. Και με όλας τας εκδηλώσεις της χαράς, του οίνου, του έρωτος, ευφραίνει ο Ελλην και τον Θεόν του. Είναι εντελώς αδιάφορον, εάν δεν συμφωνή η πραγματικότης αυτή με τας ιδέας τού κάθε φραγκοφορεμένου ιερομωρολόγου...»
Είναι αποσπάσματα, ενδεικτικές φράσεις, από το γνωστό, ελπίζω, σε πολλούς βιβλίο του Περικλή Γιαννόπουλου, «Η Ελληνική Γραμμή». Το ξανάνοιξα τυχαία, ύστερα από πολλά χρόνια που μεσολάβησαν μετά το πρώτο διάβασμα. Νόμιζα ότι «ξέρω τι λέει», είχα κι εγώ ταξινομήσει τον συγγραφέα του στους «ρομαντικούς ελληνολάτρεις», τους κολλημένους σε μια αισθητική κυρίως εκδοχή της ελληνικότητας. Τώρα που ξαναδιάβασα το βιβλίο, πιστοποίησα κατάπληκτος ότι ο Π.Γ. ήταν πολύ πιο ρεαλιστικά ετοιμασμένος για να μετάσχει ως Ελληνας στην «ευρωπαϊκή ενοποίηση» σε σύγκριση με το σημερινό μας πολιτικό προσωπικό και τους σημερινούς καλλιτέχνες μας και λογίους.

Ποιο είναι το κριτήριο που αξιολογεί την ετοιμότητα (ειδικά των Ελλήνων) να μετάσχουν στο εγχείρημα της «ευρωπαϊκής ενοποίησης»; Το εντόπισε διαυγέστατα ο Π.Γ. πριν εκατόν δεκατέσσερα χρόνια: Αν θα λειτουργήσουμε οι Ελληνες (έστω και τώρα, με καθυστέρηση τόσων χρόνων) «μιμητικά» ή «χειραφετημένα». Ως «ραγιάδες» και «φραγκοπίθηκοι» ή ως ενεργοί συντελεστές της ευρωπαϊκής ενοποίησης, κομίζοντας ετερότητα, δημιουργική διαφορά.

Δεν είναι αυταξία ούτε η πείρα ούτε η διαφορά. Για να συστήσουν συμβολή στο σήμερα, χρειάζεται να μεταφραστούν σε κριτήρια αξιολόγησης ποιοτήτων, κριτήρια με πανανθρώπινη εμβέλεια. Αυτή η εμβέλεια κρίνει την επιβίωση των πολιτισμών.

Η γλώσσα, η τέχνη, οι θεσμοί είναι το «ταμείο» που διασώζει τα θησαυρίσματα ποιότητας κάθε πολιτισμού. Οι θεσμοί, στο συμβατικό ελλαδικό κρατίδιο των Αθηνών, ήταν από την πρώτη στιγμή, και παραμένουν δάνειοι: μια αμετανόητη και πεισματική (τυφλή) εμμονή στον μεταπρατισμό, τον πιθηκισμό. Η Τέχνη διέσωσε αναλαμπές εκπληκτικής επικαιροποίησης της ελληνικής ετερότητας και διαφοράς, αλλά χωρίς εμβέλεια, δυστυχώς, ώς τα «κέντρα λήψης αποφάσεων». Η γλώσσα, είναι το πεδίο του φρικωδέστερου από όλα τα ιστορικά εγκλήματα, με τους φυσικούς αυτουργούς να στελεχώνουν το υπουργείο Παιδείας, σε ιδεολογικά συνεπέστατη αλλεπαλληλία, από το 1974 ώς σήμερα.

Καθημερινή
Κατηγορία:

Όσοι διακοσμούν την παρακμή

0




Γράφει ο Χρήστος Γιανναράς

Τ​​εκμήριο προχωρημένης κοινωνικής παρακμής είναι να χαμηλώνει συνεχώς ο πήχυς των φιλοδοξιών όσων αναλαμβάνουν ευθύνες ηγητόρων.

Από τα εκατομμύρια των πολιτών ένας και μόνο πολίτης θα φτάσει να γίνει Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ένας πρωθυπουργός ή πρόεδρος της Βουλής ή πρόεδρος Ανώτατου Δικαστηρίου ή αρχιεπίσκοπος ή αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων. Σε αυτόν τον ένα χαρίστηκε να βγει από την ανωνυμία των πολλών, να ξεχωρίσει από τα εκατομμύρια των συμπολιτών του, από εκατοντάδες εκατομμύρια συνανθρώπων του. Και λοιπόν; Για να κερδίσει τι;

Οσο λειτουργούσε «κοινωνία» ανθρώπων, σχέσεις κοινωνίας της ζωής, τότε διασωζόταν και αίσθηση προσφοράς, αποτιμήσεις ποιότητας, κριτική μνήμη, συνείδηση ιστορικής καταξίωσης. Ομως στη συλλογικότητα όπου το ατομικό δικαίωμα είναι υπαρκτικός αυτοσκοπός, η θωράκιση του εγώ και η ατομοκεντρική αξίωση ηδονής απολυτοποιημένο υποκατάστατο της χαράς, εκεί μοιάζει ακατανόητη κάθε έννοια αυτοπροσφοράς, κοινωνικού υπουργήματος, δημιουργικής καινοτομίας.

Ο ρεαλισμός επιβάλλει να παραδεχτούμε ότι ο Ιστορικός Υλισμός είναι μονόδρομος. Τουλάχιστον όσο καθυστερεί η νομοτελειακά προδιαγεγραμμένη κατάρρευση του πολιτιστικού «παραδείγματος» που το ονομάσαμε κατ’ ευφημισμόν «Διαφωτισμό»! Στη μαρξιστική εκδοχή του Ιστορικού Υλισμού, που επιβίωσε λιγότερο από αιώνα (με τη μορφή ολοκληρωτικών καθεστώτων), προϋπόθεση ανόδου σε θέσεις εξουσίας ήταν η τυφλή πειθάρχηση στην ιδεολογία και στους κομματικούς μηχανισμούς, μαζί με την αδίστακτη ετοιμότητα «εκκαθάρισης» των ανταγωνιστών. Η «φιλελεύθερη» (ασυδοσίας των «αγορών», όχι ελευθερίας του πολίτη) εκδοχή συντηρεί επιφάσεις «δικαιωμάτων» και προσχήματα δημοκρατικών θεσμών. Με νόμους «περί ευθύνης υπουργών» αμνηστεύει κοινωνικά εγκλήματα και κουκουργίες βασανισμού χιλιάδων ή και εκατομμυρίων ανθρώπων.

Είναι μεγάλο ρίσκο να αποδεχθείς υψηλό αξίωμα σε κοινωνία επώδυνα και εξευτελιστικά υποταγμένη στην απάνθρωπη αυθαιρεσία της «ελευθερίας των αγορών». Να καμώνεσαι ότι προεδρεύεις, πρωθυπουργεύεις, αρχηγεύεις, προΐστασαι, ποιμαίνεις, ενώ στην πραγματικότητα διακοσμείς απλώς την επιτρόπευση, την καταδυνάστευση, τον εμπαιγμό ενός λαού. Αποδέχεσαι να κυκλοφορείς με πολυτελή οχήματα και προστασία, να σε τιμούν στρατιωτικά αγήματα και φιλαρμονικές, ενώ την ίδια ώρα συμπολίτες σου περιμένουν στην ουρά για συσσίτιο ή ξυλοκοπούνται επειδή ζητάνε ακέραιη τη σύνταξή τους. Και οι πολιτικοί αυτουργοί του βασανισμού τους συνεχίζουν να απολαμβάνουν αδίκαστοι τις προνομίες κροίσων.

Οι φιλοδοξίες κάθε ανθρώπου είναι συνάρτηση της «ποιότητάς» του και μετράμε την ποιότητα με το μέτρο της ανιδιοτέλειας, της ευαισθησίας, της καλλιέργειας, της δημιουργικής τόλμης, της κοινωνικής προσφοράς. Αν δεν υπάρχουν αυτές οι κατακτήσεις, η πρωθυπουργία καθεαυτήν ή ο αρχιεπισκοπικός θρόνος είναι φιλοδοξίες που ικανοποιούν θλιβερές μετριότητες. Ποιος θυμάται σήμερα τον Δημήτριο Βούλγαρη, έξι φορές πρωθυπουργό της Ελλάδας ή τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, δέκα φορές πρωθυπουργό;

Σίγουρα, η πιο μεγάλη ικανοποίηση για τον άνθρωπο είναι να τον τιμούν γι’ αυτό που είναι, όχι για το αξίωμα που διαχειρίζεται. Και ντροπή μεγαλύτερη δεν υπάρχει, από το να σε λογαριάζουν «λίγον» (ολίγιστο) για το αξίωμα που κατέχεις. Γι’ αυτό και μοιάζει προτιμότερο, αν έχεις χάρισμα ηγετικό και ανιδιοτελείς προθέσεις, αλλά όνομα τιμημένου προγόνου, να αλλάζεις όνομα για να «κατέβεις» στην πολιτική – να δοκιμαστείς χωρίς δάνειες επιδοτήσεις φήμης. Αν λέγεσαι Καραμανλής ή και Παπανδρέου ή Μητσοτάκης ή Γεννηματά ή Βαρβιτσιώτης, αλλάζεις όνομα. Ο νεποτισμός είναι παρανόμι της έσχατης παρακμής, ντροπή για μια οργανωμένη συλλογικότητα.

Να στελεχώνεις ένα πολίτευμα που καπηλεύεται απροσχημάτιστα το όνομα της «δημοκρατίας», είναι ατίμωση, όχι προνόμιο. Να είσαι εκλεγμένος από τους πολίτες βουλευτής και το κόμμα σου να ανακοινώνει επισήμως σε ποιες (σπάνιες) περιπτώσεις σου επιτρέπει να ψηφίζεις «κατά συνείδησιν» (ενώ σε όλες τις άλλες σε χρησιμοποιεί σαν ανεγκέφαλο λακέ), είναι δημόσιος διασυρμός. Να είσαι υπουργός σε κυβέρνηση που με νόμο («περί ευθύνης υπουργών») σε αμνηστεύει οπωσδήποτε για οποιοδήποτε κακούργημα, βασανιστικό ή και εξοντωτικό χιλιάδων ή και εκατομμυρίων πολιτών (εξωφρενικό υπερδανεισμό της χώρας, ασύδοτο πελατειακό κράτος, «διαπλοκή» με τον υπόκοσμο), είναι ισόβιο στίγμα καταισχύνης, ανεξίτηλος εξευτελισμός.

Αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, μια παρακμή με τέτοια συμπτώματα δεν έχει γιατρειά. Εξ άλλου πειραματιστήκαμε με όλα τα κόμματα (εντάξαμε στη Βουλή ακόμα και τους απροκάλυπτους αρνητές της ελευθερίας). Βυθιζόμαστε στην άβυσσο μεθυσμένοι με το όραμα «να γίνουμε Ευρωπαίοι»! παρ’ όλα τα διακόσια χρόνια εφιαλτικού κόστους της ξιπασιάς. Τα πάντα να είναι ατομικό «δικαίωμα», εγωτική επιλογή, βιτσιόζα προτίμηση – τίποτα να μην κοινωνείται, τίποτα να μην προκύπτει από την εμπειρία μετοχής, τίποτα από τη σχέση, τον έρωτα, τη μέθη του κάλλους.

Ο Ελληνισμός κόμισε στην Ιστορία την αλήθεια ως εμπειρική μετοχή κοινωνούμενη, σε ριζική αντίθεση προς τη βαρβαρική ταύτιση της «αλήθειας» με την «ορθή» κατανόηση. Σήμερα καυχάται κωμικά για το αντίθετο. Κάποτε γέννησε το άθλημα της πόλεως και της πολιτικής. Σήμερα βουλιάζει ανέλπιδα στον υπόνομο των περιττωμάτων που σώρευσε η διαστροφή της πολιτικής σε τεχνικές εξουσιασμού.

Καθημερινή
Κατηγορία:

Ευτελισμένοι αυτόχειρες

0



«Ας μην τολμήσουν οι Τούρκοι, έστω και παραμικρή παραβίαση της εδαφικής μας ακεραιότητας. Γιατί θα τους κάνουμε σκόνη».

Φράση μικρονοϊκού παλικαρισμού, απηχεί επιδερμικές εξάρσεις ποδοσφαιρικής φρενίτιδας. Δεν παραπέμπει στη σοβαρότητα υπεύθυνου για την Εθνική Αμυνα υπουργού, διαχειριστή ζωής ή θανάτου (και φρονήματος) των στρατευμένων ή στρατεύσιμων παιδιών μας. Είναι φράση ασύγγνωστης απερισκεψίας, κομπασμός αφελούς ή αρρωστημένου ενορμητικού ναρκισσισμού.

Ο άνθρωπος όμως που την εκστόμισε, συντηρεί με τον ψηφοσυλλεκτικό «πατριωτισμό» του στην εξουσία, τρία χρόνια τώρα, μια κυβέρνηση «μαρξιστών», μισθωμένη για να διεκπεραιώνει επιδιώξεις αχαλίνωτου καπιταλισμού. Στη συντήρηση της πολιτικής αυτής τερατωδίας συνεργεί αποφασιστικά η απουσία κομματικού σχήματος, ικανού να αποτελέσει εναλλακτική πολιτική πρόταση. Εστω και στον μονόδρομο ενός «εξευρωπαϊσμού», αλλά όχι ταυτισμένου με τον εξανδραποδισμό των Ελλήνων, την απώλεια της εθνικής τους κυριαρχίας, της στοιχειώδους ιστορικής αξιοπρέπειας.

Σήμερα, ολόκληρο το μεταπρατικό - μιμητικό φάσμα των κομματικών διαφοροποιήσεων επιτρέπει στον γραφικό υπουργό Εθνικής Αμυνας να εκστομίζει απειλές και κομπασμούς, στερημένους κάθε ίχνος σοβαρότητας. Ολα τα κόμματα της Βουλής κόπτονται με κωμικό φαρισαϊσμό για την εθνική μας «ανεξαρτησία» και «ακεραιότητα», ωσάν η χώρα να μη βρίσκεται, για τέταρτη χρονιά, με κατοχικό καθεστώς λειτουργίας των Τραπεζών (capital controls). Ανέχονται να επιτροπεύεται από τη διεθνή τοκογλυφία κάθε υπουργείο και δημόσια υπηρεσία στην «ελεύθερη» τάχα Ελλάδα. Οι ελληνικές κυβερνήσεις (αυτεξευτελιστικά συνονθυλεύματα παθιασμένων, χρόνιων αντιπαλοτήτων) να λειτουργούν σαν ορντινάντσες της διεθνούς τοκογλυφίας.

Κόπτονται όλα τα φαιδρά μας κόμματα για την «ελληνικότητα» των βραχονησίδων στο Αιγαίο. Και την ίδια ώρα πουλάνε τα αεροδρόμια της χώρας στους Γερμανούς, τα λιμάνια στους Κινέζους, τα τρένα στους Ιταλούς, την ύδρευση στους Γάλλους, το οδικό δίκτυο σε εντόπιους μαφιόζους. Υποκρίνονται συμπόνοια για την τραγωδική φρικαλεότητα της ανεργίας και τον εξουθενωτικό εξευτελισμό εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων που σιτίζονται, χρόνια τώρα, καθημερινά σε συσσίτια. Δεν διστάζουν όμως να συντηρούν, ακόμα σήμερα, το ρουσφέτι, σε συνθήκες ολοκληρωτικής πτώχευσης του κράτους: Τρεις Γενικές Γραμματείες παρά τω πρωθυπουργώ έχει δημιουργήσει ο κ. Τσίπρας, που η κάθε μία απασχολεί 80-85 άτομα, με μηνιαίο κόστος 4,5 εκατομμύρια ευρώ (iefimerida 9.4.2018).

Ο υπουργός Αμυνας παραμένει η πιο αποτροπιαστική περίπτωση παρακμιακής ευτέλειας. Διότι εξακολουθεί να ακκίζεται σαν κορυφαίος της πατριωτικής ευαισθησίας, όταν πρόκειται για εξωτερικές απειλές, ενώ συνεχίζει να μετέχει στο ίδιο κυβερνητικό σχήμα με τον κ. Γαβρόγλου, που μεθοδικά προωθεί τον επιμελέστερο αφελληνισμό του ελληνικού σχολειού, από όσους επιχειρήθηκαν ποτέ. Ακόμα και το εφιαλτικό ενδεχόμενο εδαφικής μείωσης της ελληνικής επικράτειας θα είχε ιστορικές συνέπειες λιγότερο καταστροφικές για τη συνέχεια της ελληνικής παρουσίας στην Ιστορία (γλώσσα, ιστορική συνείδηση, λαϊκή παράδοση) από το εσκεμμένο σήμερα ξεθεμέλιωμα της ελληνικότητας στα σχολειά, που επιχειρεί ο κ. Γαβρόγλου.

Ας μην απομονώνουμε τη γραφική περίπτωση Καμμένου. Στην Ελλάδα η Δεξιά δεν είχε ποτέ επίγνωση ελληνικότητας, σαρκωμένης σε πολιτισμό ασύμπτωτον με «τους μέλανες δρυμούς, τους Καρτέσιους και τους Καλβίνους, τους Καντ και τους Μαρξ, τον Πάπα – Θεός σχωρέσει τους» (Ελύτης). Τον Ιστορικό Υλισμό, σαν έμπρακτη καταναλωτική αποχαύνωση, τον εμπέδωσε στην ελλαδική κοινωνία η καραμανλική Δεξιά, όχι η λυμφατικά μιμητική «αριστερή» διανόηση. Υποχρεώθηκε η Δεξιά από τους διεθνείς πάτρωνές της, στις δεκαετίες του «Ψυχρού Πολέμου», να συγκροτήσει εκ των ενόντων και μια κωμική ιδεολογική καρικατούρα, ιδεαλιστική και εθνικιστική, σαν ανάχωμα στον ιστορικο-υλιστικό αθεϊσμό της Σοβιετίας.

Η καρικατούρα έφτασε στην ολοκληρία της αυτογελοιοποίησης με το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» της χούντας. Ωστόσο, χλευαζόταν μεν η γελοιότητα, αλλά στο σχολειό και στο στράτευμα λειτουργούσε ακόμα η διάκριση του πραγματικού από το γελοιώδες – αίσθηση πατρίδας, συνείδηση Ιστορίας, δέος για την ιερότητα της γλώσσας. Γι’ αυτά τα τρία περιούσια στοιχεία, δεκάδες χιλιάδες νεανικά κορμιά σπάρθηκαν στο χώμα αντιπαλεύοντας την εθελοδουλεία του ΚΚΕ, τον εφιάλτη των Γκουλάγκ και του «αλβανικού μοντέλου».

Σήμερα, το σχολειό της πράσινης, γαλάζιας, κόκκινης διεθνιστικής επαρχιωτίλας ούτε που διανοείται ότι ετοιμάζει πολίτες – εκπαιδεύει διαδηλωτές, καταληψίες, αδίστακτους βανδάλους. Η φράση «θυσία για την πατρίδα», μόνο καγχασμούς και πρόγκα θα προκαλούσε. Η λέξη «πατρίδα» παραπέμπει πια μόνο στην ατιμώρητη λωποδυσία του κοινωνικού χρήματος, στην αδιαντροπιά της απροσχημάτιστης υποτέλειας.

Δεν υπάρχει γλώσσα ικανή να περιγράψει και αναλύσει τη σημερινή ιστορική πραγματικότητα του Ελληνισμού. Βέβαια, λέμε, ότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Τουλάχιστον, όσο ακόμα τρεμοσβύνει, να έσωζε, έστω και μόνο, αξιοπρέπεια. Απέναντι στην «ευρωπαϊκή» βάναυση «επιτρόπευση». Και στον εγχώριο υπόκοσμο.

Χρήστος Γιανναράς
Καθημερινή
Κατηγορία:

Το άρρητο πιο πραγματικό από το θαύμα

0



Σ​​τη γλώσσα της θρησκευτικά κατεστημένης χριστιανοσύνης (ξύλινη γλώσσα πατριαρχικών «αποδείξεων» αρχιεπισκοπικών εγκυκλίων, επισκοπικών και ιεροκηρυκτικών ρητορευμάτων ή εντύπων) η «ανάσταση» λογαριάζεται σαν «θαύμα»: Ενα «υπερφυσικό», ανεξήγητο με τα δεδομένα της κοινής εμπειρίας γεγονός, όπως και τα φαντασιώδη αφηγήματα των παραμυθιών.

Πίσω από αυτή την ταύτιση της «ανάστασης» με το «θαύμα» γίνεται φανερή η, παγκοσμιοποιημένη πια σήμερα, εκδοχή της μεταφυσικής ως ιδεολογίας. Τυπικό γέννημα αυτή η εκδοχή της μετα-ρωμαϊκής («βαρβαρικής») Ευρώπης, θριαμβικά κατεστημένη και στη Νεωτερικότητα.

Οι Ελληνες ονόμασαν «μεταφυσική» (ή «οντολογία») τα ερωτήματα για την αιτία και τον σκοπό της ύπαρξης και των υπαρκτών. Οι απαντήσεις που επιχείρησαν να δώσουν ανταποκρίνονταν στις εμπειρικές προτεραιότητες της αντίληψής τους για την «αλήθεια». Την αλήθεια για τους Ελληνες την όριζε η ετυμολογία της λέξης – το στερητικό άλφα και η «λήθη» - αφάνεια - απόκρυψη. Αλήθεια σήμαινε την εμφάνεια, τη φανέρωση, το «εις φως έρχεσθαι», δηλαδή μια γνώση εμπειρικής σχέσης-μετοχής στην πραγματικότητα.

Οριζόταν η «αλήθεια» ως «το κοινή πάσι φαινόμενον» – η κοινωνία της μετοχικής εμπειρίας επιβεβαίωνε το αληθές της εμπειρίας.

Η μεσαιωνική-ευρωπαϊκή εκδοχή της αλήθειας βρέθηκε καταγωγικά στους αντίποδες της ελληνικής: Προϋποθέτει τον βαρβαρικό ατομοκεντρισμό, τη θωράκιση του εγώ με βεβαιότητες, όχι τη διακινδύνευση του «πολιτικού - εκκλησιαστικού αθλήματος» κοινωνίας της εμπειρίας. Η «αλήθεια» στην Ευρώπη (και σήμερα στον πλανήτη ολόκληρο) ταυτίζεται με την «ορθή κατανόηση». Την «ορθότητα» της κατανόησης εγγυάται μια αλάθητη αυθεντία ή μια χρηστική σύμβαση. Σαν «αυθεντία» μπορεί να λειτουργήσει εξουσιαστικά ο «εκπρόσωπος του Θεού επί της γης» (vicarius Dei) ή «μόνο ο γραπτός λόγος» του Θεού (sola scriptura) ή οι «πατέρες της ορθοδοξίας». Το «αλάθητο» μπορεί να διεκδικήσει μυθοποιημένη και η «επιστήμη» ή ένα κόμμα ή μια ιδεολογία με γενάρχη εγγυητή της «ορθότητας». Οσο για τη χρηστική σύμβαση, αντλεί το κύρος της από την ορθολογική κωδικοποίηση «αρχών» και «αξιών» δοκιμασμένης ωφελιμιστικής αποτελεσματικότητας.

Τόσο οι «αυθεντίες» όσο και οι «συμβάσεις» δεν έχουν καμιά δυσκολία να εγγυηθούν την «αλήθεια» του μεταφυσικού ή υπερβατικού, όταν τηρούνται οι προϋποθέσεις της «ορθής κατανόησης», η ορθολογική τεκμηρίωση της «ορθότητας». Οι «αποδείξεις περί υπάρξεως του Θεού» των Σχολαστικών του Μεσαίωνα και η «συγκριτική θρησκειολογία» που επιβάλλεται σήμερα να διδάσκονται τα παιδιά στην Ελλάδα (ο δογματισμός της επιβολής και ο δογματισμός της επιλογής) είναι χαρακτηριστικά δείγματα ιδεολογικοποίησης της μεταφυσικής.

Στην ελληνική παράδοση, μέσα στους αιώνες, η μεταφυσική εκφράστηκε και με τη γλώσσα της φιλοσοφίας, η οποία όμως δεν διέφερε, ως σημαντική λειτουργία, από τη γλώσσα του αγάλματος, της τραγωδίας, της αρχιτεκτονικής – και αργότερα, στην ελληνορωμαϊκή «οικουμένη», από τη γλώσσα της Εικόνας, του λατρευτικού μέλους, της ευχαριστιακής δραματουργίας. Ακόμα και στη σημερινή, μεθοδικά αφελληνισμένη Ελλάδα, στις εκκλησιές (ναούς), όσοι συνάζονται, ακούνε μελοποιημένη ποίηση, σε περιβάλλον όπου κυριαρχεί η ζωγραφική, ακούνε τα ιστορικά αφηγήματα των Ευαγγελίων στη γλώσσα της αδιάκοπης εκκλησιαστικής συνέχειας. Μόνο αν πέσεις σε θλιβερούς στην ασχετοσύνη τους λειτουργούς, που θέλουν «ο κόσμος να καταλαβαίνει», όχι να γιορτάζει, θα υποστείς τον βιασμό αυτής της συναρπαστικής παράδοσης. Βιασμό από βάναυσες ιδεολογικές ντιρεχτίβες κηρυγματικές και φτηνιάρικη, μικρονοϊκή ηθικολογία.

Σώζεται ακόμα, παρά τον ακραίο, οδυνηρότατο ευτελισμό του λειτουργήματος των επισκόπων, σώζεται σε «λείμμα» πιστών η (ανεπίγνωστη ίσως) βεβαιότητα, ότι στην εκκλησιά δεν πάμε για να «προσευχηθούμε», να «διδαχθούμε» ή να «σωθούμε», στην εκκλησιά πάμε για να γιορτάσουμε. Να γιορτάσουμε, κάθε Κυριακή, το «πάσχα»-πέρασμα από την (πάντοτε λειψή) κατανόηση στην κοινωνούμενη βεβαιότητα ότι «ο θάνατος πατείται θανάτω». Δεν γιορτάζουμε ένα «θαύμα» που έγινε κάποτε, την επιδερμική ψυχολογική ευεξία της ανάμνησης. Γιορτάζουμε την ψηλάφηση, αδιάκοπα τωρινή, που μόνο η ποιητική γλώσσα μπορεί να εκφράσει: «Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ, μα ωστόσο λάμπει».

Ο στίχος αυτός του Οδυσσέα Ελύτη συνεχίζει συνεπέστατα τη διαχρονική μαρτυρία της εκκλησιαστικής, πασχάλιας εμπειρίας. Βάλε, αναγνώστη, δίπλα σε αυτόν τον ένα στίχο, τα κατεβατά της τυποποιημένης νέκρας πατριαρχικών «αποδείξεων», αρχιεπισκοπικών εγκυκλίων, επισκοπικών και ιεροκηρυκτικών ρητορευμάτων ή εντύπων. Και σύγκρινε.

Μαζί, στη σύγκριση, ένας ακόμα πασχάλιος δρομοδείχτης του Ελύτη:
«Αλλοι ας ψάχνουν για λείψανα κι ας δοκιμάζουνε
Φτυαριές μέσα στης Ιστορίας τα χώματα. Η πραγματικότητα
Ωφελεί εάν έπεται. Ομως το πριν, το είδωλο, μόνον αυτό
Σημαίνει· που ο χρόνος πάνω του δεν πιάνει».

Αληθώς ανέστη, Οδυσσέα.

Χρήστος Γιανναράς
Καθημερινή
Κατηγορία:

Το κουνούπι και η καμήλα

0



Κρίνουμε τη δημόσια εικόνα των επαγγελματιών της εξουσίας – είναι χρέος μας των πολιτών. Ομως αγνοούμε τι πραγματικά πιστεύουν. Ο δημόσιος λόγος τους (πάντοτε προβλέψιμος, στερεότυπα κοινότοπος) εξαντλείται οπωσδήποτε σε χιλιοειπωμένες γενικότητες, σε αοριστίες. Θέλει να κερδίσει τις εντυπώσεις, όχι να δεσμευθεί σε προτάσεις για τη λύση προβλημάτων. Η γλώσσα που μιλάνε οι επαγγελματίες της εξουσίας μεταγγίζει την παγεράδα ότι δεν πιστεύουν σε τίποτα.

Δεν πιστεύουν πια σε ιδεολογίες: «Ριζοσπάστες» αριστεροί διεθνιστές, συνεπέστατα μηδενιστές, συγκυβερνάνε με ατόφιους δεξιούς που επιμένουν να σταυροκοπιούνται «προς το θεαθήναι». Τάχα και «σοσιαλιστές» συγκυβέρνησαν με τη «Δεξιά» που πριν την έλεγαν «οχιά» και είχαν επαγγελθεί «να της λιώσουν το κεφάλι». Δεν έχουν μπέσα ούτε στα λόγια ούτε στις πράξεις. Αλλάζουν τους αρχηγούς σαν πουκάμισα, αλλά κανένας αρχηγός τους δεν τόλμησε ποτέ επώδυνη, μεταρρυθμιστική αυτοκριτική με πολιτικές συνέπειες.

Η γλώσσα των κομματανθρώπων δεν άλλαξε ούτε στη διάρκεια του εφιάλτη των τελευταίων δέκα χρόνων. Η καταστροφή της οικονομίας, ο διεθνής διασυρμός της χώρας, η εφιαλτικών διαστάσεων ανεργία, το ποσοστό του πληθυσμού το βυθισμένο, μέρα - νύχτα, στο μαρτύριο της ανέλπιδης στέρησης. Αλλά και ο αδιάκοπος τρόμος από την κατάλυση κάθε προστασίας του πολίτη, την παρανοϊκή ασυδοσία «μπαχαλάκηδων», ληστρικών συμμοριών αδίστακτων σε κακουργήματα, «αντικρατιστών» που ρημάζουν κάθε βράδυ την πρωτεύουσα και ρεζιλεύουν καθημερινά την αστυνομία, τους νόμους, το τάχα και δικαιικό μας σύστημα. Κι ακόμα, ο συνεχής και διεθνής διασυρμός του ελληνικού ονόματος από την τουρκική, τη σκοπιανή, την αλβανική ιταμότητα – όλα αυτά είναι για τους επαγγελματίες της εξουσίας μόνο αφορμή φτηνιάρικης, κουτοπόνηρης δημοκοπίας.

Ισως δεν υπάρχει άλλη κοινωνική ή επαγγελματική ομάδα στη χώρα μας που να εμφανίζει τόσα συμπτώματα εξευτελιστικής χρεοκοπίας της ανθρώπινης ποιότητας, τέτοια αναξιοπρέπεια και επίμονο αυτοδιασυρμό, όσο οι «πολιτευόμενοι» και οι τηλεοπτικοί τους νταβατζήδες. Είναι προφανέστατη και οδυνηρότατη η διαπίστωση, αλλά στον γραπτό λόγο πρέπει, έστω ενδεικτικά, να τεκμηριωθεί.

Πρώτο, κατάφωρο και σταθερής μονιμότητας τεκμήριο: ο τρόπος που συγκροτούνται τα κυβερνητικά σχήματα. Η ανάθεση υπουργείου δεν έχει την παραμικρή σχέση με τη λογική της ειδικής προετοιμασίας, του έγκαιρου κεντρικού προγραμματισμού. Δεν ενδιαφέρει ποιος είναι ο περισσότερο κατάλληλος, ο πιο καλά προετοιμασμένος, ο πιο αποδεδειγμένα αποτελεσματικός στον συγκεκριμένο τομέα. Ολα τα «επιφανή» κομματικά στελέχη είναι κατάλληλα για οποιοδήποτε υπουργείο – και η ιδιότητα του «επιφανούς» είναι συνάρτηση της συχνότητας των τηλεοπτικών εμφανίσεων (αβαθμολόγητης σοβαρότητας) ή της ανεξέλεγκτης εύνοιας του αρχηγού, «αυθέντου και δεσπότου».

Δεύτερο, ακαταμάχητο τεκμήριο αυτεξευτελισμού του πολιτικού μας προσωπικού είναι ο τρόμος του (όχι απλώς φοβία) για το ενδεχόμενο «πολιτικό κόστος» (δηλαδή απώλεια ψήφων) που μπορεί να έχει το οποιοδήποτε πολιτικό ενέργημα. Αυτή η έντρομη έγνοια επιβάλλει την εμμονή στην επανάληψη - συντήρηση των δεδομένων, τον πανικό μπροστά στο ενδεχόμενο της παραμικρής αλλαγής, μεταρρύθμισης, εκσυγχρονιστικής καινοτομίας. Το ενδεχόμενο «πολιτικό κόστος», αυτοί που θα δυσαρεστηθούν, όσοι κι αν είναι, παγιδεύουν κάθε κυβέρνηση στη λογική των «βελτιώσεων», στην προτεραιότητα των εντυπώσεων, εγκαταλείποντας άλυτα τα πιο βασανιστικά της κοινωνίας προβλήματα. Ποιος να τολμήσει αμερόληπτη κρίση - αξιολόγηση των δημόσιων λειτουργών, ανένδοτη καταξίωση της αριστείας, δηλαδή ρεαλιστική «επανίδρυση του κράτους»;

Τρίτο ενδεικτικό τεκμήριο της βεβαιότητας ότι οι επαγγελματίες πολιτικοί στην Ελλάδα υπηρετούν μόνο μια έντεχνα εξωραϊσμένη ιδιοτέλεια είναι η απροσχημάτιστη υποτέλεια των «κομμάτων εξουσίας» στον «ξένο παράγοντα». Σίγουρα, η λέξη «υποτέλεια» έχει τεράστιο εύρος σημασιών, γι’ αυτό και εύκολα υπηρετεί τη σκόπιμη εμπαθή φημολογία, την προπαγανδιστική ψευδολογία. Παραμένει ωστόσο και προκλητικά επιδεικτική η άρνηση έστω και μιας προσχηματικής φιλοπατρίας, στοιχειώδους έγνοιας για τη συλλογική αξιοπρέπεια των ελληνώνυμων. Η Βουλή των Ελλήνων (άσχετα με το ποιος τότε προήδρευε) εξέδωσε, τον Ιούνιο του 2015, «Προκαταρκτική Εκθεση της (διεθνούς) Επιτροπής Αλήθειας Δημόσιου Χρέους», που μπορεί να φημολογείται αναξιόπιστη, αλλά η ενδεχόμενη αναξιοπιστία της δεν έχει ώς σήμερα δικαστικά βεβαιωθεί. Και όταν εκκρεμούν καταγγελίες, με όχι τυχαίες υπογραφές, για φρικώδη (στην κυριολεξία) κοινωνικά εγκλήματα, με συνέπειες για τη συνέχεια της ελληνικής παρουσίας στην Ιστορία, το να προτάσσεται σήμερα η κοινοβουλευτική διερεύνηση του περιπτωτικού ξεφαντώματος Novartis είναι υποκρισία ανυπόφορα προκλητική.

Το ίδιο ισχύει και για τις επώνυμες καταγγελίες που περιέχονται στο βιβλίο του Γιάννη Βαρουφάκη «Ανίκητοι ηττημένοι»: Μπορεί ο συγγραφέας να έχει πολιτικά αυτο-εξουδετερωθεί από τον ναρκισσισμό του, όμως οι καταγγελίες συγκεκριμένων εγκλημάτων με επώνυμους αυτουργούς, σχολαστικά τεκμηριωμένες, μένουν δικαστικά αδιερεύνητες ακυρώνοντας κάθε αξίωση εντιμότητας του πολιτικού βίου (άρα συνέχειας ιστορικής του ελλαδικού κρατιδίου).

Βέβαια η ιστορική εξαφάνιση ενός περιώνυμου λαού δεν αποσοβείται με καταγγελίες και δικαστικές ποινές. Ομως η εξαιρετικά επώδυνη συνειδητοποίηση της απειλής από μια «κρίσιμη μάζα» πολιτών μπορεί να γεννήσει απρόβλεπτες ανακατατάξεις. Το ενδεχόμενο μιας τέτοιας έκπληξης υπηρετεί η συχνή, επιτεταμένη επανάληψη της καταγγελίας.

Χρήστος Γιανναράς
Καθημερινή
Κατηγορία:

Οι ντουντούκες ας κοάζουν την εξηλιθίωση

0


Γράφει ο Χρήστος Γιανναράς

Μ​​όλις πριν από δύο εβδομάδες (27 Φεβρουαρίου το βράδυ) το ΚΚΕ πραγματοποίησε συλλαλητήριο στο Σύνταγμα. Σκοπός του συλλαλητηρίου, να «απαντήσει» το κόμμα «στις ανησυχίες του ελληνικού λαού για τις εξελίξεις στα Βαλκάνια και στην ευρύτερη περιοχή». Οπως είναι πασίγνωστο, το ΚΚΕ (από κάθε ιδεολογικό, εξασφαλιστικής πατρωνίας ποιμνιοστάσιο) ανησυχεί «πριν από τον λαό, για τον λαό», όπως και αποφασίζει πρωθύστερα. Καλούσε το συλλαλητήριο τον λαό να αντισταθεί «στον αποπροσανατολισμό που καλλιεργούν τόσο η κυβέρνηση όσο και οι δυνάμεις που επενδύουν στον εθνικισμό, (δηλαδή) στη διαίρεση των λαών».

Προσέξτε τις τελευταίες λέξεις: Για το ΚΚΕ (και όλους τους συνεπείς οπαδούς του Ιστορικού Υλισμού) κάθε οργανικά συγκροτημένο σώμα σχέσεων κοινωνίας, κοινών και κοινωνούμενων σχέσεων με πατρώα γη, με εστίες, βωμούς, τάφους προγόνων, εμπειρικό κεφάλαιο «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, νοήματος που γεννάει την Τέχνη, τη σοφία του κάλλους, τη χαρά της γιορτής – όλα αυτά μαζί τα θησαυρίσματα «διαιρούν» τους λαούς, επειδή τους λαούς τους ενώνουν μόνο ταξικά συμφέροντα διεθνή. Και ελπίζω ο επαρκής αναγνώστης να έχει εναργή την επίγνωση ότι τις αφέλειες του Ιστορικού Υλισμού τις έχουν σαν «αλάθητη» υποδομή και οι λοιπές «προοδευτικές» πολιτικές μας φαιδρότητες: Ποτάμι, Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ.

Ως προς τη συμμετοχή πολιτών, το συλλαλητήριο του ΚΚΕ είχε καταφανή επιτυχία. Στην πορεία προς την αμερικανική πρεσβεία, που ακολούθησε, ήταν εντυπωσιακό το πλήθος και απίστευτη δαψίλεια οι κόκκινες σημαίες με το σφυροδρέπανο. Και μόνο το κόστος αυτής της σημαιοφορίας βεβαίωνε την απόλυτη προτεραιότητα της έγνοιας για τη διαφημιστική εντύπωση, όχι βέβαια για τη λαϊκή «ανησυχία». Το συλλαλητήριο οργανώθηκε σαν αντίδραση στον «εθνικισμό», που γεννάει «διαιρέσεις και αντιμαχίες των λαών». Αλλά οργανώθηκε με τη λογική, τις μεθόδους και τις προδιαγραφές επιβολής του εντυπωσιασμού, που είναι το παντοδύναμο γέννημα των «αγορών» – το κύριο όπλο του επικατάρατου για το ΚΚΕ ιμπεριαλισμού, δηλαδή της στυγνής προτεραιότητας του κέρδους, του «ιδίου οφέλους».

Οι αντιφάσεις και ασυνέπειες στις συμπεριφορές του ΚΚΕ (και κατά προέκταση, ολόκληρου του φάσματος των πολιτικών εκφάνσεων του Ιστορικού Υλισμού) είναι συχνότατες και τόσο κραυγαλέες που γίνονται κάποτε σχεδόν διασκεδαστικές. Παράδειγμα: προτού ξεκινήσει το συλλαλητήριο, η πλατεία Συντάγματος, σε διευρυμένη έκταση, εσείετο κυριολεκτικά από την εκκωφαντική ισχύ των μεγαφώνων που μετέδιδαν τις πιο έξαλλες επιλογές αμερικάνικης μουσικής. Και κάθε τόσο παρεμβάλλονταν στη μουσική συνθήματα ενάντια στον ιμπεριαλισμό: «Ούτε χώμα ούτε νερό στον ιμπε-ρια-λισμό». Δηλαδή, βδελυσσόμαστε, σχεδόν υστερικά, τον ιμπεριαλισμό, αλλά χορεύουμε στη μουσική του. Και την κάνουμε και κράχτη, για να μαζέψουμε στο κομματικό μας πάρτι ανεγκέφαλους.

Δεύτερη παραδειγματική ένδειξη, που παρέπεμπε ευθέως σε κοινωνική παθολογία, όχι στην πολιτική: Η ντουντούκα στις «διαδηλώσεις» - «πορείες» του ΚΚΕ εξευτελίζει τη συμμετοχή, μεταμορφώνει το πλήθος σε αγέλη, σε εντελώς παθητικό συντελεστή. Μοιρασμένοι σε μπουλούκια οι διαδηλωτές και σε κάθε μπουλούκι μπροστά η ντουντούκα που υπαγορεύει την κραυγή, ενώ το κοπάδι βαριεστημένο, πειθαρχημένο στην ανία, την αναμηρυκάζει. Δεν υπάρχει θλιβερότερο θέαμα από μια πίστη, ένα όραμα, έναν καημό που γίνεται ρουτίνα, πειθαρχία σε εντολές, στράτευση και αυτευνουχισμός.

Αν υπάρξει ποτέ πολιτικό κόμμα στην Ελλάδα αποφασισμένο να αντιπαλαίψει τον Ιστορικό Υλισμό (τον εγχώριο κόκκινο, γαλάζιο, πράσινο) πώς οι πολίτες θα το ξεχωρίσουμε για να το εμπιστευθούμε; Ασφαλώς όχι από τις διακηρύξεις του – με διακηρύξεις ακόμα και ο Τσίπρας είναι «ριζοσπάστης αριστερός» και η Φώφη «σοσιαλίστρια»! Ο Ιστορικός Υλισμός είναι μια ιδεολογία, η άρνηση του Ιστορικού Υλισμού, αν είναι επίσης ιδεολογία αυτοκαταργείται, παίζει στο γήπεδο του αντιπάλου της. Η πολιτική αντίσταση στον Ιστορικό Υλισμό θα γεννηθεί όχι από διαφορετικές ιδέες, αλλά από διαφορετικές ανάγκες και ιεραρχήσεις αναγκών.

Ενα πολιτικό κόμμα αποφασισμένο να αντιπαλαίψει τον Ιστορικό Υλισμό, θα το ξεχωρίσουμε αμέσως, γιατί θα μιλάει άλλη γλώσσα: τη γλώσσα των κοινωνικών, όχι των οικονομικών προτεραιοτήτων. Για να αχρηστευθούν τα συσσίτια των πεινασμένων δεν χρειάζεται, «εγγυημένη» δήθεν, επαναπροσφυγή στη διεθνή τοκογλυφία, χρειάζεται να λειτουργήσει μικρή, αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα και ακομμάτιστοι συνεταιρισμοί. Για να λειτουργήσει «σύστημα υγείας» και υγιής «εσωτερική αγορά», προαπαιτούνται πρακτικές συνεπέστατης αξιοκρατίας στον δημόσιο τομέα και καταξίωση της αριστείας – τα παραδείγματα είναι απλώς ενδεικτικά.

Την άρνηση υποταγής στον Ιστορικό Υλισμό θα την αντιληφθούμε με τα μέτρα ριζικής αλλαγής των θεσμών τοπικής αυτοδιοίκησης: Κύτταρο του σύνολου κρατικού βίου, η μικρή αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα, η άσκηση κεντρικής εξουσίας οπωσδήποτε συνάρτηση του κοινοτικού συστήματος, το ίδιο και η κρατική οικονομία. Σίγουρα, πριν από κάθε τι άλλο, άκρα συνέπεια στην απεξάρτηση του κοινωνικού λειτουργήματος ενημέρωσης - ψυχαγωγίας (τηλεόρασης - ραδιοφώνου) από την εμπορική εκμετάλλευση. Η εκούσια εξηλιθίωση ελεύθερη, αλλά μόνο καλωδιακή, πανάκριβη.

Ενα πολιτικό κόμμα αποφασισμένο να αντιπαλαίψει τον Ιστορικό Υλισμό, τον πνιγμό από την οικονομική μονοτροπία, την εφιαλτική αγλωσσία - αγραμματοσύνη - μικρόνοια, τον καταναλωτικό εξανδραποδισμό, θα το εντοπίσουμε αμέσως το κόμμα αυτό από τα μέτρα που θα εξαγγείλει ριζικής αλλαγής στα σχολειά και στα πανεπιστήμια:

Μέτρα έμπρακτης άρνησης της χρηστικής εκδοχής της παιδείας. Στόχος η κοινωνία των σχέσεων, η χαρά της άμιλλας. Κεντρικός άξονας της εκπαίδευσης: η γλώσσα ως λογική, τα μαθηματικά ως γλώσσα, η μουσική ως άμιλλα εμπειρικής μετοχής.

Οι ντουντούκες ας κοάζουν την εξηλιθίωση.

Καθημερινή
Κατηγορία:

Όχι πια Ελλάδα, όχι ακόμα Ευρώπη

0



Γράφει ο Χρήστος Γιανναράς

Τ​​ο 1875, το περιοδικό «Ασμοδαίος» στην Αθήνα (των Ροΐδη, Αννινου, Σουρή, Μητσάκη) χαρακτήριζε το τότε ελλαδικό κρατίδιο «χρυσαλλίδα» (: όχι πια κάμπια, αλλά ούτε ακόμα πεταλούδα – δεν είναι πια Ελλάδα, αλλά ούτε ακόμα Ευρώπη). Εκατόν σαράντα τρία χρόνια από τότε, δύο σχεδόν αιώνες από την Εθνεγερσία, η παρομοίωση εξακολουθεί να ισχύει. Η αδυναμία να συντελεστεί η ποθούμενη μετάλλαξη παγιώνει έναν ανεξέλεγκτο διπολισμό, εξόφθαλμη σχιζοφρένεια.

Για να συντελεστεί η μετάλλαξη, προϋποτίθεται σαφής η επίγνωση: ποιοι είμαστε και τι θέλουμε να γίνουμε. Τετρακόσια χρόνια απαιδευσίας της πλειονότητας του πληθυσμού είχαν αφήσει άθικτη τη γνησιότητα και ρωμαλεότητα της λαϊκής παράδοσης (με εκπληκτικά επιτεύγματα στην αρχιτεκτονική, στη δημώδη ποίηση και μουσική, στους κοινωνικούς θεσμούς). Ομως το δίλημμα: Ελλάδα ή Ευρώπη προϋπέθετε ενημερότητα, γνώσης - σπουδής εξοπλισμό σε ευρύτατη πληθυσμική κλίμακα προκειμένου να διαμορφωθεί «κοινή γνώμη».

Στα μάτια του απλού λαού, ο Ελληνισμός συνοψιζόταν στην επανάκτηση της «Πόλης» και της «Αγια-Σοφιάς», στο όραμα της αυτοκρατορίας. Ηταν δύσκολο, σχεδόν αδύνατο να συνειδητοποιηθούν ερωτήματα, όπως: Θα μπορούσε η αυτοκρατορία, ο κοσμοπολίτικος, χωρίς σύνορα Ελληνισμός, να μετασχηματιστεί σε νεωτερικού, ευρωπαϊκού τύπου εθνικό κράτος; Μπορεί ο κοσμοπολίτης Ελληνας να υπάρξει σαν βαλκάνιος επαρχιώτης; Μπορεί τη Βασιλεύουσα Πόλη να την υποκαταστήσει ένα σχεδόν αρβανίτικο χωριό, η Αθήνα; Το Οικουμενικό Πατριαρχείο να εκχωρήσει τον ρόλο του σε μια «εθνική» εκκλησία, που λειτουργεί με δημοσίους υπαλλήλους και επιτροπεύεται από ευτελισμένους, ρουσφετολόγους υπουργούς; Μπορεί η διαχρονικά ακονισμένη γλώσσα της ελληνικής οικουμενικότητας να συμβιβαστεί με τη γλωσσοπενία μιας κρατικής ιδεολογίας και πρακτικής; Μπορεί το τριών χιλιάδων χρόνων πολιτικό άθλημα του «κοινωνείν - αληθεύειν» να εργαλειοποιηθεί για την εξισορρόπηση «δικαιωμάτων» στο πλαίσιο του έθνους - κράτους;

Μια διασάφηση απαραίτητη και ουσιώδης, που απαιτούσε σοβαρή μελέτη και θαρραλέα απεξάρτηση από επιπόλαιες «εντυπώσεις», έπρεπε να αφορά στην τότε Ευρώπη: Γιατί ο τόσος θαυμασμός της για την Αρχαία Ελλάδα και τόση η περιφρόνηση ή και απροκάλυπτη εχθρότητα για τους υστερόχρονους «Γραικούς»; Σίγουρα, ελάχιστοι Ελληνες είχαν τότε διαβάσει Βολταίρο και Μοντεσκιέ, τη χλεύη και την αποστροφή τους για το «Βυζάντιο». Κάποιοι, περισσότεροι ίσως, διέσωζαν τη μνήμη της ίδιας περιφρόνησης και χλεύης στα κηρύγματα των «μισσιοναρίων», που κατά κύματα κατέκλυζαν την Ελλάδα στους αιώνες της Τουρκοκρατίας, για να μεταστρέψουν στην «ορθή» χριστιανική πίστη τους «πλανεμένους» Ρωμιούς.

Εχουν περάσει δύο αιώνες από την Εθνεγερσία και το «έθνος» συνεχίζει να αποδείχνεται ανίκανο να «εγερθεί». Συνεχίζει να πιστεύει, διακόσια χρόνια τώρα, ότι η κάμπια θα γίνει πεταλούδα με μόνη τη μίμηση, τον μεταπρατισμό, πιθηκίζοντας το ίνδαλμά της – απαράλλαχτα όπως οι απελεύθερες από την αποικιοκρατία κοινωνίες.

Κατρακυλάμε αδυσώπητα στην παρακμή, από ντροπή σε ντροπή και από τη διάλυση στη σήψη, με πεισματική άρνηση να διερωτηθούμε για τα ουσιώδη. Εχουμε ετοιματζίδικες ιδεολογικές απαντήσεις, ακόμα και για ερωτήματα της ιστορικής μας ταυτότητας, της ελληνικής αυτοσυνειδησίας.

Η Ευρώπη προχώρησε θαυμαστά, όχι επειδή πρόκοψε στην τεχνολογία, στην οικονομία και στους «καλούς τρόπους» – η ζηλευτή πρόοδος είναι στην ιστορική απροκατάληπτη έρευνα και αυτογνωσία. Ευτυχώς η επιστήμη και η έρευνα δεν πειθαρχούν πάντοτε στον αμοραλισμό της πολιτικής και των «αγορών». Αν δεν επιμέναμε οι Ελληνες στην εκούσια τυφλότητα της κάμπιας, θα πιστοποιούσαμε στην τίμια ευρωπαϊκή ιστοριογραφία τις δυο συμπλεγματικές εμμονές της ψυχολογίας του Ευρωπαίου:

Πρώτη εμμονή, η συχνά καμουφλαρισμένη αλλά άσβεστη αμάχη για την κάποτε ελληνική οικουμενικότητα, που εσκεμμένα και απαξιωτικά ψευδωνυμείται σαν «Βυζάντιο». Τίμιος ο μεσαιωνολόγος Jacques Le Goff βεβαιώνει την «ανακούφιση» της ευρωπαϊκής elite, όταν οι Τούρκοι κυρίευσαν την Κωνσταντινούπολη: «Εξέλιπε ο δεύτερος πόλος πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας στην Ευρώπη, το καίριο εμπόδιο για την ενότητα μιας μελλοντικής Ευρώπης»!

Δεύτερη εμμονή, ο σφετερισμός της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς – συνεχιστής του αρχαιοελληνικού πολιτισμού είναι η μεσαιωνική Δύση: ο σχολαστικισμός και η ειδωλοποιημένη νοησιαρχία του. Η Αρχαία Ελλάδα τέλειωσε ιστορικά με το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών της Αθήνας (529 μ.Χ.), την κατάπιε το σκοτάδι του «Βυζαντίου» – σώθηκε όμως στη Δύση με την «Αναγέννηση» και τον «Νεοκλασικισμό»!

Και οι δυο αυτές εμμονές αποτυπώνονται μιμητικά στο δυτικού (νεωτερικού) τύπου ελληνώνυμο κρατίδιο του βαλκανικού νότου. Οι Δυτικές Δυνάμεις εγκρίνουν τη δημιουργία του γιατί είναι ολοκληρωτικά μεταπρατικό, μιμείται θεσμούς και λειτουργίες που γεννήθηκαν από τις ανάγκες και φιλοδοξίες των κοινωνιών της Δύσης, επιτροπευόταν από βασιλική οικογένεια Οίκου ανάκτων της Ευρώπης, κηδεμονεύεται απολύτως οικονομικά, πολιτικά και εκπαιδευτικά από τις Δυτικές Δυνάμεις. Το κρατίδιο περιλαμβάνει εδαφικά όλα τα αντιπροσωπευτικά τοπωνύμια της κλασικής ελληνικής αρχαιότητας: Αθήνα, Ελευσίνα, Θήβα, Δελφούς, Μυκήνες, Σπάρτη, Ολυμπία, Δήλο – επομένως, ελέγχοντας η Δύση το ελληνώνυμο κρατίδιο, διαχειρίζεται ανεξέλεγκτα τη συνέχεια της ελληνικής αρχαιότητας, μεταβάλλει το κρατίδιο σε σίγουρο τάφο του μισητού «Βυζαντίου».

Το ερώτημα: ποιοι είμαστε οι σημερινοί ελληνώνυμοι, πού συγκλίνουμε σήμερα με τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και πού αποκλίνουμε, τι έχουμε ανάγκη να προσλάβουμε αλλά και τι να προσφέρουμε, ως εταίροι πια, σε σύμπραξη ευρωπαϊκή, είναι λογικά αυτονόητο και πρακτικά αναγκαίο να τεθεί. Αλλά από ποιους; Από τον υπόκοσμο που χαρτζιλικώνεται, άλλοτε από τη Siemens και άλλοτε από τη Novartis, για να εξασφαλίζει την αφασία μας;

Καθημερινή
Κατηγορία:

Η εξουσιολαγνεία ως κερκόπορτα

0



Γράφει ο Χρήστος Γιανναράς

Η​ επιφυλλίδα γράφεται σε μέρες που ο ελλαδικός πληθυσμός αγωνιά (για πολλοστή φορά στα τελευταία σαράντα τέσσερα χρόνια), αν η Τουρκία θα αποφασίσει ή όχι την προσάρτηση ελληνικού χώρου, χερσαίου, θαλάσσιου, εναέριου.

Με το ολονύχτιο ψυχόδραμα στη Βουλή για την υπόθεση Novartis, το ελλαδικό πολιτικό σύστημα βεβαίωσε την Τουρκία (επίσης για πολλοστή φορά) ότι μια πολεμική σύρραξή της με την Ελλάδα είναι τελείως περιττή: Ο,τι κι αν ορεχθούν οι Τούρκοι, οτιδήποτε, οι ελλαδίτες πολιτικοί θα τους το παραχωρήσουν οπωσδήποτε, γιατί θα προέχει πάντοτε ο ευτελισμένος μεταξύ τους σκυλοκαβγάς. Μοναδική και απόλυτη σημασία για τους ελλαδίτες πολιτικούς έχει η εξουσία, όχι σε πόση γεωγραφική επικράτεια θα ασκείται.

Ετσι, στο Νταβός 2, ο Ανδρέας Παπανδρέου χάρισε αμαχητί στους Τούρκους την παραίτηση της Ελλάδας από κάθε δικαίωμα ερευνών για πετρέλαιο σε ολόκληρο το Αιγαίο – ακόμα και έξω από τη Σαλαμίνα. Ο Κ. Σημίτης αποδέχθηκε απροσδιοριστία συνόρων («γκρίζες ζώνες») σε ολόκληρο επίσης το Αιγαίο – αδύνατο πια να υψωθεί ελληνική σημαία σε βραχονησίδα. Καραμανλής ο βραχύς χάρισε στην Τουρκία το καθεστώς χώρας υποψήφιας για ένταξη στην Ε.Ε., άνευ όρων – χωρίς καν η Τουρκία να άρει την «απειλή πολέμου».

Και προγενέστερα: Μήπως είχε υπάρξει η παραμικρή αντίδραση του ελλαδικού πολιτικού συστήματος για τον βίαιο αφελληνισμό της Ιμβρου και της Τενέδου, για τη μεθοδική εξάλειψη του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης; Ακούστηκε ποτέ ελλαδική κυβέρνηση να προσφύγει στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για τις προκλητικές παραβιάσεις της Συνθήκης της Λωζάννης από την Τουρκία; Χρησιμοποίησε ποτέ ελλαδική κυβέρνηση, ως πολιτικό όπλο, τις διεθνείς διαπραγματεύσεις για αναγνώριση της γενοκτονίας του ποντιακού ελληνισμού και της εθνοκάθαρσης στη Μικρά Ασία και στην Ανατολική Θράκη;

Αυτή η αυτεξευτελιστική, μονιμοποιημένη ως αυτονόητη στάση των ελλαδικών κυβερνήσεων σε θέματα εξωτερικής πολιτικής ποια αιτιολόγηση μπορεί να έχει; Μάλλον μία και μόνη (και μακάρι να μπορούσε να αμφισβητηθεί): Οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα κηδεμονεύονται (συχνά χωρίς προσχήματα) από αλλοδαπές «προστάτιδες» δυνάμεις. Η ελλαδική εξωτερική πολιτική πειθαρχεί (εκβιαστικά ή με ανταλλάγματα) στη στρατηγική «προστασίας» της περιοχής από το ΝΑΤΟ. Σε ποιο ποσοστό οι ελλαδικές κυβερνήσεις παραχωρούν την εθνική κυριαρχία (ή και την εδαφική ακεραιότητα) επειδή το απαιτούν οι στρατηγικές νατοϊκής «προστασίας» και σε ποιο ποσοστό επειδή εξασφαλίζουν έτσι οι ίδιες την εύνοια για παραμονή στην εξουσία, είναι ερώτημα «ταμπού». Το θέτουν μόνο οι ποικίλοι «περιθωριακοί», που δεν λογαριάζονται.

Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, είχαμε την ανατριχιαστικά εναργή εικόνα ενός παρδαλού γκρουπούσκουλου, που νόμισε ότι, επειδή το ευνόησαν οι συγκυρίες, μπορούσε να παίξει με ακροβασίες «ανεξαρτησίας», πολιτικής αυτονομίας, συλλογικής αξιοπρέπειας – να παίξει θέατρο. Αρκεσε ένας απειλητικός βρυχηθμός σε μία και μόνο νύχτα, για να μετασχηματιστούν οι λεονταρισμοί στην πιο πειθήνια και εξευτελιστική υποταγή που γνώρισε ποτέ κυβέρνηση συμβιβασμένων. Αποδείχθηκε, άλλη μία φορά, πως δεν υπήρχε τσαγανό πίστης σε τίποτα, ούτε καν σε χρεοκοπημένη ιδεολογία. Σταθάκης, Γαβρόγλου, Φίλης, Κοτζιάς, ίδιο πολιτικό κενό με Καμμένο, Χριστοδουλοπούλου, Πολάκη, Κατρούγκαλο, Καρανίκα.

Και αντιπολίτευση σε αυτή τη συμφορά, ποιοι; Σπιθαμιαίοι, που δεν κατορθώνουν ούτε και να ψελλίσουν εναλλακτική πρόταση, συγκεκριμένη ελπίδα αλλαγής στην παιδεία, στη δημόσια διοίκηση, στο ασφαλιστικό, στην υγεία, στη δημόσια ασφάλεια, στον ολοκληρωτισμό της πρωθυπουργικής απολυταρχίας που θέσπισε το παπανδρεϊκό Σύνταγμα του 1985. Νομίζουν ότι ολόκληρη η κοινωνία συγκροτείται από ανεγκέφαλους κάφρους που θέλουν το Κοινοβούλιο να αναπαράγει το γήπεδο, η αντιπολίτευση να εξαντλείται στην τεχνητή έξαψη, στα νευράκια και στις τσιρίδες, σε καταγγελτική μονομανία και ολοκληρωτική απουσία αντιπρότασης.

Στο κωμικο-τραγικό μας Ελλαδέξ, το πολιτικό σύστημα έχει αλωθεί από ανθρώπους που κυριολεκτικά νοσούν ανίατη εξουσιομανία. Το νόσημα εξουδετερώνει ακόμα και την ευφυΐα των θυμάτων του. Φτάνουν άνθρωποι ικανής ευφυΐας να μην καταλαβαίνουν ποιο πειστήριο βεβαιώνει την αθωότητα και ποιο την ενοχή: Οποιος δεν έχει λερωθεί με χρηματοληψία από τη Novartis, ακούει ψύχραιμος τη στημένη συκοφαντία, χαμογελάει συγκαταβατικά και, απαθέστατος, ζητάει να δικαστεί το συντομότερο. Δεν εμφανίζεται πανικόβλητος στο βήμα της Βουλής, με χαμένον εντελώς τον αυτοέλεγχο της αξιοπρέπειας, ξεσπώντας σε διαπληκτισμούς με τον (θλιβερό κατά πάντα) πρόεδρο και αραδιάζοντας πληθωρικά τεκμήρια της αθωότητάς του, αλλά διπλάσιες τις αγοραίες ύβρεις για τους πολιτικούς του αντιπάλους, σε κατάσταση ανεξέλεγκτης εξαλλοσύνης. Η συμπεριφορά προδίδει αδυσώπητα τόσο την αθωότητα όσο και την ενοχή.

Κυκλοφορεί ως φήμη αποφθέγματος του Τουργκούτ Οζάλ και συνιστά, σε κάθε περίπτωση, τετράγωνης λογικής πρόβλεψη: «Τα προβλήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων θα λυθούν από μόνη τη δυναμική των δημογραφικών δεδομένων». Δημογραφική κατάρρευση, το χωριό είδος υπό εξαφάνισιν, ο γλωσσικός εκβαρβαρισμός τεκμήριο αδυσώπητης υπανάπτυξης, παιδεία του χαβαλέ που προγραμματικά ετοιμάζει λούμπεν προλεταριάτο.

Το επίπεδο του ελλαδικού Κοινοβουλίου καθορίζει τον ρεαλισμό των τουρκικών απειλών.

Καθημερινή
Κατηγορία:

Τόπος και ουτοπία του τρόπου

0



Γράφει ο Χρήστος Γιανναράς

Κενό νοήματος στις λέξεις δημιουργεί συγχύσεις, θολές ασυνεννοησίες, μάταιες διχοστασίες. Η ζωή παγιδεύεται στο μη-νόημα, δεν προχωράει.

Με την πάνδημη κραυγή «Η Μακεδονία είναι ελληνική», τι ακριβώς βεβαιώνουμε: πιστοποίηση, ευχή, απαίτηση, προειδοποίηση; Ποιο το νόημά της; Κάποτε και η Θράκη ήταν ελληνική, σήμερα είναι μόνο η μισή. Αν στήναμε συλλαλητήριο, «η Θράκη είναι ελληνική», και πτοημένοι οι Τούρκοι μας έδιναν πίσω το κομμάτι που ο Βενιζέλος τούς χάρισε χωρίς να το έχουν απαιτήσει, με ποιον πληθυσμό θα το εποικίζαμε; Η υπογεννητικότητα και η μετανάστευση μας έχουν καταδικάσει να έχουμε, σε σαράντα χρόνια, απομείνει τρία εκατομμύρια οι Ελληνες – δεν μοιάζει λογικό να ορεγόμαστε εδαφικές επεκτάσεις.

Οι Σκοπιανοί, παρδαλό τσούρμο από ξεσκλίδια φυλών, έχουν το τσαγανό να ονειρεύονται τη Θεσσαλονίκη πρωτεύουσά τους και τον Μεγαλέξανδρο προπάτορα, αψηφώντας κάθε λογική. Αν τους θεωρούμε απειλή, ας αγοράσουμε τανκς (κόβοντας τις αρπαχτές των κομματανθρώπων), όχι να οργανώνουμε συλλαλητήρια! Βέβαια οι Σκοπιανοί δεν νικώνται από τανκς, γιατί έχουν ακόμα πολιτισμό, δηλαδή στόχους που είναι πέρα από το χρήμα, ενώ εμάς δεν μας συνεπαίρνει πια τίποτα, μα απολύτως τίποτα που να μην είναι «μέγεθος οικονομικό», παράς. Ακόμα και τον συναισθηματικό πατριωτισμό που κραυγάζει, χωρίς νόημα, «η Μακεδονία είναι ελληνική», τον κατασυκοφαντούν οι άγλωσσοι και άξεστοι ιστορικο-υλιστές χρηματολάγνοι όλου του κομματικού φάσματος, σαν φασισμό και Ακροδεξιά και εθνικισμό.

Δεν είναι ρομαντική νοσταλγία, είναι πολιτικός και γλωσσικός ρεαλισμός να λειτουργεί με ενάργεια η ιστορική μνήμη. Ολόκληρη η Μικρασία, ο Πόντος, η Ανατολική Ρωμυλία ήταν κάποτε τόσο Ελλάδα όσο και η Θήβα, η Σπάρτη, οι Δελφοί – σήμερα πια δεν είναι. Αλλά και ποιο κριτήριο μας δικαιολογεί να λέμε ακόμα: η Αττική είναι ελληνική, η Αρκαδία, η Εύβοια ελληνικές, δεν χρειαζόμαστε συλλαλητήρια για να βροντοφωνάξουμε την ελληνικότητά τους. Ποια τα κριτήρια; Μήπως οι καρικατούρες σχολείων όπου κανένας, ούτε δάσκαλος ούτε παιδί, δεν κρίνεται ποτέ για τίποτα, δεν αξιολογείται καμιά ποιότητα, η αριστεία χλευάζεται, ο εθνομηδενισμός είναι η κυρίαρχη ιδεολογία, και για τον απόφοιτο του Λυκείου η γλώσσα του Παπαδιαμάντη ή του Ρωμανού του Μελωδού είναι ακατανόητη;

Ολα τα κόμματα, χωρίς καμιά εξαίρεση, συμπίπτουν στον ένα και μοναδικό «εθνικό» μας στόχο: Να γίνουμε «Ευρωπαίοι», δηλαδή να εξασφαλίσουμε αδιατάρακτη την οικονομική ευμάρεια, το χρήμα. Και επειδή ο πολιτισμός είναι ό,τι δεν καταξιώνεται με χρήμα, η ελευθερία από το αλισβερίσι και τον παρά της αμοιβής, γι’ αυτό και η Ελλάδα ολόκληρη (όχι η Μακεδονία επειδή τη διεκδικούν οι Σκοπιανοί) δεν είναι πια ελληνική. Οι λέξεις κυριολεκτούν, δεν υπάρχει κενό νοήματος.

Γράφοντας ο Καβάφης, το 1923, το «Επιτύμβιον Αντιόχου, βασιλέως Κομμαγηνής», του αναγνώριζε ότι «υπήρξεν έτι το άριστον εκείνο, Ελληνικός – ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιωτέραν, εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν». Σήμερα, σε τι παραπέμπει η λέξη «ελληνικός»; Οταν παραπέμπει σε κρατική υπηκοότητα, φορτώνει τον υπήκοο ντροπή και μειονεξία. Αν παραπέμπει σε πολιτισμό προγόνων, βυθίζει τον σημερινό ελληνώνυμο σε οδυνηρότερο πένθος για την άγνοια και τον πρωτογονισμό της χρησιμοθηρίας, όπου τον καθήλωσε η εκπαιδευτική πολιτική της χώρας του. Είναι εξουθενωτική απόγνωση και κυριολεκτική συντριβή, να ταυτίζεται διεθνώς το όνομα της ιστορικής καταγωγής σου με την παρακμιακή κατρακύλα στη διαφθορά, τη λοβιτούρα, την πιο φτηνιάρικη εξουσιολαγνεία, την πιο αναιδή αγραμματοσύνη.

Με τέτοιους συνειρμούς, γίνεται ανάγκη πιεστική για τον σημερινό Ελλαδίτη ένα συλλαλητήριο, όπου με πάθος και οπωσδήποτε μια σημαία ελληνική στο χέρι, να κραυγάσει στεντόρεια ότι «η Ελλάδα δεν είναι πια ελληνική» – η Ελλάδα του Αλέξη και του Κούλη, της Φώφης και του Σταύρου και των υπόλοιπων ανεκδιήγητων παραβλάσταρων της συμφοράς. Οτι ποτέ δεν ήταν τόπος η Ελλάδα, ήταν τρόπος, «το άριστον εκείνο» που δεν καταξιώνεται με χρήμα – ήταν ο πολιτισμός: στοχεύσεις πριν από την οικονομία και πέρα από την οικονομία, η ζωή και η χαρά της ζωής όταν δεν μετριέται με το εισόδημα.

Ενδεικτικό της ελληνικής ου-τοπίας είναι το γεγονός ότι ο Ελληνισμός απέκτησε για πρώτη φορά σύνορα στον 19ο αιώνα, όταν έγινε «κράτος» μεταπρατικό και επιτροπευόμενο. Από τη μινωική και μυκηναϊκή εποχή ώς την ίδρυση του κρατιδίου, ποια σύνορα οριοθετούσαν τον Ελληνισμό; Η ελληνική «ιδιότητα», που «δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιωτέραν», ήταν πάντοτε συνάρτηση του τρόπου των Ελλήνων, όχι του τόπου. Η κτήση και χρήση του τόπου, όπως και η πληθυσμική σύνθεση, μεταβάλλονται με τις στρατιωτικές κατακτήσεις ή τα απάνθρωπα παιχνίδια λαών του «βαρβαρικού» τρόπου (ινδαλμάτων μας σήμερα). Η αντίσταση στη βαρβαρότητα είναι να σωθεί η «ιδιότητα»: η συνέχεια της ενιαίας γλώσσας, της ιστορικής συνείδησης, της κοινοτικής αυτοδιοίκησης – ό,τι ακριβώς ξεριζώνουν μεθοδικά με την κοινή πολιτική τους ΣΥΡΙΖΑ, Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, σήμερα.

Συνεχίζουμε να λέμε ότι το κατεχόμενο από τους Τούρκους βόρειο τμήμα της Κύπρου, σαράντα τέσσερα χρόνια τώρα, «είναι ελληνικό»: Το λέμε και το πιστεύουμε, επειδή ζουν ακόμα, εξόριστοι, ξεριζωμένοι, οι Ελληνες που εκεί γεννήθηκαν και σώζουν στην ξενιτιά την αίσθηση από τα δικά τους σπίτια, τα κρεβάτια με τα στρωσίδια τους, τα κατσαρολικά και τα πιατικά τους, τα χωράφια και τα μποστάνια τους, τις εκκλησιές και τους τάφους των αγαπημένων τους. Οταν πεθάνουν αυτοί, οι άλλοτε γηγενείς, ποια πραγματικά δεδομένα, πέρα από τις δικηγορίστικες εξυπνάδες, θα σώζουν τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια ελληνικότητας της Κύπρου;

Κι όταν εκλείψουν και οι τελευταίοι Ελλαδίτες που καταλαβαίνουν το «Τη υπερμάχω», τι θα διαφέρει η λέξη «Ελλάδα» από τη λέξη «Novartis»;

Καθημερινή
Κατηγορία:
 
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ Copyright © 2010 | ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ | Converted by: Parakato administrator